Shopping cart
Ελληνικά English
| | | |

Journals


Ενέργεια & Δίκαιο, 32 (2020)

Edition info

Journal
Ενέργεια & Δίκαιο
ISSN
1109-9933
Current issue
Issue number: 32, 2020
© December 2020
Pages: 216
Subscriptions

Students: € 75

International subscription: € 100

Judges: € 75

Companies: € 75

Ενέργεια & Δίκαιο (Ενέργεια&Δίκαιο)


Ενέργεια & Δίκαιο, 32 (2020)

Tο νέο τεύχος του περιοδικού μας περιλαμβάνει πλούσια αρθρογραφία. Το ζήτημα της οπτικής όχλησης κατά την χωροθέτηση των αιολικών σταθμών πραγματεύεται ο Θεόδωρος Πανάγος. Το ρυθμιστικό πλαίσιο για την αγορά ηλεκτροκίνησης αναπτύσσει ο Πάνος Ηλιόπουλος, ενώ η Χρύσα Κοκκόση γράφει για το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, υπό το πρίσμα της ενωσιακής και εθνικής έννομης τάξης. Η Αθηνά Μωραΐτη αναλύει το θέμα «Οργανισμός για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αμερικανική Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (FERC)», η Μαγδαληνή-Χριστίνα Βλάχου-Βλαχοπούλου γράφει για την πορεία της ενέργειας στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο από τις απαρχές της απελευθέρωσης στο χειμερινό πακέτο και ο Δημήτρης-Χρυσοβαλάντης Χαμαλίδης αναπτύσσει το ζήτημα της αλλαγής προμηθευτή φυσικού αερίου στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της αγοράς φυσικού αερίου στην Ελλάδα.

Η νομολογία, η οποία περιλαμβάνει δεκαεπτά δικαστικές αποφάσεις, διακρίνεται σε τρία μέρη.

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει ημεδαπή νομολογία, η οποία συντίθεται από οκτώ αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και δύο αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Εξ αυτών διακρίνονται η 182/2020 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αφορά δημόσιο διαγωνισμό με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών συλλογής και εκμετάλλευσης του βιοαερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης του βιοαερίου, η 227/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αναφέρεται σε αίτηση ακύρωσης κατά πράξεων περί απόρριψης της προτεινόμενης θέσης και της ΜΠΕ έργου φωτοβολταϊκού σταθμού, στην οποία κρίνονται ζητήματα σχετικά με τις κατευθύνσεις των χωροταξικών σχεδίων και τη χωροθέτηση σταθμών ΑΠΕ, η απόφαση 1234/2020 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία αναφέρεται σε αίτηση ακύρωσης κατά της ΑΕΠΟ και των τροποποιητικών αυτής πράξεων του έργου της γραμμής μεταφοράς ΚΥΤ Πάτρας–ΚΥΤ Μεγαλόπολης, στην οποία κρίνονται ζητήματα σχετικά με την εκκίνηση της εξηκονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά της ΑΕΠΟ ενεργειακού έργου Α΄ κατηγορίας, καθώς και των συνεπειών της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στον άνθρωπο και της 1881/2020 απόφασης της επταμελούς του Δ΄ Τμήματος του αυτού Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, πάντως με μειοψηφία, ότι οι πράξεις της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, με τις οποίες, κατ’ εφαρμογήν των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιορίζεται το οφειλόμενο στον παραγωγό τίμημα για την ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ, εκδίδονται στο πλαίσιο της συμβατικής αυτής σχέσης και προκαλούν, ως εκ τούτου, στην περίπτωση ένδικης αμφισβήτησής τους, διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων.

Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει ενωσιακή νομολογία, η οποία αποτελείται από έξι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απ΄ αυτές ξεχωρίζουν η απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019 στην υπόθεση C-280/18 που αφορά αίτηση προδικαστικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας αναφορικά με την ερμηνεία των άρθρων 6 και 11 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ (οδηγία ΕΠΕ), η απόφαση της 30ης Απριλίου 2020 στην υπόθεση C-5/19 που αφορά αίτηση προδικαστικής απόφασης του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Βουλγαρίας για την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 1 έως 3 και του άρθρου 41, παράγραφος 16 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ και η απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020 στην υπόθεση C‑24/19 αναφορικά με την ερμηνεία της, κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, οδηγίας 2001/42 έννοιας των «σχεδίων και προγραμμάτων», η οποία συνοδεύεται με κοινό σχόλιο των Θεόδωρου Ηλιόπουλου και Χάρη Συνοδινού.

Το τρίτο μέρος περιλαμβάνει την 388150 απόφαση του Conseil d'État σε μετάφραση των Χάρη Συνοδινού και Κλεοπάτρας-Ειρήνης Ζερδέ, σχετικώς με αίτηση ακύρωσης απόφασης της γαλλικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (CRE) από προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας, με την οποία κρίνονται ζητήματα που άπτονται του κώδικα καταναλωτή, του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, της σύμβασης προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και της σύμβασης πρόσβασης στο δίκτυο.

Περιλαμβάνονται, όπως πάντα, οι στήλες «Επίκαιρα» και «Νομοθετικό Δελτίο».

Edition info

Journal
Ενέργεια & Δίκαιο
ISSN
1109-9933
Current issue
Issue number: 32, 2020
© December 2020
Pages: 216
Subscriptions

Students: € 75

International subscription: € 100

Judges: € 75

Companies: € 75

Table of contents   +

τεύχος 32 - έτος 17ο B΄ εξάμηνο

11 Επίκαιρα

Άρθρα

25 Το ζήτημα της οπτικής όχλησης κατά την χωροθέτηση των αιολικών σταθμών, Θεόδωρος Κ. Πανάγος

33 Το ρυθμιστικό πλαίσιο για την αγορά ηλεκτροκίνησης, Πάνος Κ. Ηλιόπουλος

44 Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα υπό το πρίσμα της ενωσιακής και εθνικής έννομης τάξης, Χρύσα Σ. Κοκκόση

55 O Οργανισμός για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αμερικανική Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (FERC), Αθηνά Μωραΐτη

68 Η πορεία της ενέργειας στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο: από τις απαρχές της απελευθέρωσης στο Χειμερινό Πακέτο, Μαγδαληνή-Χριστίνα Βλάχου-Βλαχοπούλου

85 Η αλλαγή προμηθευτή φυσικού αερίου στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της αγοράς φυσικού αερίου στην Ελλάδα, Δημήτριος-Χρυσοβαλάντης Χαμαλίδης

98 Νομοθετικό δελτίο

Νομολογία

• Εθνική

104 Συμβούλιο της Επικρατείας -Επιτροπή Αναστολών 182/2020: Αίτηση αναστολής σε διαγωνισμό με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών συλλογής και εκμετάλλευσης του βιοαερίου από τον ΧΥΤΑ Λάρισας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης του βιοαερίου. – Πρόκειται για μεικτή σύμβαση παραχώρησης έργου και υπηρεσιών, στην οποία, ενόψει του σκοπού και της διάρκειας της σύμβασης, προέχοντα χαρακτήρα έχουν οι υπηρεσίες, ενώ η κατασκευή του έργου αποτελεί το μέσο εξυπηρέτησης του κύριου αντικειμένου της σύμβασης. – Εξαιρετική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016. – Παραδεκτώς προσβάλλεται η απόφαση της αναθέτουσας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 372 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 4412/2016, διατηρεί την αυτοτέλειά της και δεν έχει ενσωματωθεί στην απόφαση της Α.Ε.Π.Π., με την οποία απορρίφθηκε η κατ’ αυτής ασκηθείσα προδικαστική προσφυγή. Ως εκ τούτου, την ιδιότητα του καθ’ ου διαδίκου στην παρούσα διαδικασία έχει, εκτός από την Α.Ε.Π.Π., και η αναθέτουσα. – Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας δεχόταν παγίως ότι, σε περίπτωση απόρριψης της προσφοράς διαγωνιζομένου από την αναθέτουσα αρχή και, εν συνεχεία, απόρριψης του ενδίκου βοηθήματος προσωρινής προστασίας που είχε ασκήσει ο ως άνω διαγωνιζόμενος κατά του αποκλεισμού του, δεν στοιχειοθετείται πλέον έννομο συμφέρον αυτού να στραφεί κατά της αποδοχής της προσφοράς άλλου διαγωνιζομένου (παρά μόνον για την προβολή αιτιάσεων περί παραβιάσεως του ίσου μέτρου κρίσης) ή να αμφισβητήσει τη νομιμότητα πράξεων των επομένων σταδίων του διαγωνισμού, δοθέντος ότι μετά τον αποκλεισμό του, αυτός καθίσταται τρίτος ως προς την διαδικασία του διαγωνισμού. Όμως, μετά από αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η νομολογία της Επιτροπής Αναστολών διαφοροποιήθηκε, κατά περίπτωση. Τα ζητήματα δε που ετέθησαν με την 235/2019 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ (Ολομέλεια) και απετέλεσαν αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ, το οποίο εκκρεμεί, συνάπτονται στενά με το τιθέμενο στην συγκεκριμένη περίπτωση ζήτημα, ήτοι εάν, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 360 παρ 1 του ν. 4412/2016, ερμηνευομένων υπό το φως των διατάξεων των άρθρων 1 (παρ 1 τρίτο εδάφιο και παρ. 3) και 2α (παρ. 1 και 2) της δικονομικής οδηγίας 89/665/ΕΟΚ (L 395), αναγνωρίζεται και στον διαγωνιζόμενο, που αποκλείσθηκε με απόφαση της αναθέτουσας αρχής σε στάδιο προγενέστερο του τελικού σταδίου ανάθεσης της σύμβασης, έννομο συμφέρον να προσβάλει με προσφυγή ενώπιον της Α.Ε.Π.Π., παράλληλα με την νομιμότητα του αποκλεισμού του, και τη νομιμότητα του μη αποκλεισμού του συνυποψηφίου του, προβάλλοντας άλλες αυτοτελείς πλημμέλειες της προσφοράς του, άσχετες με τις πλημμέλειες για τις οποίες αποκλείσθηκε η δική του προσφορά. Επομένως είναι υποστηρίξιμη η ερμηνεία, κατά την οποία η αιτούσα ένωση, που αποκλείσθηκε με απόφαση της αναθέτουσας αρχής δεν δύναται να στερηθεί του δικαιώματός της να εξετασθεί επί της ουσίας η κατά της απόφασης αυτής προδικαστική της προσφυγή, και κατά το μέρος, με το οποίο αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της αποδοχής ως παραδεκτών των λοιπών δύο υποβληθεισών προσφορών και για πλημμέλειες αυτών που δεν συνιστούν παράβαση του ενιαίου μέτρου κρίσης. – Η παράλειψη της Α.Ε.Π.Π. να εξετάσει τις αιτιάσεις κατά των προσφορών των λοιπών δύο διαγωνιζομένων πιθανολογείται ως μη νόμιμη, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την αιτούσα ένωση. Η Επιτροπή, όμως, δεν έχει τη δυνατότητα, επ’ ευκαιρία εκδικάσεως της κρινομένης αίτησης, να προβεί πρωτογενώς στην εξέταση των κατά τα ανωτέρω αιτιάσεων της προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας, επί των οποίων δεν έχει αποφανθεί η Α.Ε.Π.Π. – Η αναθέτουσα ισχυρίζεται ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναστολής. Ειδικότερα, προβάλλεται αφενός μεν ότι, λόγω της σταθερά μειούμενης παραγωγής βιοαερίου από το έτος 2021 και εντεύθεν, τυχόν επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού θα οδηγήσει σε απώλεια εσόδων της, που λειτουργεί ως κοινωφελής επιχείρηση και αφετέρου ότι η υλοποίηση της σύμβασης θα έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση του συστήματος συλλογής και καύσης βιοαερίου και, συνεπώς, της ποιότητας των παραγομένων καυσαερίων και του περιβάλλοντος στην περιοχή. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί αναφέρονται σε συνήθεις και όχι εξαιρετικές συνέπειες από την καθυστέρηση της ανάθεσης της σύμβασης και δεν τεκμηριώνουν επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος που να επιβάλλουν την απόρριψη της αίτησης. – Δέχεται κατά το μέρος που η προσβαλλομένη απόφαση της Α.Ε.Π.Π. απέρριψε τις προβληθείσες αιτιάσεις κατά της αποδοχής της προσφοράς δύο συνδιαγωνιζομένων της αιτούσας και κατά της συμμετοχής τους στο επόμενο στάδιο της διαγωνιστικής διαδικασίας, καθώς και κατά το μέρος που η προσβαλλομένη απόφαση της αναθέτουσας έκρινε αποδεκτές τις προσφορές των εν λόγω συνδιαγωνιζομένων της αιτούσας και επέτρεψε τη συμμετοχή τους στο επόμενο στάδιο της διαγωνιστικής διαδικασίας. Η Α.Ε.Π.Π. διατηρεί την ευχέρεια να επανέλθει, προκειμένου να εξετάσει επί της ουσίας τις προβληθείσες αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής κατά των προσφορών των δύο συνδιαγωνιζομένων της αιτούσας, οπότε, αναλόγως με την κρίση της, θα είναι δυνατή ή όχι η συνέχιση του διαγωνισμού.

110 Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα Ε΄) 458/2019: Αίτηση ακύρωσης κατά διοικητικής πράξης, με την οποία δεν εγκρίθηκε η μελέτη για την προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση του έργου της ανέγερσης γραφείων των κεντρικών υπηρεσιών της Δ.Ε.Η. σε εκτός σχεδίου περιοχή του Δήμου Παλλήνης. – Εάν κατά την προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση κριθεί ότι δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση του προτεινόμενου έργου ή δραστηριότητας, η σχετική πράξη είναι εκτελεστή, επειδή η έκδοσή της έχει ως έννομη συνέπεια να αποκλείεται η συνέχιση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δηλαδή η έγκριση περιβαλλοντικών όρων. – Τα κτίρια γραφείων δεν αποτελούν επέκταση κτιρίων υποσταθμών ηλεκτρικού ρεύματος ή κτιρίων ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων υψηλής τάσεως, για τα οποία και μόνο επιτρέπεται ο εκσυγχρονισμός και η επέκταση, κατά το άρθρο 3 παρ. 37 του από 20.2/6.3.2003 π.δ/τος για τις χρήσεις γης στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του έτους 1923 ευρύτερη περιοχή των Μεσογείων. Εξ άλλου, η ανέγερση κτιρίων γραφείων σε περιοχές εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προϋφιστάμενων του έτους 1923 προβλέπεται και ρυθμίζεται ειδικώς στο άρθρο 5 του από 24.5.1985 π.δ/τος, στο οποίο ορίζονται διαφορετικοί όροι δόμησης από εκείνους οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου διατάγματος, για τους υποσταθμούς ηλεκτρικού ρεύματος και τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε υψηλή τάση. – Απορρίπτει την αίτηση.

115 Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα Ε΄) 227/2020: Αίτηση ακύρωσης κατά πράξεων περί απόρριψης της προτεινόμενης θέσης και της ΜΠΕ έργου φωτοβολταϊκού σταθμού στο Δήμο Κρωπίας. – Τόσο οι γενικές κατευθύνσεις που περιέχονται στα ειδικά χωροταξικά σχέδια, όσο και οι ειδικότερες ρυθμίσεις των ειδικών χωροταξικών σχεδίων, αναπτύσσουν νομική δεσμευτικότητα, αν και καταλείπουν ευρύτατη ευχέρεια κατά την εφαρμογή τους από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης, τούτο δε όχι μόνο κατά την έγκριση ρυθμιστικών και γενικών πολεοδομικών σχεδίων και κάθε είδους σχεδίων χρήσεων γης, αλλά και κατά την έκδοση εγκρίσεων και αδειών για την εγκατάσταση και λειτουργία έργων ανάπτυξης των σχετικών παραγωγικών δραστηριοτήτων, υπό τον όρο, πάντως, ότι δεν ανατρέπονται οι βασικές επιλογές και η συνολική ισορροπία των σχεδίων αυτών. – Σε περίπτωση που προϋφιστάμενα του Ειδικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ περιφερειακά χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια έρχονται σε αντίθεση προς το περιεχόμενο του Ειδικού Πλαισίου, υπερισχύουν οι κατευθύνσεις και ρυθμίσεις, οι οποίες εισάγονται με το τελευταίο, προς τις οποίες πρέπει να εναρμονιστούν τα εν λόγω σχέδια, τροποποιούμενα αναλόγως, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι το Ειδικό Πλαίσιο είναι μεταγενέστερο και αφορά ειδικώς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, παρέχεται η δυνατότητα χωροθέτησης έργων ΑΠΕ με άμεση εφαρμογή του ως άνω Ειδικού Πλαισίου και πριν την εναρμόνιση προς αυτό προϋφιστάμενων χωροταξικών και πολεοδομικών σχεδίων. – Σε εναρμόνιση με το Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το ήδη ισχύον και μεταγενέστερο της κρινόμενης αίτησης Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθηνών (ν. 4277/2014) περιλαμβάνει ειδική χωροταξική ρύθμιση για τα φωτοβολταϊκά πάρκα, σύμφωνα με την οποία η εγκατάσταση των έργων αυτών απαγορεύεται, καταρχήν, σε ζώνες προστασίας ορεινών όγκων, καθίσταται, όμως, κατ’ εξαίρεση δυνατή σε ζώνες υποδοχής μικρής έκτασης, υποδεικνυόμενες από τα εκάστοτε εκδιδόμενα διατάγματα προστασίας των ορεινών όγκων υπό τις εκεί ρητώς οριζόμενες προϋποθέσεις: Οι εν λόγω ζώνες δεν πρέπει να αποτελούν περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής, ιστορικής και τοπικής αξίας, δεν πρέπει να αντίκεινται στο χωροταξικό σχεδιασμό της ρυθμιζόμενης περιοχής, αλλά πρέπει να αξιοποιούν τα υφιστάμενα δίκτυα υποδομών και να παρέχουν ανταποδοτικά οφέλη για την αναβάθμιση του περιβάλλοντος, η συνολική δε μελέτη να ενσωματώνει και τη συνιστώσα του τοπίου. –Ο ορεινός όγκος του Υμηττού προστατεύεται αδιάπαυστα με ένα πλέγμα διατάξεων κανονιστικών διαταγμάτων, οι οποίες, σε συμφωνία με το άρθρο 24 του Συντάγματος και σε συμμόρφωση με τις κατευθύνσεις και υποδείξεις του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών, αποσκοπούν, προεχόντως, στην πληρέστερη δυνατή προστασία του ως ευπαθούς οικοσυστήματος και στη διαφύλαξη και ανάδειξη του χαρακτήρα του ως χώρου πρασίνου και αναψυχής, επιπροσθέτως δε, στην ανάσχεση της άναρχης δόμησης στην περιοχή και στην προστασία της γεωργικής γης. Κατά συνέπεια, έργα κατ΄ αρχήν μη συμβατά με τον προστατευόμενο χαρακτήρα της περιοχής του Υμηττού ως τόπου πρασίνου και αναψυχής, όπως είναι τα φωτοβολταϊκά πάρκα, δεν δύνανται να επιτραπούν ipso iure, ως αυτόθροη συνέπεια της ακύρωσης του από 14.6.2011 π.δ/τος προστασίας του Υμηττού. Η αυξημένη προστασία που απολαμβάνει η περιοχή του ορεινού όγκου του Υμηττού δεν τελεί σε αντίθεση με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, σύμφωνα με τις οποίες οι ορεινοί όγκοι δεν συγκαταλέγονται στις ζώνες αποκλεισμού φωτοβολταϊκών πάρκων, αντιθέτως δε, βάσει του ίδιου ως άνω Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, οι χωροταξικές και περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες της περιοχής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τη Διοίκηση σε κάθε περίπτωση εξέτασης αιτήματος αδειοδότησης έργου ΑΠΕ.– Επειδή μετά την ακύρωση του από 14.6.2011 π.δ/τος ως προς τον Δήμο Κρωπίας, με την απόφαση 2355/2017 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι προσβαλλόμενες πράξεις έχασαν το νόμιμο έρεισμά τους. Για τον λόγο αυτό, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις. Εφόσον, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, οι πάγιες διατάξεις για τα φωτοβολταϊκά έργα του άρθρου 17 του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ δεν δύνανται να τύχουν ευθείας εφαρμογής, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να ρυθμίσει την ένδικη περίπτωση λαμβάνοντας προεχόντως υπόψη την επιτακτική ανάγκη καθορισμού επί του ορεινού όγκου του Υμηττού ζωνών προστασίας, σύμφωνα με την οποία, προκειμένου να επιτραπούν εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών έργων στο όρος Υμηττός, πρέπει να καθοριστούν μικρής έκτασης ειδικές ζώνες υποδοχής.

123 Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα Ε΄) 450/2020: Έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης για τη χορήγηση άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό σταθμό. – Οι δικαστικές αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει, για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών. Δεν αρκεί για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου η μη αυτοτελής, επ’ ευκαιρία δηλαδή και σε επίρρωση της προβολής σχετικών λόγων, επίκληση ή παράθεση του περιεχομένου δικαστικών αποφάσεων και μάλιστα όχι για την ανάδειξη της ως άνω αντίθεσης, αλλά ως παραδειγμάτων “ορθής” υπαγωγής, σε άλλες υποθέσεις, των πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες κανόνες. – Το Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τις ΑΠΕ, καθ’ ο μέρος προβλέπει, στο άρθρο του 22, την υποχρέωση εναρμόνισης υποκείμενων μέσων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως είναι οι ΖΟΕ, προς τις γενικές κατευθύνσεις και τις ειδικότερες προβλέψεις του, παρέχει τη δυνατότητα χωροθέτησης έργων ΑΠΕ με άμεση εφαρμογή του Ειδικού Σχεδίου και πριν την εναρμόνιση προς αυτό προϋφιστάμενων χωροταξικών και πολεοδομικών σχεδίων, περιέχει δε ρύθμιση εφαρμοστέα κατά την έκδοση σχετικών ατομικών πράξεων χωροθέτησης. – Απορρίπτει την έφεση.

128 Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα Ε΄) 1234/2020: Αίτηση ακύρωσης κατά της ΑΕΠΟ και των τροποποιητικών αυτής πράξεων του έργου της γραμμής μεταφοράς ΚΥΤ Πάτρας–ΚΥΤ Μεγαλόπολης του ΑΔΜΗΕ. – Η ανάρτηση ΑΕΠΟ και των τροποποιητικών αυτής πράξεων στον ειδικό δικτυακό τόπο «aepo.ypeka.gr» του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και στον ιστότοπο «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» δεν αρκεί, κατά τα μέχρι τούδε γενόμενα δεκτά, για να θεμελιώσει τεκμήριο γνώσης τους. – Για την τροποποίηση έργου της πρώτης ή της δεύτερης κατηγορίας, για το οποίο έχει ήδη εκδοθεί σχετική πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, δεν απαιτείται, κατ’ αρχήν, η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στον νόμο για την αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων, με την σύνταξη και υποβολή νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εφόσον, κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, από την τροποποίηση δεν επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον ούτε παρατηρούνται ουσιώδεις μεταβολές των δεδομένων επί των οποίων στηρίχθηκε η αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Η σχετική κρίση της Διοίκησης, η οποία αρκεί να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης περί τροποποίησης των περιβαλλοντικών όρων, χωρίς να απαιτείται έκδοση ιδιαίτερης πράξης, πρέπει να στηρίζεται σε πρόσφορα στοιχεία και κριτήρια, αναγόμενα (α) στον σχεδιασμό, την εξέλιξη και την λειτουργία του έργου, (β) στην τυχόν υλοποίηση των περιβαλλοντικών όρων και περιορισμών που έχουν επιβληθεί και στην αποτελεσματικότητά τους, (γ) σε ενδεχόμενες μεταβολές που έχουν επέλθει στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, (δ) σε ενδεχόμενες μεταβολές του νομοθετικού καθεστώτος που ισχύει στην περιοχή του έργου, ιδίως δε του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και των κανόνων προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς και (ε) σε ενδεχόμενη ουσιαστική μεταβολή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών στο διάστημα που έχει παρέλθει από την έκδοση της απόφασης έγκρισης των αρχικών περιβαλλοντικών όρων. – Οι τροποποιήσεις που επέφερε στην εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου η τροποποιητική της αρχικής ΑΕΠΟ απόφαση δεν ήταν ουσιώδεις, διότι αφορούσαν σημειακές τροποποιήσεις της όδευσης της γραμμής μεταφοράς και μετατόπιση μικρού αριθμού πυλώνων, ώστε να απομακρύνεται κατά το δυνατό η διέλευσή της από τα όρια οικισμών, μεταβάλλοντας, μη ουσιωδώς, την συνολική όδευση και τις θέσεις των πυλώνων και επιφέροντας μικρές αλλαγές στον σχεδιασμό του έργου, η δε αρχική ΑΕΠΟ εξακολουθεί να ισχύει κατά τα λοιπά, όπως ρητώς αναφέρεται στην ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη. Συνεπώς, δεν απαιτείτο να ακολουθηθεί η τυπική διαδικασία υποβολής νέας ΜΠΕ. – Από την μελέτη δεν προκύπτει ότι αναμένονται δυσμενείς συνέπειες στην υγεία από την τροποποίηση της όδευσης της γραμμής μεταφοράς, ώστε να απαιτείται, εκ του λόγου αυτού, η συμμετοχή και επιστημόνων υγείας στην εκπόνηση της συμπληρωματικής μελέτης. –Εφόσον στη συμπληρωματική μελέτη περιλαμβάνεται ειδικό κεφάλαιο, στο οποίο αξιολογούνται οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία και η μελέτη συνοδεύεται από εκπονηθείσα από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων του Πανεπιστημίου Πατρών έκθεση από την οποία προκύπτει ότι οι μέγιστες δυνατές τιμές της γραμμής μεταφοράς είναι κατά πολύ μικρότερες από τα αντίστοιχα επιτρεπόμενα όρια έκθεσης και επομένως το εξεταζόμενο έργο, κατά την μετατόπιση της γραμμής σε απόσταση μεγαλύτερη της αρχικώς επιλεγείσης, πληροί τις απαιτήσεις για την προστασία της υγείας των ανθρώπων έναντι των ηλεκτρικών και των μαγνητικών πεδίων, ο σχετικός λόγος ακύρωσης στο σύνολό του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. – Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.

134 Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα Ε΄) 1850/2020: Αίτηση ακύρωσης κατά της τροποποίησης-ανανέωσης της ΑΕΠΟ του ΑΗΣ της ΔΕΗ στον Άγιο Δημήτριο Κοζάνης. – Η ανανέωση ή και τροποποίηση της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων είναι επιτρεπτή πριν από τη λήξη ισχύος αυτών ή, πάντως, εντός ευλόγου χρόνου από τη λήξη τους, άλλως, απαιτείται να τηρηθεί εξ αρχής η διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Για την παράταση ισχύος των περιβαλλοντικών όρων δεν απαιτείται να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται κατά νόμο για την αρχική έγκρισή τους, με τη σύνταξη και υποβολή νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων της οικείας κατηγορίας, εάν, κατά την αιτιολογημένη κρίση του αρμοδίου για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων οργάνου, δεν επέρχονται ουσιώδεις μεταβολές των δεδομένων, επί των οποίων στηρίχθηκε η αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων ή ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Ειδικότερα, η σχετική κρίση της Διοίκησης πρέπει να στηρίζεται σε πρόσφορα στοιχεία και κριτήρια αναγόμενα α) στο σχεδιασμό, την εξέλιξη και λειτουργία του έργου, β) στην υλοποίηση των περιβαλλοντικών όρων και περιορισμών που έχουν επιβληθεί και στην αποτελεσματικότητά τους, γ) σε ενδεχόμενες μεταβολές που έχουν επέλθει στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, δ) σε ενδεχόμενες μεταβολές του νομοθετικού καθεστώτος που ισχύει στην περιοχή του έργου ή της δραστηριότητας και ιδίως του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και των κανόνων προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς και ε) σε ενδεχόμενη ουσιαστική μεταβολή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, κατά το διάστημα που έχει παρέλθει από την έκδοση της αρχικής απόφασης. Καθ’ όσον δε αφορά στην τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων, πρέπει να εκτιμάται και ο σκοπός τους, η επίδρασή τους στην όλη λειτουργία του έργου και οι περιβαλλοντικές συνέπειες που η τροποποίηση συνεπάγεται. Η προβλεπόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 4014/2011 προθεσμία των δύο μηνών πριν την λήξη της ΑΕΠΟ, η οποία τάσσεται στον φορέα του έργου για την κατάθεση του φακέλου ανανέωσης και ορίζεται ως “εμπρόθεσμη” υποβολή του, δεν συνδέεται με την δυνατότητα ανανέωσης ή μη της υφισταμένης ΑΕΠΟ, αλλά μόνον με τη διατήρησή της και μετά την λήξη της ισχύος της. Συνεπώς, η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής εκ μέρους του φορέα της δραστηριότητας δεν συνεπάγεται την οριστική απώλεια της δυνατότητας ανανέωσης της ΑΕΠΟ, αλλά μόνον την διακοπή υλοποίησης του έργου μέχρι είτε την, εντός ευλόγου χρόνου από την λήξη τους, ανανέωση των περιβαλλοντικών όρων, είτε την έγκριση νέων, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, επέρχονται ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. – Η προσβαλλόμενη αφορά την ανανέωση και μη ουσιώδεις τροποποιήσεις της αρχικής ΑΕΠΟ και για το λόγο αυτό δεν υφίστατο υποχρέωση εκπόνησης νέας ΜΠΕ. – Επειδή με την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ δεν εισήχθησαν ουσιώδεις τροποποιήσεις στην περιβαλλοντική αδειοδότηση και δεν απαιτείτο η υποβολή νέας ΜΠΕ, δεν υπήρχε υποχρέωση δημοσιοποίησης των στοιχείων που υποβλήθηκαν για την ανανέωση και τροποποίηση της ΑΕΠΟ, με την τήρηση της διαδικασίας συμμετοχής του ενδιαφερόμενου κοινού. – Η κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων ενός έργου στον προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι, πριν από την έγκρισή του, προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του έργου που θα μπορούσαν, είτε η καθεμία από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατήρησης του τόπου αυτού, η δε αρμόδια αρχή επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας μόνον εφόσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του. Η εν λόγω δέουσα εκτίμηση πρέπει να διενεργείται και σε σχέδια ή έργα που χωροθετούνται μεν εκτός προστατευόμενων τόπων, πλην, όμως, είναι πιθανόν, λόγω της άμεσης γειτνίασής τους, του μεγέθους τους ή της έντασης των επεμβάσεων που συνεπάγονται, να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτούς. – Επειδή, με την προσβαλλόμενη πράξη δεν αδειοδοτείται το πρώτον Ενεργειακό Σύμπλεγμα ούτε Ατμοηλεκτρικός Σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά εγκρίνεται η ανανέωση και μη ουσιώδης, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων λειτουργίας συγκεκριμένου και υφισταμένου από μακρού ΑΗΣ. Προεχόντως για το λόγο αυτό, δεν απαιτείτο, προτού εκδοθεί η προσβαλλόμενη, η ένταξη του εν λόγω ΑΗΣ σε μακροχρόνιο εθνικό στρατηγικό ενεργειακό σχεδιασμό για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ο οποίος μάλιστα συνδέεται με τη χορήγηση της άδειας εγκατάστασης και της άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. – Κατά τη Σύμβαση Espoo η υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών να μεριμνούν για την εκπόνηση εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων υφίσταται πριν ληφθεί η απόφαση παροχής άδειας ή εκκίνησης μιας προτεινόμενης δραστηριότητας που ενδέχεται να έχει σημαντικές δυσμενείς διασυνοριακές επιπτώσεις. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη αφορά ανανέωση και τροποποίηση επί τα βελτίω των περιβαλλοντικών όρων λειτουργίας του από μακρού υφισταμένου ΑΗΣ, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται πριν από την έκδοσή της η εκτίμηση των επιπτώσεων της λειτουργίας του στα γειτονικά κράτη και η τήρηση των διαδικασιών που θεσπίζει η Σύμβαση Espoo. – Εν μέρει καταργεί τη δίκη και κατά τα λοιπά απορρίπτει την αίτηση.

153 Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα Δ΄- 7μελής) 1881/2020: Αίτηση ακύρωσης κατά δύο σημειωμάτων της ΛΑΓΗΕ Α.Ε. περί έκδοσης από το λήπτη τους πιστωτικών τιμολογίων για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που αυτός διατηρεί. – Για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από Α.Π.Ε. και εγχέεται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο καταρτίζεται σύμβαση πώλησης μεταξύ της ΛΑΓΗΕ Α.Ε., ως Λειτουργού της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, και του κατόχου της οικείας άδειας παραγωγής. Τον χαρακτήρα της συμβατικής αυτής σχέσης ως συμβάσεως του ιδιωτικού δικαίου, κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο (εφ’ όσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου), δεν αναιρεί ο καθορισμός από τον νομοθέτη (και όχι από τα συναλλασσόμενα μέρη) ουσιώδους στοιχείου της σύμβασης της πώλησης όπως είναι το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας. Περαιτέρω, οι πράξεις της ΛΑΓΗΕ Α.Ε., με τις οποίες, κατ’ εφαρμογήν των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιορίζεται το οφειλόμενο στον παραγωγό τίμημα για την ηλεκτρική ενέργεια από Α.Π.Ε., εκδίδονται στο πλαίσιο της συμβατικής αυτής σχέσης και προκαλούν, ως εκ τούτου, στην περίπτωση ένδικης αμφισβήτησής τους, διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων (μειοψ.). – Απορρίπτει την αίτηση.

161 Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα Β΄) 2341/2020: Αίτηση ακύρωσης κατά πράξης Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης περί ακύρωσης κανονιστικών ρυθμίσεων απόφασης Δημοτικού, με τις οποίες επεβλήθησαν στη ΔΕΔΔΗΕ τέλος χρήσης κοινοχρήστων χώρων και υπεδάφους. – Από το συνδυασμό των διατάξεων της παραγράφου 8 του άρθρου 123 του ν. 4001/2011, της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του α.ν. 1672/1951 και της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του β.δ. της 24.9/20.10.1958 η ΔΕΔΔΗΕ απαλλάσσεται από τα δημοτικά τέλη χρήσης κοινοχρήστων χώρων και υπεδάφους σε σχέση με το δίκτυο διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή η απαλλαγή δικαιολογείται, αφού η ΔΕΔΔΗΕ έχει τη διαχείριση του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η δε ανάπτυξη, συντήρηση και λειτουργία του αποτελεί μη ανταγωνιστική δραστηριότητα. – Η απαλλαγή αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 107 της ΣΛΕΕ, επειδή δεν τίθεται ζήτημα κρατικής ενίσχυσης και νόθευσης του ανταγωνισμού, καθώς η διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα δεν έχει απελευθερωθεί. – Απορρίπτει την αίτηση.

168 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (Τμήμα ΙΑ΄- Ακυρωτικό) 1141/2020: Αίτηση ακύρωσης κατά πράξης της Ρ.Α.Ε. περί απόρριψης χορήγησης άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό σταθμό. –Δεν επιτρέπεται η χορήγηση άδειας παραγωγής για σταθμούς ΑΠΕ στις χαρακτηρισμένες από την Ρ.Α.Ε. κορεσμένες περιοχές, εκτός αν αυτές αφορούν σε σταθμούς, η σύνδεση των οποίων προτείνεται να πραγματοποιηθεί σε περιοχή με μη κορεσμένο δίκτυο. – Η αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου δεν είναι εφαρμοστέα, όταν η διοίκηση δρα κατά δεσμία αρμοδιότητα βάσει ρητής νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης, όπως στην περίπτωση απόρριψης από την Ρ.Α.Ε. αίτησης χορήγησης άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό σταθμό σε κορεσμένη περιοχή. – Απορρίπτεται η αίτηση.

171 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (Τμήμα 18ο Τριμελές) 3588/2020: Προσφυγή προμηθεύτριας κατά πράξης της Ρ.Α.Ε., η οποία περιλαμβάνει αφ΄ ενός την επιβολή σε βάρος της σύστασης να απόσχει από κάθε δραστηριότητα που ελέγχεται ως μη συμβατή με τους όρους της υπουργικής απόφασης για τη χορήγηση άδειας προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και πράξης της Ρ.Α.Ε. για τις «Εμπορικές πρακτικές προώθησης και πώλησης υπηρεσιών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας», αφ΄ ετέρου την παραπομπή της υπόθεσης όσον αφορά το ζήτημα τυχόν παρανόμου επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας στην καθ’ ύλην αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα προς διαπίστωση τυχόν παραβάσεων. – Ο νομοθέτης θεωρεί τη σύσταση αυτοτελή διοικητική κύρωση, η οποία αποτελεί την ηπιότερη δυνατή στην κλίμακα των επιβαλλόμενων κυρώσεων, αφού έχει προειδοποιητικό-κυρωτικό χαρακτήρα για την επιβολή περαιτέρω κυρώσεων. – Με τη δραστηριότητά της η Δ.Ε.Η., ως κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά, ενόψει της μονοπωλιακής ισχύος της πριν την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, επιδίωξε να εκμεταλλευθεί τη θέση της, που της εξασφάλισε πρόσβαση στην πληροφόρηση, την οποία δεν διέθεταν οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές, ως προς τη συμπεριφορά της δε αυτή δεν προβάλλει καμία αμφισβήτηση, αλλά ούτε επικαλείται στοιχεία δικαιολογούντα αυτή. – Απορρίπτει την προσφυγή.

• Ενωσιακή

178 Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα) απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019 στην υπόθεση C-280/18 [Alain Flausch κλπ κατά Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Υπουργού Οικονομικών, Υπουργού Τουρισμού, Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής]: Αίτηση προδικαστικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας αναφορικά με την ερμηνεία των άρθρων 6 και 11 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (οδηγία ΕΠΕ). – Ελλείψει κανόνων του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τους διαδικαστικούς όρους υπό τους οποίους τα κράτη μέλη πρέπει να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους περί ενημερώσεως του κοινού και συμμετοχής του στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον, εναπόκειται, κατά πάγια νομολογία, στην εσωτερική έννομη τάξη εκάστου κράτους μέλους να ρυθμίζει το ζήτημα των εν λόγω όρων βάσει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι όροι αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί εκείνων που διέπουν παρεμφερείς περιπτώσεις εσωτερικού χαρακτήρα (αρχή της ισοδυναμίας) και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας). – Βάσει του άρθρου 6§4 της οδηγίας ΕΠΕ, στο ενδιαφερόμενο κοινό πρέπει να παρέχονται πραγματικές δυνατότητες να συμμετάσχει εγκαίρως στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων επί ζητημάτων σχετικών με το περιβάλλον. Οι συνθήκες προσβάσεως στον φάκελο της διαδικασίας συμμετοχής πρέπει να παρέχουν στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να ασκεί αποτελεσματικώς τα δικαιώματά του, όπερ προϋποθέτει δυνατότητα ευχερούς προσβάσεως στον εν λόγω φάκελο. Σύμφωνα με το άρθρο 6§5 της οδηγίας ΕΠΕ, οι ακριβείς όροι της διαβουλεύσεως με το ενδιαφερόμενο κοινό καθορίζονται από τα κράτη μέλη, η δε διάταξη αυτή απλώς μνημονεύει, χάριν παραδείγματος, «την υποβολή γραπτών προτάσεων ή τη διενέργεια δημοσκοπήσεων». Το άρθρο 6 της οδηγίας ΕΠΕ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να διεξάγει τις σχετικές με έργο διαδικασίες συμμετοχής του κοινού στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων στην έδρα της αρμόδιας περιφερειακής διοικητικής αρχής και όχι στον Δήμο όπου βρίσκεται ο τόπος υλοποιήσεως του έργου αυτού, όταν οι συγκεκριμένοι όροι διεξαγωγής δεν διασφαλίζουν την ουσιαστική τήρηση των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου κοινού, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο. – Το άρθρο 11 της οδηγίας ΕΠΕ έχει ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται μόνο στις πτυχές διαφοράς οι οποίες συνίστανται στην προβολή του δικαιώματος του ενδιαφερομένου κοινού να συμμετέχει στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σύμφωνα με τους συγκεκριμένους κανόνες που καθορίζονται συναφώς από την οδηγία. Αντιθέτως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού τα ένδικα βοηθήματα τα οποία στηρίζονται στις λοιπές διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, κατά μείζονα δε λόγο τα ένδικα βοηθήματα τα οποία στηρίζονται σε οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, είτε της Ένωσης είτε των κρατών μελών. Δεδομένου, επίσης, ότι στην οδηγία ΕΠΕ δεν προβλέπεται κανένας κανόνας σχετικός με την αφετηρία και τον υπολογισμό των προθεσμιών για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, διαπιστώνεται ότι βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν τα ζητήματα αυτά να καταλείπονται στη διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών. Δεν θα ήταν συμβατό με την αρχή της αποτελεσματικότητας να αντιτάσσεται σε ορισμένο πρόσωπο η προθεσμία σε περίπτωση κατά την οποία η συμπεριφορά των εθνικών αρχών, σε συνδυασμό με την ύπαρξη της προθεσμίας, θα είχε ως συνέπεια να στερεί από το πρόσωπο αυτό κάθε δυνατότητα να επικαλεσθεί τα δικαιώματά του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δηλαδή σε περίπτωση κατά την οποία η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου βοηθήματος οφείλεται σε συμπεριφορά των αρχών. Τα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας ΕΠΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να αντιτάσσεται σε μέλη του ενδιαφερόμενου κοινού προθεσμία για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος της οποίας αφετηρία συνιστά η δημοσιοποίηση της εγκρίσεως έργου διά της αναρτήσεως στο διαδίκτυο, όταν τα μέλη αυτά του ενδιαφερόμενου κοινού δεν είχαν προηγουμένως τη δυνατότητα να ενημερωθούν επαρκώς για τη διαδικασία αδειοδοτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.

181 Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δέκατο τμήμα) απόφαση της 30ης Απριλίου 2020 στην υπόθεση C-5/19 [«Оvergas Mrezhi» AD, «Balgarska gazova asotsiatsia» κατά Komisia za energiyno i vodno regulirane»]: Αίτηση προδικαστικής απόφασης του Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) για την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 1 έως 3, και άρθρο 41, παράγραφος 16 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ. – Τα κράτη μέλη έχουν την δυνατότητα να εκτιμούν αν, χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, πρέπει να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που παρεμβαίνουν στον τομέα του φυσικού αερίου υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας όσον αφορά την τιμή παροχής φυσικού αερίου προκειμένου, μεταξύ άλλων, να κατοχυρώσουν την ασφάλεια του εφοδιασμού και την τακτική παροχή, με την επιφύλαξη ότι πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπει η εν λόγω οδηγία - Δεν αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους προβλέπουσα ότι το κόστος που απορρέει από τις υποχρεώσεις αποθηκεύσεως φυσικού αερίου οι οποίες επιβάλλονται στις επιχειρήσεις φυσικού αερίου για τη διασφάλιση του εφοδιασμού με φυσικό αέριο και της τακτικής παροχής του στο εν λόγω κράτος μέλος βαρύνουν εξ ολοκλήρου τους πελάτες των εν λόγω επιχειρήσεων, οι οποίοι ενδέχεται να είναι ιδιώτες, υπό την προϋπόθεση ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση επιδιώκει σκοπό γενικού οικονομικού συμφέροντος, ότι είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και ότι οι υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που αυτή προβλέπει είναι σαφώς καθορισμένες, διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες και διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων φυσικού αερίου της Ένωσης στους εθνικούς καταναλωτές - Δεν αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία απαλλάσσει την κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους από την υποχρέωση τηρήσεως ορισμένων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας οι οποίες διέπουν τη διαδικασία εκδόσεως κανονιστικών πράξεων, οσάκις η αρχή αυτή εκδίδει πράξη με την οποία επιβάλλεται υποχρέωση παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία διασφαλίζει ότι η πράξη αυτή είναι σύμφωνη με τις ουσιαστικές απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως, είναι πλήρως αιτιολογημένη, είναι διαθέσιμη στο κοινό, προστατεύοντας συγχρόνως, την εμπιστευτικότητα των τυχόν εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

188 Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πέμπτο τμήμα) απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020 στην υπόθεση C‑378/19 [Prezident Slovenskej republiky παρισταμένων των Národná rada Slovenskej republiky, Vláda Slovenskej republiky]: Αίτηση προδικαστικής απόφασης του Ústavný súd Slovenskej republiky (Συνταγματικού Δικαστηρίου της Σλοβακικής Δημοκρατίας) αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 35, παράγραφοι 4 και 5 της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 211, σ. 55)- Τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητά της, έχουν όμως ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή της μεθόδου και των μέσων για την εφαρμογή της. Κατά συνέπεια, η ελευθερία αυτή ουδόλως απαλλάσσει τα κράτη μέλη αποδέκτες της οδηγίας από την υποχρέωση να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας, σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο από αυτήν σκοπό. – Στην περίπτωση των δημοσίων φορέων, η έννοια της ανεξαρτησίας τους προσδιορίζει κατά κανόνα, σύμφωνα με το σύνηθες περιεχόμενό της, ένα καθεστώς που διασφαλίζει στο φορέα τη δυνατότητα να δρα ελεύθερα σε σχέση με τους οργανισμούς έναντι των οποίων πρέπει να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του, χωρίς να υπόκειται σε οδηγίες και σε πιέσεις. – Οι ρυθμιστικοί φορείς ενεργείας πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητοι από οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό συμφέρον και να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις σε κάθε συναφές ρυθμιστικό θέμα προκειμένου να λειτουργεί ορθώς η εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας. – Τα κράτη μέλη έχουν θεσμική αυτονομία για την οργάνωση και διάρθρωση των ρυθμιστικών αρχών τους, κατά την έννοια του άρθρου 35 της οδηγίας 2009/72, η οποία πρέπει να ασκείται με πλήρη σεβασμό των σκοπών και των υποχρεώσεων που προβλέπει η ως άνω οδηγία. Η οδηγία 2009/72 δεν απαγορεύει σε κυβέρνηση κράτους μέλους τη δυνατότητα να διορίζει και να παύει τον πρόεδρο της εθνικής ρυθμιστικής αρχής. Εντούτοις, αυτή η εξουσία διορισμού και παύσεως πρέπει να ασκείται κατά τρόπον, ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της αρχής αυτής. – Νομοθεσία κράτους μέλους η οποία, προς διασφάλιση της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, προβλέπει τη συμμετοχή εκπροσώπων υπουργείων του κράτους αυτού σε ορισμένες διαδικασίες ενώπιον της εθνικής ρυθμιστικής αρχής σχετικές με τον καθορισμό τιμών, δεν αντιτίθεται στην οδηγία 2009/72, εφόσον δεν θίγεται η ανεξαρτησία της εν λόγω αρχής κατά τη λήψη αποφάσεων.

192 Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα μείζονος συνθέσεως) απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020 στην υπόθεση C‑24/19 [A κ.λπ. κατά Gewestelijke stedenbouwkundige ambtenaar van het departement Ruimte Vlaanderen, afdeling Oost-Vlaanderen, παρισταμένης της Organisatie voor Duurzame Energie Vlaanderen VZW]: Αίτηση προδικαστικής απόφασης του Raad voor Vergunningsbetwistingen (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών σχετικά με άδειες, Βέλγιο) αναφορικά με την ερμηνεία της κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/42 έννοιας των «σχεδίων και προγραμμάτων»- Όλες οι επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρούνται αυθεντικές γλώσσες στις οποίες έχουν συνταχθεί οι πράξεις και κατά συνέπεια πρέπει καταρχήν να αναγνωρίζεται η ίδια αξία σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις μιας πράξεως της Ένωσης. – Το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2001/42 δεν καταλαμβάνει μόνον την εκπόνηση ή την έγκριση των «σχεδίων και προγραμμάτων» αλλά και τις τροποποιήσεις τους. – Θεμελιώδης σκοπός της οδηγίας 2001/42 είναι η υποβολή σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων των σχεδίων και προγραμμάτων τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον κατά το στάδιο της εκπονήσεως και πριν από την έγκρισή τους. – Στην έννοια των «σχεδίων και προγραμμάτων» εμπίπτουν μια απόφαση και μια εγκύκλιος που εκδίδονται από την κυβέρνηση ομόσπονδης οντότητας κράτους μέλους και περιέχουν αμφότερες διάφορες διατάξεις όσον αφορά την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση ανεμογεννητριών. – Σε περίπτωση που προκύψει ότι έπρεπε να πραγματοποιηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, κατά την έννοια της οδηγίας 2001/42, πριν από τη θέσπιση της κανονιστικής αποφάσεως και της εγκυκλίου επί των οποίων στηρίζεται προσβληθείσα ενώπιoν εθνικού δικαστηρίου άδεια εγκατάστασης και εκμετάλλευσης ανεμογεννητριών, με αποτέλεσμα οι πράξεις αυτές και η άδεια αυτή να μη συμβιβάζονται προς το δίκαιο της Ένωσης, το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα των εν λόγω πράξεων και της άδειας αυτής παρά μόνον αν το εσωτερικό δίκαιο του παρέχει σχετική δυνατότητα και εφόσον η ακύρωση της εν λόγω άδειας μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον εφοδιασμό ολόκληρου του οικείου κράτους μέλους με ηλεκτρική ενέργεια, τούτο δε μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο για τη θεραπεία της εν λόγω ελλείψεως νομιμότητας. Σχόλιο Θ. Ηλιόπουλος - Χ. Συνοδινός

206 Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (έβδομο τμήμα) απόφαση 17ης Σεπτεμβρίου 2020 στην υπόθεση C-92/19 [«Burgo Group SpA κατά Gestore dei Servizi Energetici SpA – GSE» παρισταμένων των Ministero dello Sviluppo economico, Autorità per l’Energia elettrica e il Gas]: Αίτηση προδικαστικής απόφασης του Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προώθηση της συμπαραγωγής ενέργειας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενέργειας και για την τροποποίηση της οδηγίας 92/42/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 52, σ. 50), του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων –Δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 της οδηγίας 2004/8 σχετικά με τα συστήματα στήριξης σε εθνικό επίπεδο δεν περιορίζεται στη συμπαραγωγή «υψηλής απόδοσης», τα κράτη μέλη δύνανται, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό, να θεσπίζουν συστήματα στήριξης εγκαταστάσεων συμπαραγωγής μη υψηλής απόδοσης. Το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/8 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία εγκαταστάσεις συμπαραγωγής που δεν χαρακτηρίζονται ως εγκαταστάσεις υψηλής απόδοσης, κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, επιτρέπεται να συνεχίσουν να υπάγονται, ακόμη και μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2010, σε σύστημα στήριξης της συμπαραγωγής δυνάμει του οποίου, ως εκ τούτου, οι εγκαταστάσεις αυτές απαλλάσσονται, μεταξύ άλλων, από την υποχρέωση αγοράς πράσινων πιστοποιητικών. – Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί.

207 Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πέμπτο τμήμα) απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020 στην υπόθεση C-44/19 [Repsol Petróleo SA κατά Administración General del Estado]: Αίτηση προδικαστικής απόφασης του Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) για την ερμηνεία του άρθρου 21, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. – Η κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων εντός μιας εγκατάστασης παραγωγής ενεργειακών προϊόντων δεν θεωρείται γενεσιουργός αιτία του φόρου επί των ενεργειακών προϊόντων, εάν η κατανάλωση συνίσταται σε ενεργειακά προϊόντα που παράγονται εντός της εγκατάστασης. – Η διατήρηση της συνοχής του καθεστώτος εναρμονισμένης φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων που θεσπίστηκε με την οδηγία 2003/96 επιβάλλει, όταν από την κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων εντός της εγκατάστασης στην οποία παρασκευάστηκαν παράγονται ταυτόχρονα ενεργειακά προϊόντα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων και μη ενεργειακά προϊόντα τα οποία αξιοποιούνται, να περιορίζεται η εφαρμογή της εξαίρεσης από τη γενεσιουργό αιτία επιβολής του φόρου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας αυτής, στο τμήμα των ενεργειακών προϊόντων που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας παραγωγής. – Ελλείψει σχετικής διευκρινίσεως στην οδηγία 2003/96, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τις λεπτομέρειες για την εκτίμηση της ποσότητας των ενεργειακών προϊόντων που είναι αναγκαία για την παραγωγή συγκεκριμένης ποσότητας άλλου ενεργειακού προϊόντος που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο θέρμανσης ή ως καύσιμο κινητήρων.

• Αλλοδαπή

211 Η με αρ. 388150 απόφαση του Conseil d'État (Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας) της 13.7.2016 (Απόσπασμα - μετάφραση αποσπάσματος: Χ. Συνοδινός και Κλ. –Ειρ. Ζερδέ): Αίτηση ακύρωσης απόφασης της γαλλικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (CRE) από προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας (η/ε) – Κώδικας Καταναλωτή – Ανταγωνισμός στην αγορά η/ε - Σύμβαση προμήθειας η/ε και σύμβαση πρόσβασης στο δίκτυο - Ενιαία σύμβαση - Αμοιβή από τους διαχειριστές δικτύου διανομής στους προμηθευτές για διαχείριση πελατών με ενιαία σύμβαση – Αντιμετώπιση συμβάσεων με ρήτρα πληρωμής προμηθευτών ως μεταβατικό μέτρο από CRE – Επιβολή περιορισμού βάσει αριθμού πελατών προμηθευτή – Πρόβλεψη δυνατότητας σύναψης ενιαίας σύμβασης δεν πρέπει να οδηγεί στην επιβάρυνση του προμηθευτή με έξοδα για λογαριασμό του διαχειριστή - Πρόβλεψη προϋπόθεσης αριθμού πελατών βλαπτική για ορισμένους προμηθευτές – Παράβαση Κώδικα Καταναλωτή - Δεκτή η αίτηση.

Editorial team   +

Η ύλη του περιοδικού βασίζεται κυρίως σε 6 άξονες:
1. Ενέργεια και Απελευθέρωση σχετικών αγορών - 2. Ενέργεια, Περιβάλλον & Προστασία καταναλωτή - 3. Ενέργεια και Ανταγωνισμός - 4. Ενέργεια και Συμβάσεις - 5. Ενέργεια και Τεχνολογία - 6. Ενέργεια και Οικονομία / Χρηματοδοτικά• Περιλαμβάνει: 1. Νομολογία - 2. Νομοθεσία - 3. Μελέτες με επιστημονική εμβάθυνση - 4. Εξειδικευμένα άρθρα - 5. Βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις

Διεύθυνση: Καθηγήτρια Γλυκερία Σιούτη, Καθηγητής Σπυρίδων Φλογαΐτης
Σύνταξη: Χάρης Συνοδινός, Απόστολος Σίνης, Δημήτρης Λελοβίτης, Χριστόφορος Πέτρου
Επιστημονική Επιτροπή: Δημοσθένης Αγορής, Αναπλ. Καθηγητής Παν. Πατρών, Πρόεδρος ΤΕΕ - Δημοσθένης Ασημακόπουλος, Καθηγητής Παν. Αθηνών, Αντιπρύτανης - Μιχ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος ΣτΕ - Παντελής Κάπρος, Καθηγητής ΕΜΠ - Ιωάννης Καράκωστας, Καθηγητής Παν. Αθηνών - Δημήτρης Λάλας, Καθηγητής Παν. Αθηνών, Πρόεδρος Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών - Δ. Λελοβίτης, Δικηγόρος, LLM - Μιχ.-Θ. Μαρίνος, Καθηγητής ΔΠΘ - Κωνσταντίνος Πανέτας, πρώην Γεν. Διευθυντής Παραγωγής ΔΕΗ - Μιχ. Παπαδόπουλος, Ομ. Καθηγητής ΕΜΠ - Χριστόφορος Πέτρου, Δικηγόρος, ΔΝ - Αθανάσιος Ράντος, Αντιπρόεδρος Συμβουλίου Επικρατείας - Aπόστολος Σίνης, Δικηγόρος, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου - Γλυκερία Σιούτη, Καθηγήτρια Παν. Αθηνών - Χάρης Συνοδινός, Δικηγόρος, ΔΝ - Σπυρίδων Φλογαΐτης, Καθηγητής Παν. Αθηνών - Θεόδωρος Φορτσάκης, Καθηγητής Παν. Αθηνών - Γεωργία Γιαννακούρου, Καθηγήτρια Παν. Θεσσαλίας - Βασίλης Χατζόπουλος, Αναπλ. Καθηγητής ΔΠΘ, Επισκέπτης καθηγητής στο Κολλέγιο της Ευρώπης στη Bruges

Subscription

For journal subscription orders, please contact one of our stores (Athens: +30 210 33 87 500, Thessaloniki: +30 2310 535 381) or send an e-mail to info@sakkoulas.gr

Current issue

Search

Sakkoulas-Online.gr

Shopping cart

Your shopping cart is empty

Login

Keep me signed in
Create account