Αστικές και Νέες εμπορικές μισθώσεις, 5η έκδ., 2026


Αστικές και Νέες εμπορικές μισθώσεις, 5η έκδ., 2026

Η παρούσα έκδοση κυκλοφορεί με ουσιαστικές αλλαγές στο περιεχόμενο του έργου, με σωρεία συμπληρώσεων, βελτιώσεων και ενημερώσεων ώστε στην πραγματικότητα να πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό νέο σύγγραμμα.

Στην παρούσα τέταρτη έκδοση, έχουν ληφθεί υπόψη και οι μεταβολές που επήλθαν με νόμους μεταγενέστερους από την προηγούμενη δ΄ έκδοση, όπως οι ν. 5221/2025 (ΦΕΚ 133 Α/28.7.2025) και 5264/2025 (ΦΕΚ 239 Α/19.12.2025) και 5282/2026 (ΦΕΚ 30 Α/27.2.2026), που επέφεραν σημαντικές τροποποιήσεις στις διατάξεις του ΚΠολΔ σε σχέση με αυτές που ίσχυαν υπό το καθεστώς των προγενέστερων τροποποιήσεων.

Στο παρόν διαπραγματευόμαστε τις μισθώσεις του Αστικού Κώδικα, τις νέες εμπορικές μισθώσεις, δηλαδή αυτές που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 4242/2014 (28.2.2014) και τις μισθώσεις του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.

Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τη μίσθωση πράγματος του Αστικού Κώδικα, το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει τις νέες εμπορικές μισθώσεις, το τρίτο μέρος τις μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών (ν. 3130/2003) και υπηρεσιών ΝΠΔΔ και το τέταρτο μέρος τη νέα δικονομία των μισθωτικών διαφορών.

Στο τέλος του βιβλίου περιέχονται τα οικεία νομοθετικά κείμενα καθώς και, όπως πάντα πλήρες αναλυτικότατο αλφαβητικό ευρετήριο καθώς και ευρετήριο διατάξεων νομοθετικών κειμένων.

Πληροφορίες έκδοσης

Τίτλος
Αστικές και Νέες εμπορικές μισθώσεις
Περιέχει: Μισθώσεις Αστικού Κώδικα Νέες Εμπορικές Μισθώσεις Μισθώσεις Δημοσίου και ΝΠΔΔ Νέα Δικονομία Μισθωτικών Διαφορών
© 2026
Έκδοση
5η έκδ.
ISBN
978-618-247-307-8
Σελίδες
1142
Τιμή
€ 90,00
Σε απόθεμα

Πίνακας περιεχομένων   +

Περιεχόμενα

Πρόλογος

Συντομογραφίες

Παραπεμπόμενη βασική βιβλιογραφία

Πρώτο Μέρος

Ρυθμίσεις Αστικού Κώδικα

Κεφάλαιο Α΄

Έννοια και στοιχεία της μίσθωσης

§ 1. Έννοια μίσθωσης

Α. Φύση μισθωτικής σύμβασης

Β. Ελευθερία συμβάσεων

Γ. Στοιχεία μίσθωσης

1. Κύρια στοιχεία

2. Διαφορά από χρησιδάνειο. 1. Παραχώρηση χρήσης πράγματος χωρίς αντάλλαγμα (αντιπαροχή: μίσθωμα) δεν αποτελεί μίσθωση αλλά άλλου είδους ενοχική σχέση, όπως π.χ. χρησιδάνειο (ΑΚ 810)

3. Φορολογικές διατυπώσεις. 1. Σύμφωνα με το άρθ.

Δ. Προσύμφωνο μίσθωσης

1. Έννοια και φύση προσυμφώνου

2. Αθέτηση υποχρέωσης από προσύμφωνο. 1. Το προσύμφωνο αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, η αθέτηση δε της υποχρέωσης από αυτό, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής εκ της οριστικής συμβάσεως κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθ. 380 επ. ΑΚ.

3. Παραγραφή – Κληρονομητό. 1. Η αξίωση από προσύμφωνο υπόκειται σε 20ετή παραγραφή.

Ε. Καταπλεονεκτική μίσθωση

ΣΤ. Εικονικότητα μίσθωσης

Ζ. Διαφορά από επίταξη

Η. Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο

Θ. Ειδικές περιπτώσεις μίσθωσης

1. Αγρομίσθωση

2. Επίμορτη αγροληψία

3. Μίσθωση άλλων προσοδοφόρων. 1. Οι διατάξεις που ισχύουν για τη μίσθωση αγροτικού κτήματος έχουν, με εξαίρεση τα άρθρα 632 έως 637, ανάλογη εφαρμογή και σε μισθώσεις όπου, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, παραχωρείται η χρήση άλλου πράγματος ή δικαιώματος και η κάρπωσή του κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης (

4. Κτηνοληψία. 1. Σε περίπτωση μίσθωσης κτηνών που δεν περιλαμβάνονται στη μίσθωση αγροτικού κτήματος, και εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση ή από την επιτόπια συνήθεια, το μαλλί και η γονή ανήκουν μισά-μισά και στα δύο μέρη, ενώ τα υπόλοιπα ωφελήματα ανήκουν στο μισθωτή. Ο μισθωτής φέρει τη δαπάνη της διατροφής (

5. Τραπεζική θυρίδα. Σύμβαση μίσθωσης πράγματος, επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθ. 574 επ. ΑΚ, είναι και εκείνη, δυνάμει της οποίας, τραπεζική ανώνυμη εταιρεία παραχωρεί σε φυσικό πρόσωπο, έναντι ανταλλάγματος, τη χρήση θυρίδας θησαυροφυλακίου, για την εναπόθεση σ’ αυτήν πολύτιμων κινητών πραγμάτων, όπως τιμαλφή, χρεόγραφα κ.λπ. Με τη σύμβαση αυτή, ειδικότερα, η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση, απέναντι στο μισθωτή, να παράσχει σ’ αυτόν τη χρήση ενός χώρου (θυρίδας) που, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, αυτός καθαυτός, είναι κατάλληλος για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις, κατά βάση καθημερινούς, κινδύνους, στην υποχρέωση δε αυτή και μόνον εξαντλείται η ευθύνη που η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει από την εν λόγω σύμβαση. Τα ως άνω πράγματα δεν παραδίδονται στην εκμισθώτρια Τράπεζα από τον εκμισθωτή, αλλά εναποτίθενται στη θυρίδα μόνον από αυτόν, ενώ η εκμισθώτρια δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο της θυρίδας. Την παραπάνω υποχρέωσή της η εκμισθώτρια τράπεζα εκπληρώνει, εφόσον η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του όλου χώρου του θησαυροφυλακίου της, οι διατυπώσεις εισόδου και εξόδου από αυτό και η φρούρηση του χώρου (με συναγερμό, φύλακες, ανιχνευτές κ.α.), αφενός μεν έχουν σχεδιαστεί από τα αρμόδια όργανά της κατά τρόπο ώστε να πληρούν τους όρους ασφάλειας, που έχουν διαμορφωθεί στη σχετική τραπεζική πρακτική, αφετέρου δε λειτουργούν πράγματι σύμφωνα με το σχεδιασμό αυτόν. Η καταλληλότητα αυτή της θυρίδας και του όλου θησαυροφυλακίου, για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων, στην οποία ο μισθωτής αποβλέπει, ενώ η εκμισθώτρια την εγγυάται, έχοντας καταστεί σιωπηρά και αυτή αντικείμενο της σχετικής σύμβασης, αποτελεί συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, η έλλειψη της οποίας παρέχει στο μισθωτή τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθ. 577 ΑΚ δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης. Από την άλλη πλευρά, ο μισθωτής έχει υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα και κατά τη λήξη της μίσθωσης να αποδώσει το μίσθιο, σύμφωνα με τα άρθ. 574 και 599 του ΑΚ. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθ. 611 ΑΚ, η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε ο μισθωτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 93 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 (ΦΕΚ 224 Α) περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, που διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του άρθ. 41 ΕισΝΑΚ και δυνάμει του άρθ. 52 περ. 3 ΕισΝ

6. Ξενοδοχειακή μίσθωση. Η μίσθωση των δωματίων ενός ξενοδοχείου, μπορεί να γίνει, είτε απ’ ευθείας από τους ενδιαφερόμενους μεμονωμένους πελάτες, είτε από ταξιδιωτικούς οργανισμούς ή τουριστικά γραφεία, που τα διαθέτουν στη συνέχεια, στους πελάτες τους (τουρίστες). Στην δεύτερη περίπτωση, που χαρακτηρίζεται, ως «χονδρική μίσθωση» θα πρόκειται για την ξενοδοχειακή μίσθωση. Η χονδρική μίσθωση ξενοδοχειακών κλινών (δωματίων) μπορεί να πάρει ανάλογα με τον νόμο, τη συμφωνία των μερών, αλλά και τη συναλλακτική πρακτική, κυρίως, δύο ειδικότερες μορφές, χωρίς να αποκλείεται φυσικά εντός των ορίων της συμβατικής ελευθερίας η επιλογή και άλλων τύπων ή και ο συνδυασμός τους. Η πρώτη μορφή αποτελεί την λεγόμενη βέβαιη εγγυημένη κράτηση, στο πεδίο λειτουργίας της οποίας ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών (και να προσφέρει και τις συναφείς ξενοδοχειακές παροχές) για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (ακριβέστερα στους υπ’ αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους - πελάτες του), ο οποίος, με τη σειρά του, οφείλει το συμφωνηθέν ολικό αντίτιμο μίσθωμα, ανεξάρτητα του εάν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών, παραχωρώντας την (τη χρήση) στους δικούς τoυ πελάτες. Η δεύτερη μορφή αποτελεί την λεγόμενη κράτηση allotment (κατά μερίδιο), που ρυθμίζεται από το άρθ. 11 της απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ 503007/29.1.1976, στην οποία (απόφαση), το άρθ. 8 ν. 1652/1986 έδωσε ισχύ τυπικού νόμου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της συμφωνίας είναι ο συμβατικός προσδιορισμός δύο ακραίων ποσοτικών ορίων μισθωμένων κλινών, ενός ανώτατου και ενός κατώτατου, εντός μιας η περισσότερων χρονικών περιόδων. Ο ξενοδόχος είναι υποχρεωμένος να διατηρεί δεσμευμένο για τον αντισυμβαλλόμενό του το ανώτατο όριο κλινών, υποχρεούμενος σε αντίθετη περίπτωση, σε αποζημίωσή του, ενώ ο μισθωτής των κλινών καταβάλει το μίσθωμα, μόνον για όσες κλίνες χρησιμοποίησε, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για τις μη χρησιμοποιηθείσες κλίνες. Η ξενοδοχειακή, κατά τα άνω σύμβαση είναι μικτή σύμβαση προεχόντως μισθωτικού χαρακτήρα, πέρα από τα στοιχεία μίσθωσης υπηρεσιών, πώλησης, προμήθειας. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13 § 1 της 503007/29.1.1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ περί κανονισμού σχέσεων ξενοδόχων και πελατών αυτών, που όπως προεκτέθηκε, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου με το άρθ. 8 ν. 1652/1986, τουριστικό γραφείο ή ταξιδιωτικός οργανισμός δικαιούται να προβεί σε ακύρωση μέρους ή του συνόλου των συμφωνηθεισών κλινών, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, εφόσον αποδεδειγμένα ειδοποιηθεί ο ξενοδόχος 21 ημέρες τουλάχιστον πριν από την άφιξη των πελατών. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η εγγυημένη κράτηση, κατά την οποία ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (στους υπ’ αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους πελάτες του), ο οποίος οφείλει το συμφωνηθέν αντίτιμο, ανεξάρτητα αν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών και αν οι πελάτες παρέμειναν οι ίδιοι ολόκληρη τη μισθωτική περίοδο ή εναλλάσσονταν. Στη σύμβαση δηλαδή αυτή, τον επιχειρηματικό κίνδυνο να μη καλυφθούν οι συμφωνηθείσες κλίνες φέρει το τουριστικό γραφείο, το οποίο βάσει της συμφωνίας θα καταβάλει το συνολικό αντίτιμο

7. Μίσθωση και διαχείριση επιχείρησης. 1. Η σύμβαση διαχείρισης επιχείρησης (management contract, contract de gestion d’ entreprise) είναι στη σύγχρονη μορφή της προϊόν της αμερικανικής πρακτικής, ωστόσο, απαντάται πλέον εκτεταμένα και στην Ευρώπη, στην οργάνωση διαφόρων οικονομικών τομέων καθώς και στις διεθνείς συναλλαγές μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Πρόκειται για μία σύμβαση –μη ρυθμιζόμενη στις περισσότερες έννομες τάξεις– με την οποία μία επιχείρηση (συνήθως εταιρεία) αναθέτει, έναντι αμοιβής, τη διαχείριση του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους των δραστηριοτήτων της σε μία άλλη εταιρία με ειδική γνώση και εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο, τη διαχειρίστρια. Επέρχεται, με τον τρόπο αυτόν, διάσπαση μεταξύ της ιδιοκτησίας της επιχείρησης και της εκμετάλλευσης αυτής, θεωρητικά δε, μπορεί να αφορά τη διαχείριση οποιασδήποτε επιχείρησης, ατομικής ή εταιρικής. Στην πραγματικότητα όμως, το οικονομικό και νομικό ενδιαφέρον της σύμβασης εστιάζεται στη διαχείριση εταιρείας. Για να μπορεί να γίνει λόγος για σύμβαση διαχείρισης εταιρείας πρέπει το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των εξουσιών εταιρικής διοίκησης να ανατίθεται σε τρίτο πρόσωπο, έναντι ανταλλάγματος. Άλλες παρεπόμενες υποχρεώσεις συνοδεύουν συνήθως την κύρια παροχή, χωρίς όμως να συνιστούν εννοιολογικά αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης. Κύρια υποχρέωση της διαχειρίστριας είναι η υποχρέωση διοίκησης, αντικείμενο της οποίας είναι είτε η διαχειριζόμενη εταιρεία ως σύνολο είτε τμήμα αυτής, εφόσον το τελευταίο παρουσιάζει οικονομική και λειτουργική αυτονομία. Αντίθετα, η ανάθεση διεκπεραίωσης ορισμένης υπόθεσης ή παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας δεν εμπίπτει στην έννοια της διαχείρισης εταιρίας. Η ανάθεση διαχείρισης μπορεί να περιλαμβάνει κάθε πράξη (νομική ή υλική) που αφορά τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της. Απλή παροχή συμβουλών ως προς τη διοίκηση δεν συνιστά διαχείριση εταιρίας. Η οριοθέτηση των εξουσιών της διαχειρίστριας εξαρτάται κάθε φορά από τις συνθήκες του δεδομένου οικονομικού τομέα και τις ανάγκες της εταιρίας που τίθεται υπό διαχείριση. Όποια και αν είναι η έκταση των αρμοδιοτήτων της διαχειρίστριας, ο επιχειρηματικός κίνδυνος ανήκει πάντα στην αναθέτουσα εταιρία. Η διαχειρίστρια διεκπεραιώνει –θεωρητικά– υπόθεση ξένη προς τα ίδια συμφέροντά της, για λογαριασμό της αναθέτουσας. Η τελευταία έχει επίσης το βάρος των μεγάλων επενδύσεων για την αγορά ή αντικατάσταση των παγίων περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης (ακινήτων και βασικού εξοπλισμού). Έτσι, η σύμβαση διαχείρισης δεν μπορεί να αρχίσει πριν την ολοκλήρωση της κατασκευής και την έναρξη λειτουργίας της υπό διαχείριση μονάδας παραγωγής. Ομοίως, η αναθέτουσα οφείλει να εξασφαλίσει ότι η μονάδα πληροί τους όρους κατασκευής και εξοπλισμού που έχει θέσει η διαχειρίστρια ως προϋπόθεση ένταξης στο δίκτυό της. Η διάρκεια της σύμβασης διαχείρισης εξαρτάται επίσης από τις συνθήκες που ισχύουν στο συγκεκριμένο οικονομικό τομέα και τις ανάγκες της εταιρίας που τίθεται υπό διαχείριση. Στον ξενοδοχειακό τομέα λόγου χάρη, η διάρκεια κυμαίνεται μεταξύ 10 και 20 ετών. Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, η διαχειρίστρια δικαιούται αμοιβή. Κατά κανόνα, η αμοιβή αυτή καθορίζεται ως ποσοστό επί του κύκλου εργασιών ή των καθαρών εσόδων της αναθέτουσας εταιρίας. Μερικές συμβάσεις προβλέπουν την καταβολή ενός συμπληρωματικού ποσού σε περίπτωση που η διαχειρίστρια εξασφαλίζει στην υπό διαχείριση εταιρία πρόσβαση στο διεθνές δίκτυο διανομέων και πρακτόρων καθώς και στο κεντρικό πελατολόγιό της. Ξεχωριστή πρόβλεψη μπορεί να υπάρχει για τις δαπάνες της διαχειρίστριας κατά τη διεξαγωγή της εταιρικής διοίκησης

8. Χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων. Από τις διατάξεις των άρθ. 822-823 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από τον παρακαταθέτη κινητό πράγμα με την υποχρέωση φυλάξεως και αποδόσεως αυτού αυτουσίου, όταν του ζητηθεί. Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται με την παράδοση του πράγματος (re) και είναι κατά κανόνα άτυπη, μπορεί δε να καταρτισθεί και με μόνη τη συμφωνία πριν από την παράδοση του πράγματος, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθ. 361 ΑΚ), ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, όταν η συμφωνία για φύλαξη του πράγματος συνάγεται από τις συντρέχουσες περιστάσεις. Από την αντιπαραβολή της ανωτέρω διάταξης με αυτή του άρθ. 574 ΑΚ, που ορίζει ότι «Με τη σύμβαση μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα», προκύπτει ότι στη σύμβαση παρακαταθήκης βασική και κύρια υποχρέωση του θεματοφύλακα είναι η φύλαξη του παραδιδόμενου σε αυτόν κινητού πράγματος σε κατάλληλο προς τούτο χώρο μέχρι την απόδοσή του στον παρακαταθέτη, ενώ στη σύμβαση μίσθωσης πράγματος, η βασική υποχρέωση του εκμισθωτή είναι η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος κινητού ή ακινήτου, του οποίου η κατοχή περιέρχεται στο μισθωτή, χωρίς κατ’ αρχάς υποχρέωση φύλαξής του. Εξάλλου, αν δεν συμφωνηθεί ρητά ότι ο εκμεταλλευόμενος χώρο στάθμευσης αναλαμβάνει και την υποχρέωση φύλαξης του πράγματος που θα σταθμεύει στον χώρο αυτόν, τότε απόκειται στον δικαστή να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό της σχετικής σύμβασης, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις υπό τις οποίες συμφωνήθηκε η στάθμευση και λειτουργεί ο χώρος στάθμευσης.

§ 2. Η υπομίσθωση – Παραχώρηση χρήσης

Α. Γενικά

Β. Υπομίσθωση στις εμπορικές μισθώσεις

1. Παραχώρηση σε τρίτον

2. Παραχώρηση σε εταιρεία των μισθωτών

3. Παραχώρηση σε άλλη εταιρεία

4. Συγχώνευση της μισθώτριας εταιρείας

5. Μετατροπή της μισθώτριας εταιρείας

6. Τροποποίηση εταιρικής σύμβασης

7. Συνέπειες ανεπίτρεπτης εμπορικής υπομίσθωσης

Γ. Παραχώρηση χρήσης σε συνδικαλιστική οργάνωση (άρθ. 16 § 5 ν. 1264/1982)

Δ. Λήξη υπομίσθωσης

§ 3. Το μίσθιο

Α. Έννοια ακινήτου

Β. Μίσθωση αλλοτρίου

1. Επιτρεπτό μίσθωσης

2. Μη δέσμευση δικαιούχου

3. Μη επιτρεπτό μίσθωσης δημόσιου κτήματος και κτήματος ΟΤΑ, ως αλλοτρίου.

Γ. Μίσθωση ιδίου

Δ. Ενυπόθηκο μίσθιο

Ε. Αλλαγή μισθίου

§ 4. Παραχώρηση της χρήσης του μισθίου

Α. Έννοια παραχώρησης

Β. Διατήρηση καταλληλότητας του μισθίου

1. Ευθύνη εκμισθωτή

2. Υποχρέωση του μισθωτή για προστασία του μισθίου

Γ. Καταστροφή του μισθίου

Δ. Μη παραχώρηση της χρήσης

Ε. Τήρηση καλής πίστης από τον εκμισθωτή

ΣΤ. Είδος χρήσης του μισθίου

1. Συμφωνία για τη χρήση

2. Μικτή χρήση. 1.

3. Μικτή σύμβαση. 1. Στη σύμβαση μίσθωσης δεν αποκλείεται εμπλοκή και στοιχείων άλλων συμβάσεων. Έτσι, επί μικτής σύμβασης, θα κριθεί, υπό τις ειδικότερες περιστάσεις, εάν τα μέρη απέβλεψαν σε μίσθωση πράγματος ή σε άλλη σύμβαση ή και στα δύο, οπότε εάν θεωρηθεί προέχουσα η μίσθωση θα εφαρμοστούν οι σχετικές για την οικεία σύμβαση μίσθωσης διατάξεις. Για το χαρακτηρισμό της σύμβασης δεν αποκλείεται η λήψη στοιχείων και εκτός του περιεχομένου της

§ 5. Οι συμβαλλόμενοι

Α. Γενικά

Β. Νομικά πρόσωπα

Γ. Αντιπρόσωπος – Εκπρόσωπος

1. Αντιπρόσωπος

2. Εκπρόσωπος νομικού προσώπου. 1. Δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο (

Δ. Ανίκανοι συμβαλλόμενοι

Ε. Απαγορευμένες μισθώσεις

§ 6. Τύπος μισθωτικής σύμβασης

Α. Άτυπο μισθώσεων

Β. Άτυπο τροποποιήσεων

Γ. Απόδειξη τροποποιήσεων

1. Προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς

2. Τροποποιήσεις ν. 4335/2015 – Ανεπίτρεπτο απόδειξης με μάρτυρες.

3. Επιτρεπτό, κατ’ εξαίρεση, απόδειξης με μάρτυρες

4. Συμβατικός αποκλεισμός εμμάρτυρου μέσου. Η συμφωνία των συμβαλλομένων για απαγόρευση ή περιορισμό των αποδεικτικών μέσων αποτελεί δικονομική σύμβαση. Μια τέτοια συμφωνία/όρος σε σύμβαση είναι, κατ’ αρχάς, ισχυρός

Δ. Μισθώσεις Δημοσίου – NΠΔΔ

Ε. Σύμβαση μίσθωσης ΑΕ με μέλος του ΔΣ κ.λπ

Κεφάλαιο Β΄

Διάρκεια μίσθωσης

§ 7. Η διάρκεια της μίσθωσης

Α. Γενικά

Β. Νόμιμη διάρκεια νέων εμπορικών μισθώσεων

1. Γενικά

2. Διάρκεια νέων εμπορικών μισθώσεων. 1. Στις μισθώσεις που είχαν συναφθεί πριν από την ισχύ του ν. 4242/2014 έχει εφαρμογή η ρύθμιση που εισήχθη με το άρθ. 7 §§ 6-9 ν. 2741/1999 (άρθ. 5 § 1 π.δ. 34/1995) κατά την οποία: «Η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας».

3. Διατάξεις αναγκαστικού δικαίου

Γ. Νόμιμη διάρκεια λοιπών μισθώσεων

1. Μίσθωση κατοικίας

2. Αγρομίσθωση και επίμορτη αγροληψία. 1. Σύμφωνα με το άρθ.

3. Μισθώσεις Δημοσίου

4. Μισθώσεις ΝΠΔΔ

5. Μισθώσεις σε παραμεθόριες περιοχές με το καθεστώς που ισχύει μετά τον ν. 3978/2011.

6. Μισθώσεις λατομείων

Δ. Έναρξη και λήξη μίσθωσης

1. Έναρξη μίσθωσης

2. Λήξη μίσθωσης

Ε. Λύση με διαλυτική αίρεση

ΣΤ. Διάρκεια εμπορικών υπομισθώσεων

§ 8. Παράταση και ανανέωση της μίσθωσης

Α. Τρόπος παράτασης

Β. Χρόνος σύναψης συμφωνίας παράτασης

Γ. Μη καταχρηστική η άρνηση παράτασης

Δ. Ανανέωση της μίσθωσης (Aναμίσθωση)

Ε. Μονομερής παράταση μισθώσεων για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου

1. Ρητή μονομερής παράταση με το π.δ. 19.11

2. Ρητή μονομερής παράταση με τον ν. 3130/2003

3. Προϋποθέσεις μονομερούς παράτασης

4. Διάρκεια μονομερούς παράτασης

§ 9. Πλασματική (σιωπηρή) αναμίσθωση (611 ΑΚ)

Α. Προϋποθέσεις εφαρμογής άρθ. 611 ΑΚ

Β. Νέα σύμβαση

Γ. Δικαιοπρακτική ικανότητα – Τύπος

Δ. Διάταξη ενδοτικού δικαίου

Ε. Πολλοί μισθωτές

ΣΤ. Εμπορική αναμίσθωση

Ζ. Λοιπές μισθώσεις

1. Μίσθωση προσοδοφόρου

2. Αγρομίσθωση

3. Μισθώσεις ΝΠΔΔ

Η. Μισθώσεις Δημοσίου

1. Απαγόρευση αναμίσθωσης – Σιωπηρή παράταση

2. Συνέπειες σιωπηρής παράτασης

3. Εναντίωση εκμισθωτή

Κεφάλαιο Γ΄

Μίσθωμα και αναπροσαρμογές του

§ 10. Το μίσθωμα

Α. Αντιπαροχή μισθώματος

1. Γενικά

2. Οφειλή μισθώματος

3. Εκχώρηση απαίτησης μισθώματος. 1. Από τη διάταξη του άρθ. 455 ΑΚ, που ορίζει ότι ο δανειστής με σύμβαση μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, προκύπτει ότι η μεταβίβαση της απαίτησης από τον παλιό (εκχωρητή) στο νέο δανειστή (εκδοχέα) πρέπει να γίνει με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τους (άρθ. 185, 361 ΑΚ), καθόσον δεν αρκεί μονομερής δήλωση του εκχωρητή για να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό. Η εκχώρηση είναι σύμβαση διάθεσης (εκποιητική) και αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της. Από την, κατ’ άρθ. 460 ΑΚ, αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος από τον εκχωρητή και η απαίτηση, που εκχωρήθηκε, αποκτάται από τον αναγγείλαντα εκδοχέα, ο οποίος γίνεται κύριος αυτής με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο οποίος έναντι του εκδοχέα έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή

4. Εκχώρηση απαίτησης μισθωμάτων στο Δημόσιο. 1. Από τις διατάξεις των άρθ. 455, 460, 461 και 477 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 1 § 2 και 2 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 § 7 ν. 2238/1994 «Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος» προκύπτει ότι εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων, που θεωρούνται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τη διάταξη του άρθ. 20 του ν. 2238/1994 και τα οποία αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο επιτρέπεται να μη συνυπολογίζονται στο συνολικό καθαρό εισόδημά του, εφόσον εκχωρηθούν στο Δημόσιο, χωρίς αντάλλαγμα. Η εκχώρηση γίνεται με απλή έγγραφη δήλωση του υπόχρεου σε φόρο, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της ΔΟΥ, μέσα στο οικονομικό έτος, στο οποίο τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται σε φόρο, παραδίδοντας συγχρόνως σε αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα. Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητή, με τη βεβαίωση αυτού ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαίτησης υποκαθίσταται ως προς την εκχωρούμενη απαίτηση στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτούμενης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου § 7 του ν. 2238/1994, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί περαιτέρω δημόσιο έσοδο, που εισπράττεται από τον οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Στον οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της άνω κατ’ αυτού ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαίτησης, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθ. 73 επ. ΚΕΔΕ, η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθ. 583-585

5. Διαταγή πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα

Β. Αφαίρεση ωφελημάτων (596 εδ. β΄ ΑΚ)

Γ. Είδη μισθώματος

Δ. Μίσθωμα σε χρυσό ή ξένο νόμισμα

Ε. Ύψος μισθώματος

ΣΤ. Επιβαρύνσεις του μισθώματος

1. Γενικά

2. Δαπάνες κοινοχρήστων. 1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 361, 574 και 590 ΑΚ συνάγεται ότι μπορεί στη μισθωτική σύμβαση να περιληφθεί όρος ότι ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να καταβάλει την αναλογία που βαρύνει το μίσθιο επί των κοινόχρηστων δαπανών της οικοδομής, που διέπεται από τις διατάξεις περί οροφοκτησίας

Ζ. Καθορισμός μισθώματος με τα άρθ. 371-373 ΑΚ

Η. Άκυρη μίσθωση

§ 11. Καταβολή του μισθώματος

Α. Χρόνος καταβολής του μισθώματος

1. Προθεσμία καταβολής

2. Τοκοδοσία επί υπερημερίας. 1. Σε περίπτωση οφειλής μισθώματος, το οποίο έχει συμφωνηθεί να καταβάλλεται σε ορισμένη ημερομηνία, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από τον νόμο. Προκειμένου περί αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής από οφειλόμενα μισθώματα, η καταβολή των οποίων ζητείται με τους οφειλόμενους τόκους, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να μνημονεύεται και η συμφωνηθείσα δήλη ημέρα καταβολής (πληρωμής) των μισθωμάτων

Β. Τόπος και τρόπος καταβολής του μισθώματος

Γ. Παροχή μισθώματος

Δ. Απόδειξη καταβολής μισθώματος

1. Εξοφλητική απόδειξη

2. Δικονομική σύμβαση. 1. Με το προ του ν. 4335/2015 καθεστώς γινόταν δεκτό ότι, ρήτρα στο μισθωτήριο ότι η καταβολή του μισθώματος θα αποδεικνύεται μόνον εγγράφως αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, δεν δέσμευε το δικαστήριο αφού, ενόψει της τότε διάταξης του άρθ. 650 § 1

Ε. Προκαταβολές μισθωμάτων

1. Επί αστικής μίσθωσης

2. Επί εμπορικής μίσθωσης. 1. Κατά μία άποψη, η διάταξη του άρθ. 616 ΑΚ, που αφορά την προκαταβολή μισθωμάτων, εφαρμόζεται και σε περίπτωση εκποίησης μισθίου στην εμπορική μίσθωση.

ΣΤ. Περιεχόμενο αγωγής για καταβολή μισθώματος

Ζ. Άμυνα εναγόμενου μισθωτή

Η. Ληξιπρόθεσμο μη δουλεμένων μισθωμάτων – Ποινική ρήτρα

Θ. Παραγραφή αξίωσης μισθωμάτων

1. Γενική πενταετής παραγραφή

2. Έναρξη παραγραφής

3. Πρόταση παραγραφής. 1.1. Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί (

4. Διακοπή παραγραφής

5. Παραγραφή αξιώσεων κατά Δημοσίου, ΝΠΔΔ. 1.1. Επί μισθωτή Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΦΚΑ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθ. 250 ΑΚ αλλά ειδικές διατάξεις. Έτσι, επί Δημοσίου έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθ.

6. Παραγραφή επί ΟΤΑ

§ 12. Αναπροσαρμογή μισθώματος κατ’ άρθ. 288 ΑΚ

Α. Δυνατότητα αναπροσαρμογής

Β. Δικαιούχοι αναπροσαρμογής

1. Γενικά

2. Εκποίηση μισθίου – Εκχώρηση μισθωμάτων. Επί εκποιήσεως μισθωμένου ακινήτου διαρκούσης της μισθωτικής σχέσης, ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση ως εκμισθωτής και συνεπώς νομιμοποιείται αυτός στην άσκηση της αγωγής αναπροσαρμογής του μισθώματος, η δε εκχώρηση μισθωμάτων μελλοντικών (ΑΚ 455) μεταβιβάζει μόνο την αξίωση είσπραξης των εκχωρούμενων μισθωμάτων και μόνο τη σχετική αγωγή καταβολής αυτών

3. Διαιρετό/αδιαίρετο αναπροσαρμογής. 1.1. Κατά την κρατούσα άποψη, το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος δεν είναι αδιαίρετο κατά την κτήση ή την άσκησή του, αφού η χρηματική παροχή του μισθώματος έχει διαιρετή. Έτσι, την αναπροσαρμογή μπορεί να ζητήσει με αγωγή για τη μερίδα του και ο εκμισθωτής που κατέχει ένα ποσοστό. Κατά την μάλλον κρατούσα άποψη, κάθε συνεκμισθωτής μπορεί, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθ. 480 ΑΚ, να ασκήσει αυτοτελώς αγωγή και να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος για το ποσοστό που αντιστοιχεί στην ιδανική του μερίδα στο κοινό μίσθιο ή μισθωτικό δικαίωμά του, αφού το δικαίωμα της αναπροσαρμογής, είναι διαιρετό κατά την κτήση ή την άσκησή του.

4. Πλαγιαστική άσκηση;

Γ. Έκταση εφαρμογής άρθ. 288 ΑΚ

Δ. Προϋποθέσεις αναπροσαρμογής κατ’ άρθ. 288 ΑΚ

Ε. Κανόνας αναγκαστικού δικαίου

ΣΤ. Φύση δικαιώματος

1. Διαπλαστικό δικαίωμα

2. Διαπλαστική απόφαση. Η απόφαση που θα εκδοθεί είναι

3. Τρόπος άσκησης

4. Παραίτηση/αοριστία αγωγής

Ζ. Αγωγή μισθωτή για μείωση του μισθώματος

1. Γενικά

2. Υπερημερία μισθωτή;

Η. Μισθώσεις με πλειοδοτικό διαγωνισμό

Θ. Περιεχόμενο αγωγής

1. Γενικά

2. Σώρευση καταψηφιστικού αιτήματος

3. Δικαστικό ένσημο. Λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της αγωγής, δεν οφείλεται δικαστικό ένσημο, εκτός αν σωρεύεται και καταψηφιστικό αίτημα

4. Τόκοι επί του αναπροσαρμοζόμενου μισθώματος. 1. Στην περίπτωση που υπάρχει και καταψηφιστικό αίτημα στην αγωγή, μπορούν να επιδικασθούν τόκοι. Διαφωνία υπάρχει ως προς τον χρόνο έναρξης της τοκοφορίας. Σύμφωνα με μία γνώμη, η υποχρέωση καταβολής τόκων αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Σύμφωνα με άλλη γνώμη, τόκοι οφείλονται από τον χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, ενώ αν ασκηθεί μόνο διαπλαστική αγωγή, τόκοι οφείλονται από την όχληση. Πιο σωστή φαίνεται η κρατούσα πλέον άποψη ότι τόκοι οφείλονται πάντοτε από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης.

5. Διαμεσολάβηση. Στην αγωγή αναπροσαρμογής του μισθώματος κατ’ άρθ. 288 ΑΚ, υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς και επομένως πρέπει να προσκομίζεται από τον ενάγοντα το έγγραφο του άρθ. 3 § 2 ν. 4640/2019

Ι. Άμυνα εναγομένου

ΙΑ. Συνέπειες δικαστικής αναπροσαρμογής

1. Τρόπος αναπροσαρμογής

2. Επιστροφή καταβληθέντων επί μείωσης του μισθώματος

3. Κατάργηση ρήτρας σταδιακής αναπροσαρμογής

4. Δεδικασμένο. Η απόφαση για την αναπροσαρμογή μισθώματος παράγει δεδικασμένο, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και του οποίου η έκταση προσδιορίζεται κατά τις γενικές διατάξεις (άρθ. 321 επ.

ΙΒ. Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης

§ 13. Αναπροσαρμογή μισθώματος κατ’ άρθ. 388 ΑΚ

Α. Γενικά

Β. Δυνατότητα αναπροσαρμογής κατ’ άρθ. 388 ΑΚ

Γ. Προϋποθέσεις αναπροσαρμογής κατ’ άρθ. 388 ΑΚ

Δ. Έκταση εφαρμογής άρθ. 388 ΑΚ

Ε. Φύση διάταξης

ΣΤ. Περιεχόμενο αγωγής – Άμυνα εναγομένου

Ζ. Λοιπά θέματα

§ 14. Καθορισμός και αναπροσαρμογή μισθώματος με το άρθ. 371 ΑΚ.

Α. Μη καθορισμός της παροχής

1. Γενικά

2. Επί μίσθωσης πράγματος. 1. Ουσιώδη μέρη της μίσθωσης είναι, αφενός η χρήση του πράγματος, αφετέρου δε το, διά ταύτην, καταβλητέο μίσθωμα, επί των οποίων δέον, κατά τη διάταξη του άρθ. 195 ΑΚ, να υπάρξει συμφωνία των συμβαλλομένων, άνευ της οποίας και ελλείψει προσθέτου τινός συμφώνου ή ετέρας δηλώσεως τούτων καταδεικνυούσης τη βούλησή τους όπως αυτή είναι δεσμευτική δι’ αυτούς και άνευ της πλήρους επί των άνω μερών συμφωνίας, η μίσθωσις δεν είναι κατα

Β. Αόριστη συμφωνία αναπροσαρμογής

Γ. Δίκαιη κρίση

Δ. Φύση δικαιώματος

1. Κρατούσα άποψη

2. Η άποψή μας

Ε. Εμπορικές μισθώσεις

ΣΤ. Περιεχόμενο αγωγής

§ 15. Εγγυοδοσία

Α. Έννοια

Β. Σκοπός

1. Καλή εκτέλεση της σύμβασης

2. Ποινική ρήτρα. 1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 404, 405, 406, 407 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής «εγγύησης» (στην πραγματικότητα εγγυοδοσίας), για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να συμφωνηθεί για κάθε περίπτωση παράβασης των όρων της μισθωτικής σύμβασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή, διέπεται δε, ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά τη διάταξη του άρθ. 361 ΑΚ. Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μίσθωσης και επιστρέφεται, αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά

3. Δικαίωμα εκμισθωτή. 1.1. Ο όρος στο μισθωτήριο περί μη συμψηφισμού του ποσού της εγγυοδοσίας σε μισθώματα έχει την έννοια ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται να αντιτάξει ως απαίτηση το ποσό της εγγυοδοσίας όσο διαρκεί η μίσθωση, γιατί όσο διαρκεί η μίσθωση, η ανταπαίτηση αυτή του μισθωτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη. Μετά τη λήξη όμως της μίσθωσης το ποσό της εγγυοδοσίας καταλογίζεται στις τυχόν ανεξόφλητες οφειλές του μισθωτή έστω και από μισθώματα. Έτσι, το ποσό της εγγυοδοσίας δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, να προταθεί από τον μισθωτή σε συμψηφισμό ζημίας, που υπέστη ο εκμισθωτής, διότι η ανταπαίτηση του μισθωτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη πριν από τη λήξη της μίσθωσης. Μετά όμως τη λήξη της μίσθωσης, η ανταπαίτηση του μισθωτή προς επιστροφή της εγγυοδοσίας μπορεί να προτείνεται σε συμψηφισμό απαιτήσεων του εκμισθωτή ακόμη και από μισθώματα, εκτός αν η εν λόγω εγγυοδοσία έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας και κατέπεσε υπέρ του εκμισθωτή, οπότε, εφόσον κατέπεσε, δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό

Γ. Αναπροσαρμογή

Δ. Αναμίσθωση

Ε. Τόκος

ΣΤ. Επιστροφή εγγυοδοσίας

1. Γενικά

2. Περιεχόμενο αγωγής. 1. Ο μισθωτής που επιδιώκει την επιστροφή του ποσού της εγγυοδοσίας, υποχρεούται να εκθέτει στην αγωγή του τον λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε και την αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής, διαφορετικά η αγωγή ή η ένσταση είναι αόριστη.

3. Ένσταση μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος. Ο μισθωτής μπορεί να προβάλλει την από το άρθ. 374 ΑΚ ένσταση μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος και να αρνηθεί την απόδοση του μισθίου ενόσω ο εκμισθωτής δεν του επιστρέφει το ποσό της εγγυοδοσίας κατά τη λήξη της μίσθωσης

4. Παραγραφή αξίωσης

Ζ. Εκποίηση μισθίου

Η. Καταβολή «αέρα»

§ 16. Εγγύηση

Α. Γενικά

1. Έννοια εγγύησης

2. Έγκυρη οφειλή. 1. Η εγγύηση προϋποθέτει έγκυρη κύρια οφειλή. Είναι όμως ισχυρή η εγγύηση για οφειλή που συνομολογήθηκε από πρόσωπο ανίκανο ή περιορισμένα ικανό για δικαιοπραξία, αν ο εγγυητής εγγυήθηκε για το πρόσωπο αυτό γνωρίζοντας την ανικανότητά του (

3. Φύση εγγύησης. 1. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη (με την έννοια ότι δεν εξαρτάται από εσωτερική σχέση) και ετεροβαρής και έχει παρεπόμενο χαρακτήρα. Η εγγύηση καταρτίζεται μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς τη σύμπραξη ή συναίνεση του πρωτοφειλέτη.

4. Σύμβαση μεταξύ οφειλέτη και τρίτου. Η σύμβαση εγγύησης, συναπτόμενη μεταξύ εγγυητή και δανειστή, διαφέρει από τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτη και τρίτου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εγγυηθεί το υφιστάμενο ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτου. Η σύμβαση αυτή, που είναι ανεξάρτητη από την κύρια σύμβασης της εγγύησης, δεν υπόκειται στον έγγραφο συστατικό τύπο, δημιουργεί ενοχικό δεσμό μόνον μεταξύ του τρίτου και του οφειλέτη, και εν αρνήσει του τρίτου να προβεί στην υποσχεθείσα εγγύηση υπέχει υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας του οφειλέτη. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθ. 478 και 411 ΑΚ συνάγεται, ότι η σύμβαση, με την οποία τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη να καταβάλει το χρέος του, γεννά ενοχή μόνον μεταξύ αυτού που υποσχέθηκε και του δέκτη της υπόσχεσης οφειλέτη, όχι δε και υπέρ του δανειστή. Για να αποκτήσει ο τελευταίος άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθ. 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό να συνάγεται από τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης

5. Επί αποζημίωσης χρήσης

Β. Τύπος

Γ. Ευθύνη εγγυητή

Δ. Περιεχόμενο αγωγής δανειστή κατά εγγυητή

Ε. Άμυνα εγγυητή

1. Γενικά

2. Παραγραφή. 1. Έγινε δεκτό ότι οι αξιώσεις από την εγγύηση υπόκεινται στην 20ετή παραγραφή του άρθ. 249 ΑΚ ακόμη κι αν η κύρια οφειλή υπόκειται σε βραχυπρόθεσμη παραγραφή.

3. Απόσβεση εγγύησης. 1. Κατ’ άρθ.

4. Συμψηφισμός από απαίτηση άλλου. 1. Ο εγγυητής μπορεί να αντιτάξει σε συμψηφισμό την ανταπαίτηση του πρωτοφειλέτη κατά του δανειστή, ο πρωτοφειλέτης όμως δεν μπορεί να αντιτάξει την ανταπαίτηση του εγγυητή (

5. Ένσταση δίζησης. 1. Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, εωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (

ΣΤ. Εγγύηση ορισμένου χρόνου

Ζ. Εγγύηση αόριστου χρόνου

Κεφάλαιο Δ΄

Μίσθωση και Κοινωνία

§ 17. Εκμίσθωση κοινού

Α. Γενικά

1. Συνεκμίσθωση

2. Εκμίσθωση μερίδας. 1.1. Η εκμίσθωση ιδανικής μερίδας του μισθίου προς τρίτον δεν είναι επιτρεπτή, λόγω του χαρακτήρα της χρήσης ως αδιαίρετου δικαιώματος, η σχετική δε σύμβαση είναι άκυρη διότι η εκμίσθωση ιδανικού μεριδίου από συγκοινωνό δεν επιτρέπεται παρά μόνον όταν αυτή πρόκειται να γίνει σε άλλο συγκοινωνό προκειμένου η χρήση του όλου πράγματος να περιέλθει σε έναν από αυτούς.

3. Εκμίσθωση περισσότερων μισθίων. Έγινε δεκτό ότι αν η μίσθωση περισσότερων μισθίων κριθεί ότι είναι ενιαία, όπως συμβαίνει όταν όλα τα μίσθια εκμισθώθηκαν αθρόα και ως σύνολο και καθένα από αυτά δεν μπορεί να αποχωριστεί από τα υπόλοιπα χωρίς να ζημιωθεί το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, η χρήση όλων είναι αδιαίρετη και μεταξύ των περισσότερων εκμισθωτών ή μισθωτών υπάρχει κοινωνία δικαιώματος.

Β. Πράξεις διαχείρισης

Γ. Πλειοψηφία κοινωνών

1. Απόφαση πλειοψηφίας

2. Διορισμός διαχειριστή από το δικαστήριο. 1. Αν η διοίκηση και η χρησιμοποίηση δεν καθορίστηκε με κοινή συμφωνία ή με πλειοψηφία, καθένας από τους κοινωνούς έχει δικαίωμα να ζητήσει να την κανονίσει το δικαστήριο με τον τρόπο που είναι ο πιο πρόσφορος και συμφέρει περισσότερο σε όλους τους κοινωνούς. Αν υπάρχει ανάγκη, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει διαχειριστή (

Δ. Εκμίσθωση ιδανικού μεριδίου σε συγκοινωνό

Ε. Μίσθωμα – Διαιρετή παροχή

§ 18. Καταγγελία μίσθωσης και απόδοση κοινού

Α. Αδιαίρετη η παροχή του μισθίου

Β. Καταγγελία

Γ. Ομοδικία

Δ. Άσκηση αγωγής

1. Νομιμοποίηση

2. Επί δυστροπίας. 1. Και η αγωγή για απόδοση του μισθίου λόγω δυστροπίας σύμφωνα με το άρθ. 66

3. Επί λήξης της διάρκειας της μίσθωσης. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που μίσθωση ορισμένου χρόνου λήξει λόγω παρέλευσης του ορισμένου χρόνου (άρθ. 608 § 1 ΑΚ). Και εδώ την αγωγή για απόδοση του μισθίου πρέπει να ασκήσουν όλοι μαζί οι συνεκμισθωτές ή η πλειοψηφία τους κ.λπ., σύμφωνα με ότι είπαμε παραπάνω στο Β. Και τούτο γιατί, αν οι συνεκμισθωτές που έχουν τη διαχείριση του μισθίου δεν εναντιωθούν, η μίσθωση λογίζεται «ανανεωθείσα επ’ αόριστον χρόνον» (άρθ. 611 ΑΚ). Στην περίπτωση πολλών εκμισθωτών, η ενοχή είναι αδιαίρετη, εσωτερικά όμως η απόφαση για απόδοση του μισθίου σχηματίζεται (λαμβάνεται) σύμφωνα με τις διατάξεις περί κοινωνίας, οπότε ενάγοντες μπορεί να είναι ή όλοι οι συνεκμισθωτές ή τόσοι ώστε οι μερίδες τους να συγκεντρώνουν την πλειοψηφία ή ακόμη και ο τυχόν διορισμένος διαχειριστής. Το αίτημα όμως της αγωγής, εν όψει του ότι δεν νοείται μερική απόδοση, όταν αυτή ασκείται από την πλειοψηφία ή τον διαχειριστή, θα είναι η απόδοση του μισθίου σε όλους τους κοινωνούς συνεκμισθωτές, κατ’ άρθ. 495 ΑΚ, αφού τόσο η πλειοψηφία όσο και ο διαχειριστής αντιπροσωπεύουν όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και όσους μειοψήφησαν και δεν ενάγουν

4. Αίτημα αγωγής. 1. Το αίτημα της αγωγής απόδοσης του μισθίου επί κοινωνίας εκμισθωτών –ενόψει του ότι δεν νοείται μερική απόδοση του μισθίου–, όταν αυτή ασκείται από την πλειοψηφία ή τον διαχειριστή, θα είναι η απόδοση του μισθίου σε όλους τους κοινωνούς συνεκμισθωτές, κατ’ άρθ. 495 ΑΚ, αφού τόσο η πλειοψηφία όσο και ο διαχειριστής αντιπροσωπεύουν όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και όσους μειοψήφισαν και δεν ενάγουν

5. Άρνηση της πλειοψηφίας. 1. Ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης για το κοινό αντικείμενο, πρέπει να είναι σύμφωνος με τη φύση του κοινού πράγματος και τους κανόνες της επιμελούς διαχείρισης και εκμετάλλευσής του. Σε αντίθετη περίπτωση, καθώς και όταν η απόφαση αντίκειται σε άλλους τιθέμενους από τον νόμο περιορισμούς (792 ΑΚ), οι εναντιωθέντες στην απόφαση της πλειοψηφίας, μειοψηφούντες συγκύριοι δικαιούνται να επιδιώξουν την αναγνώριση της ακυρότητας της απόφασης κατά τα άρθ. 174 και 180 ΑΚ. Ακόμη, η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί από τη μειοψηφία, κατ’ άρθ. 281 ΑΚ, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα τιθέμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος

Ε. Παραίτηση

ΣΤ. Επίκτηση μισθίου

1. Σύγχυση ιδιοτήτων

2. Αναβίωση ενοχής. 1. Κατά το άρθ.

§ 19. Μίσθωση με πολλούς μισθωτές

Α. Αδιαίρετη χρήση μισθίου

Β. Νομιμοποίηση – Ομοδικία

Γ. Καταγγελία

§ 20. Μίσθωση και Κανονισμός πολυκατοικίας

Α. Φύση κανονισμού – Περιορισμοί χρήσης – Δουλείες

Β. Δέσμευση μισθωτή

Γ. Παράβαση Κανονισμού – Παθητική νομιμοποίηση

Δ. Μίσθωση χώρου στάθμευσης στην πιλοτή

Ε. Διατήρηση ζώων στο μίσθιο

Κεφάλαιο Ε΄

Ελαττώματα του μισθίου

§ 21. Ευθύνη για ελαττώματα του μισθίου

Α. Μίσθιο ελεύθερο ελαττωμάτων

Β. Πραγματικό ελάττωμα του μισθίου

1. Έννοια πραγματικού ελαττώματος

2. Περιπτώσεις ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος. 1. Πραγματικό ελάττωμα του μισθίου αποτελούν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, τα οικοδομικά ελαττώματα, δηλαδή εκείνα που αναφέρονται στη φυσική ιδιοσυστασία αυτού ως πράγματος, όπως λ.χ. πλημμελείς κατασκευές τοίχων ή μονώσεων αυτών, λόγω των οποίων το μίσθιο εμφανίζει υγρασία ή διαρροή νερού, τοποθέτηση υλικών πλησίον του μισθίου από τρίτους ή από τον ίδιο τον εκμισθωτή και γενικά κάθε κατάσταση του μισθίου που έχει σχέση με τη λειτουργικότητα του πράγματος για τη συγκεκριμένη χρήση, όπως και η δυσχέρεια πρόσβασης στο μίσθιο.

Γ. Έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου

Δ. Νομικό ελάττωμα του μισθίου

Ε. Δικαιώματα μισθωτή, λόγω ελαττωμάτων, γενικώς

1. Δικαιώματα μισθωτή

2. Δικαιώματα υπομισθωτή – παραχωρησιούχου

ΣΤ. Υποχρέωση μισθωτή για ειδοποίηση

Ζ. Μη ευθύνη εκμισθωτή

1. Γενικά

2. Περιπτώσεις μη ευθύνης εκμισθωτή. 1. Ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα, που εμποδίζουν ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση του, συνεπώς και για το ότι το μίσθιο είναι ακατάλληλο για τη χρήση που συμφωνείται, γιατί δεν έχει την απαιτούμενη άδεια της επαγγελματικής δραστηριότητας του μισθωτή στο μίσθιο, αν ο τελευταίος, κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε το ελάττωμα ή αν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο εν γνώσει του ελαττώματος.

3. Συμβατικός αποκλεισμός ευθύνης. 1.1. Οι διατάξεις των άρθ. 576 επ. ΑΚ, με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του εκμισθωτή για κάθε είδους ελαττώματα του μισθίου, πραγματικά ή νομικά, είναι

4. Ειδικότερα, ευθύνη επί ελαττωμάτων λόγω σεισμού. 1.1. Η φθορά του μισθίου λόγω σεισμών αποτελεί συνήθως ελάττωμα το οποίο υπήρχε σε εμβρυώδη κατάσταση κατά τη σύναψη της μίσθωσης. Και τούτο διότι, κατά μέγιστη πιθανότητα, οι φθορές που υφίσταται ένα ακίνητο από σεισμό, οφείλονται στη στατική του ανεπάρκεια, ιδίως αν αυτό είναι νέο κτίσμα

§ 22. Δικαιώματα μισθωτή επί ύπαρξης ελαττωμάτων

Α. Δικαίωμα του μισθωτή για άρση των ελαττωμάτων

Β. Μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος

1. Φύση δικαιώματος

2. Ανυπαρξία πταίσματος εκμισθωτή

3. Έκταση μείωσης. 1. Το δικαίωμα του μισθωτή για μείωση του μισθώματος, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων, προϋποθέτει, κατ’ άρθ. 576 ΑΚ, ελάττωση της χρήσης του μισθίου που πηγάζει από το ελάττωμα και δεν αρκεί μόνον η ύπαρξη του ελαττώματος

4. Παραίτηση. Παραίτηση του μισθωτή από το γεννημένο δικαίωμά του για μείωση του τιμήματος ισχύει ως άφεση χρέους (άρθ. 454, 461 ΑΚ)

5. Προκαταβολή μισθώματος. Αν το μίσθωμα έχει προκαταβληθεί, ο μισθωτής μπορεί να το αναζητήσει με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 912 ΑΚ), ή να συμψηφίσει την αξίωσή του με μεταγενέστερα μισθώματα

6. Τρόπος άσκησης του δικαιώματος. 1. Το δικαίωμα του μισθωτή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος λόγω ελαττώματος του μισθίου μπορεί να ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή ή και με ένσταση, όπως σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή του μισθώματος ή απόδοση της χρήσης του μισθίου.

7. Παραγραφή

Γ. Καταγγελία της μίσθωσης από τον μισθωτή

1. Προϋποθέσεις

2. Καθορισμός προθεσμίας. 1. Πριν από την καταγγελία, ο μισθωτής οφείλει να τάξει στον εκμισθωτή εύλογη προθεσμία για να αποκαταστήσει τη χρήση, εκτός αν εξαιτίας του λόγου της καταγγελίας, ο μισθωτής δεν έχει συμφέρον να εκτελέσει τη σύμβαση. Η προθεσμία τάσσεται με μονομερή άτυπη δήλωση του μισθωτή προς τον εκμισθωτή

3. Συνέπειες καταγγελίας

4. Συρροή αξιώσεων. Το δικαίωμα της καταγγελίας δεν αποκλείεται από τη μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος από τον

5. Μη ευθύνη εκμισθωτή.

Δ. Αποζημίωση του μισθωτή

1. Γενικά

2. Αποζημίωση άρθ. 577-578 ΑΚ

3. Αποζημίωση άρθ. 584 ΑΚ. 1. Ο μισθωτής, με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τα πραγματικά και τα νομικά ελαττώματα ή για την έλλειψη ιδιοτήτων, έχει δικαίωμα κατά τα λοιπά, αν δεν του παραδόθηκε ή του παρεμποδίστηκε η χρήση του μισθίου, να απαιτήσει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωση (

4. Δικαιούχοι αποζημίωσης

5. Παραγραφή. Το δικαίωμα αποζημίωσης υπόκειται στην 20ετή παραγραφή του άρθ. 249 ΑΚ.

Κεφάλαιο ΣΤ΄

Δαπάνες - Φθορές

§ 23. Δαπάνες μισθωτή

Α. Γενικά

Β. Αναγκαίες δαπάνες

1. Έννοια

2. Υπόχρεος

3. Διενέργεια δαπάνης

4. Αναζήτηση δαπάνης. 1. Κατά το άρθ.

5. Οφειλή τόκου για τις δαπάνες. 1. Κατά το άρθ.

6. Αγρομίσθωση

Γ. Επωφελείς δαπάνες

1. Γενικά

2. Απόδοση δαπάνης. 1.1. Σύμφωνα με το άρθ.

Δ. Πολυτελείς δαπάνες

Ε. Διενέργεια συμβατικών δαπανών

1. Συμβατική υποχρέωση διενέργειας δαπανών

2. Δυνατότητα διενέργειας δαπανών

ΣΤ. Αφαίρεση κατασκευασμάτων (591 § 2 εδ. β΄ ΑΚ)

1. Γενικά

2. Έννοια κατασκευάσματος

3. Δικαίωμα αφαίρεσης (jus tollendi).

Ι. Γενικά

ΙΙ. Καταχρηστική άσκηση

ΙΙΙ. Υπομίσθωση

IV. Αποκατάσταση πραγμάτων

V. Αδυναμία αφαίρεσης

VI. Κατασκευή οικοδομήματος

4. Παραγραφή. 1. Κατά την κρατούσα άποψη, η αξίωση για αφαίρεση κατασκευάσματος υπόκειται στην 20ετή παραγραφή του άρθ. 249 ΑΚ. Όμως, η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της δαπάνης του κατασκευάσματος πρέπει να θεωρηθεί ότι υπόκειται στην εξάμηνη παραγραφή του άρθ. 603 ΑΚ, αφού πρόκειται για δαπάνη του μισθωτή στο μίσθιο

5. Ενέχυρο άρθ. 604 ΑΚ

Ζ. Παραγραφή αξιώσεων μισθωτή για δαπάνες (603 ΑΚ)

Η. Περιεχόμενο αγωγών μισθωτή για δαπάνες

1. Αγωγή για αναγκαίες δαπάνες

2. Αγωγή για επωφελείς και πολυτελείς δαπάνες

Θ. Άμυνα εναγομένου

§ 24. Φθορές του μισθίου

Α. Συμφωνημένη χρήση – Ενδοτικό δίκαιο

Β. Υποχρέωση επιμελούς χρήσης

Γ. Φθορές συνήθους και μη, χρήσης

1. Φθορές από τη συνήθη χρήση

2. Φθορές πέρα από τη συνήθη χρήση

Δ. Ευθύνη μισθωτή

1. Γενικά

2. Έκταση ευθύνης του μισθωτή. 1. Ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για φθορές ή μεταβολές και μάλιστα άσχετα με το αν σκοπεύει να καταγγείλει τη μίσθωση ή όχι. Αποζημίωση μπορεί να απαιτηθεί για κάθε θετική ή αποθετική ζημία με την προϋπόθεση ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας και ο μισθωτής απαλλάσσεται αν αποδείξει την έλλειψη πταίσματός του. Ειδικότερα, η αποζημίωση θα περιλαμβάνει τις μελλοντικές δαπάνες του εκμισθωτή για την επανόρθωση των φθορών.

3. Ευθύνη για τυχηρά – ανώτερη βία. 1. Σύμφωνα με την αρχή της υπαιτιότητας που καθιερώνει το άρθ. 330 ΑΚ, υπάρχει κατά κανόνα ευθύνη και για αμέλεια όχι όμως και για τυχηρά. Όταν όμως, κατ’ εξαίρεση υπάρχει ευθύνη και για τα τυχηρά, γεννιέται το ερώτημα αν η επέκταση της ευθύνης καλύπτει και τα περιστατικά ανώτερης βίας. Συνήθως η απάντηση είναι αρνητική, δηλ. περιλαμβάνει μόνον τα τυχηρά υπό στενή έννοια και όχι και την ανώτερη βία, γιατί θα ήταν άδικο και σκληρό για τον οφειλέτη. Όταν όμως η επέκταση της ευθύνης του οφειλέτη γίνεται με σύμβαση (άρθ. 361 ΑΚ), είναι θέμα της βούλησης των μερών, αν ο οφειλέτης θα ευθύνεται για όλα ή όχι, και ποια τυχαία περιστατικά. Σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι εύλογο να γίνει δεκτό, ότι τα μέρη δεν ήθελαν ευθύνη και για περιστατικά ανώτερης βίας, αφού συνετοί συμβαλλόμενοι δεν αναλαμβάνουν συνήθως κινδύνους για απρόβλεπτα και αστάθμητα περιστατικά

4. Καταστροφή μισθίου από πυρκαγιά. 1. Αν το μίσθιο καταστράφηκε ή έπαθε βλάβη από πυρκαγιά, ο μισθωτής υποχρεούται σε αποζημίωση του εκμισθωτή, απαλλάσσεται όμως από κάθε ευθύνη, αν η αδυναμία του για απόδοση του μισθίου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτού ή των προστηθέντων του. Όμοια υποχρέωση έχει, κατ’ άρθ. 914 ΑΚ, και ο σύνοικος του μισθωτή υπαίτιος της πυρκαγιάς. Και στις δύο περιπτώσεις, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη που απαιτείται για την αποκατάσταση των ζημιών και τα μισθώματα που θα στερηθεί ο εκμισθωτής από την αδυναμία εκμισθώσεως του ακινήτου

5. Ευθύνη τρίτου. 1. Αν η ζημία προέρχεται από τα ως άνω τρίτα πρόσωπα και συντρέχουν σ’ αυτά οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας του άρθ. 914 ΑΚ, τότε σε αποζημίωση του εκμισθωτή ευθύνονται τόσον ο μισθωτής όσο και τα πρόσωπα αυτά εις ολόκληρο. Επομένως, σε περίπτωση πρόκλησης τέτοιων φθορών στο μίσθιο από τον βοηθό εκπληρώσεως, στον οποίο παραχωρήθηκε από τον μισθωτή η χρήση του μισθίου, ο εκμισθωτής, ενόψει του ότι δεν τελεί σε συμβατικό σύνδεσμο προς αυτόν, δικαιούται να ασκήσει κατά του βοηθού αγωγή με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες

6. Απόδοση – Παραλαβή μισθίου. Ο εκμισθωτής δεν μπορεί, κατά τη λήξη της μίσθωσης να αρνηθεί την παραλαβή του μισθίου λόγω βλαβών ή φθορών του μισθίου έστω και αυτές είναι σοβαρές. Με την άρνησή του αυτή ο εκμισθωτής περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή (351 ΑΚ)

7. Επίδειξη μισθίου. Κατά το άρθ.

Ε. Συρροή αξιώσεων

ΣΤ. Μισθώσεις Δημοσίου

Ζ. Παραγραφή αξιώσεων εκμισθωτή για φθορές (602 ΑΚ)

1. Γενικά

2. Έναρξη παραγραφής. 1.1. Κατά τη διάταξη του άρθ. 602 ΑΚ η εξάμηνη παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως του εκμισθωτή για τις μεταβολές ή φθορές, που ο μισθωτής προκάλεσε στο μίσθιο, αρχίζει από την πραγματική ανάληψη του μισθίου, διότι μόνον μετά από αυτήν, ο εκμισθωτής έχει τη δυνατότητα να διαπιστώσει την ύπαρξη και την ακριβή έκταση των μεταβολών ή φθορών του μισθίου. Η παραγραφή αρχίζει από την ανάληψη του μισθίου και αν ακόμη ο εκμισθωτής είχε πληροφορηθεί ή λάβει γνώση των μεταβολών ή φθορών του μισθίου πριν από την ανάληψή του, η οποία δεν συμπίπτει με τη λήξη της μισθώσεως, δεδομένου ότι είναι δυνατό η ανάληψη να συντελεστεί και μετά τη λήξη. Επομένως, η παραγραφή αρχίζει από την επόμενη της ανάληψης του μισθίου ημέρα (άρθ. 241 § 1 ΑΚ) και λήγει, όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία ημέρα του μήνα, κατά τον οποίο συμπληρώνονται έξι (6) μήνες, εάν δε η ημέρα αυτή είναι Σάββατο, οπότε ακολουθεί Κυριακή, λήγει την επόμενη αυτής εργάσιμη ημέρα (άρθ. 242 ΑΚ σε συνδ. προς άρθ. 1 § 12 εδ. α΄ ν. 1157/1981), ενώ η παραγραφή αυτή διακόπτεται με την άσκηση της σχετικής αγωγής αποζημίωσης.

3. Έκταση εξάμηνης παραγραφής. 1. Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, η εξάμηνη παραγραφή του άρθ. 602 ΑΚ καταλαμβάνει όλες τις αξιώσεις του εκμισθωτή από φθορές του μισθίου είτε πηγάζουν από τη σύμβαση είτε από αδικοπραξία

4. Μη εφαρμογή παραγραφής άρθ. 602 ΑΚ

5. Αναστολή παραγραφής

6. Διακοπή παραγραφής

I. Άσκηση αγωγής

ΙΙ. Αναγνώριση αξίωσης

7. Συμψηφισμός ανταπαίτησης. 1. Σύμφωνα με το άρθ.

Η. Περιεχόμενο αγωγής για φθορές – Άμυνα εναγομένου

1. Περιεχόμενο αγωγής

Ι. Γενικά

ΙΙ. Ειδικά

ΙΙΙ. Αποκατάσταση ζημίας – ΦΠΑ

IV. Τοκοδοσία

V. Νομολογία

VI. Διαδικασία

2. Άμυνα εναγομένου. 1. Ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει:

Κεφάλαιο Ζ΄

Εκποίηση μισθίου

§ 25. Εκποίηση μισθίου (614-615 ΑΚ)

Α. Γενικά

Β. Υπεισέλευση νέου κτήτορα στη μίσθωση

Γ. Περιπτώσεις μη υπεισέλευσης

Δ. Έκταση υπεισέλευσης νέου κτήτορα

Ε. Συνέπειες υπεισέλευσης

1. Καταγγελία από νέο κτήτορα

2. Μεταβίβαση δικαιωμάτων. 1. Τα προ της εκποίησης δικαιώματα του εκμισθωτή από τη μίσθωση, μεταξύ των οποίων και η επιδίωξη της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που διατάσσει την απόδοση του μισθίου στον εκμισθωτή, μπορούν να μεταβιβασθούν στον νέο κτήτορα με εκχώρηση, για την οποία και δεν απαιτείται συναίνεση του μισθωτή, γιατί τα δικαιώματα από τη μίσθωση είναι περιουσιακού χαρακτήρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέονται με το πρόσωπο του μισθωτή

3. Προκαταβολές μισθωμάτων. Για τις προκαταβολές μισθωμάτων βλ. παραπάνω § 11.Ε.

4. Περιεχόμενο αγωγής για τη νομιμοποίηση του νέου κτήτορα. 1. Επειδή στην άσκηση της αγωγής για απόδοσης του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης, νομιμοποιείται μόνον ο εκμισθωτής, η ιδιότητα αυτή του ενάγοντος και ο τρόπος με τον οποίο την απέκτησε, ειδικότερα δε όταν το μίσθιο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα σε άλλον, ο οποίος υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού εκμισθωτή, ως απαραίτητα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησής του, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, η έλλειψη των οποίων την καθιστά απαράδεκτη λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τα άρθ. 111 § 2, 118 αριθ. 4 και 216 § 1

ΣΤ. Επικαρπία μισθίου

1. Σύσταση επικαρπίας

2. Λήξη επικαρπίας. 1. Αν η επικαρπία ακινήτου λήξει κατά τη διάρκεια της εκμίσθωσης του ακινήτου που έγινε από τον επικαρπωτή, εφαρμόζονται αναλόγως ως προς την εξακολούθηση της μίσθωσης καθώς και ως προς την προκαταβολή ή την εκχώρηση ή την κατάσχεση μισθωμάτων της, οι διατάξεις για την εκποίηση του μισθίου ακινήτου κατά τη διάρκεια της μίσθωσης (

Ζ. Εκποίηση μισθίου στην εμπορική μίσθωση

1. Υπεισέλευση νέου κτήτορα στη μίσθωση

2. Εκποίηση τμήματος μισθίου. 1. Στην περίπτωση εκποίησης τμημάτων του μισθίου που είχε εκμισθωθεί από τον προηγούμενο κτήτορα για να χρησιμοποιηθεί από τον μισθωτή για ενιαία χρήση, κάθε αγοραστής τμήματος υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση μόνον του τμήματος που απέκτησε και δημιουργούνται περισσότερες μισθώσεις με διαφορετικούς εκμισθωτές. Στην περίπτωση αυτή, κάθε ένας από τους νέους εκμισθωτές μπορεί να ασκήσει αγωγή για απόδοση του μισθίου του οποίου κατέστη εκμισθωτής και το οποίο αποτελούσε μέρος της αρχικής ενιαίας μίσθωσης λόγω λήξεως της μισθωτικής συμβάσεως. Έτσι, στην πιο πάνω περίπτωση εκποιήσεως τμημάτων του μισθίου που είχε εκμισθωθεί για ενιαία χρήση, δεν υφίσταται μεταξύ των πλειόνων αγοραστών κοινωνία, με συνέπεια να μην έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις των άρθ. 788 και 709 ΑΚ

Η. Διάσπαση ΑΕ

Θ. Κατάσχεση και πλειστηριασμός μισθίου (άρθ. 997 §§ 1-2, 1009 ΚΠολΔ)

1. Πλειστηριασμός μισθίου (άρθ. 1009 ΚΠολΔ)

2. Κατάσχεση μισθίου (άρθ. 997 §§ 1-2 ΚΠολΔ)

3. Σχέση ρυθμίσεων

Ι. Εκποίηση μισθίου στις μισθώσεις Δημοσίου

ΙΑ. Τύχη μίσθωσης κατά τη λήξη της επιφάνειας

§ 26. Μεταβίβαση μισθωτικής σχέσης

Α. Γενικά

Β. Μεταβίβαση από τον εκμισθωτή

Γ. Μεταβίβαση από τον μισθωτή

1. Τρόπος μεταβίβασης

2. Διαφορά από υπομίσθωση και παραχώρηση χρήσης. 1. Βασικό αποτέλεσμα της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης, είναι ότι επέρχεται ειδική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής. Ο μισθωτής αποξενώνεται από τη μίσθωση και στη θέση του υπεισέρχεται ο τρίτος. Επομένως, κύριο χαρακτηριστικό της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης είναι η αλλοίωση υποκειμενικώς αυτής, η οποία συνεχίζει πλέον να λειτουργεί με μισθωτή τον τρίτο, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε η σχέση. Διάφορη της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης είναι η σύμβαση της υπεκμίσθωσης, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 361, 593 ΑΚ και 11 π.δ. 34/1995, επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και στην εμπορική μίσθωση. Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης και της υπομίσθωσης, είναι ότι στη μεν πρώτη επέρχεται αλλαγή του φορέα της μισθωτικής σχέσης και ο μισθωτής υποκαθίσταται από τον τρίτο, προς τον οποίο η μεταβίβαση, ενώ στη δεύτερη παραμένει μισθωτής ο υπεκμισθωτής, ο οποίος απλώς στερείται της εξουσίας χρήσης του μισθίου, την οποία αποκτά ο υπομισθωτής

§ 27. Μεταγραφή μισθωτικών συμβάσεων

Α. Γενικά

1. Η ρύθμιση

2. Έναρξη 9ετίας

Β. Έκταση ισχύος

1. Γενικά

2. Εμπορική μίσθωση. 1. Με το καθεστώς του π.δ. 34/1995, και κατά το μέρος που αυτό εφαρμόζεται στις παλιές μισθώσεις των οποίων η νόμιμη διάρκεια ήταν 12ετής, γινόταν δεκτό ότι η διάταξη του άρθ. 618 ΑΚ δεν εφαρμόζεται. Έτσι, στις εμπορικές μισθώσεις, ο νέος κτήτορας δεσμευόταν ακόμα κι αν η μίσθωση δεν έχει καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν έχει μεταγραφεί. Και τούτο για να μην καταστρατηγείται η, περί της 12ετούς διάρκειας των εμπορικών μισθώσεων, διάταξη του άρθ. 5 § 1 του π.δ. 34/1995. Υποστηρίζεται και η άποψη ότι στις παλαιές εμπορικές μισθώσεις η μίσθωση πρέπει να μεταγράφεται μόνον όταν η μίσθωση συνήφθη για διάρκεια μεγαλύτερη των 12 ετών

Γ. Συνέπειες

Κεφάλαιο Η΄

Λήξη της μίσθωσης

§ 28. Τρόποι λήξης της μίσθωσης

Α. Λήξη με την πάροδο του ορισμένου χρόνου

Β. Λήξη με εκτέλεση απόφασης

Γ. Λήξη με καταγγελία

Δ. Λύση μίσθωσης με αντίθετη συμφωνία

Ε. Λύση μίσθωσης με πλήρωση διαλυτικής αίρεσης

§ 29. Γενικά περί καταγγελίας της μίσθωσης

Α. Γενικά

1. Διαπλαστικό δικαίωμα

2. Καταγγελία προς νομικό πρόσωπο. Μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης (όπως είναι η καταγγελία), η οποία απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο –οπότε και πρέπει να ανακοινωθεί σ’ αυτό για να τελειωθεί (άρθ. 167 ΑΚ)– πρέπει, όταν αυτό το πρόσωπο είναι νομικό, να περιέλθει στο φυσικό πρόσωπο που στη συγκεκριμένη περίπτωση το εκπροσωπεί. Ειδικά, προκειμένου για έγγραφη καταγγελία, όταν η γνωστοποίησή της γίνεται με επίδοση από δικαστικό επιμελητή, τότε αυτή μπορεί να γίνει και σε άλλα πρόσωπα όπως ορίζει ο

3. Επίδοση. Γίνεται δεκτό ότι, αν το ουσιαστικό δίκαιο απαιτεί την επίδοση όχι ως απλή γνωστοποίηση αλλά ως πανηγυρική διατύπωση, τότε η ακυρότητα της επίδοσης δεν εξαρτάται από τη συνδρομή δικονομικής βλάβης

4. Εικονικότητα. Δεν αποκλείεται η δυνατότητα εικονικής καταγγελίας. Η εικονική καταγγελία είναι άκυρη (βλ. 138 § 1 ΑΚ). Όμως, αφού η καταγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία, η εικονικότητα δεν αρκεί να είναι ενδιάθετη στον καταγγέλλοντα αλλά πρέπει να είναι γνωστή και σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται. Αν αυτό δεν συμβαίνει, ο καταγγέλλων δεν μπορεί να επικαλεσθεί την εικονικότητα της καταγγελίας απέναντι σε αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται (άρθ. 139 ΑΚ). Έτσι, εικονική μπορεί να είναι η καταγγελία της μίσθωσης προκειμένου να λήξει η υπομίσθωση

5. Αυτοδικαιοπραξία

6. Εκχώρηση. Ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνον της αναγγελίας. Προκειμένου, όμως, για ενστάσεις που απορρέουν από την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος του οφειλέτη (υπαναχώρησης, καταγγελίας κ.λπ.), εάν η άσκηση του δικαιώματος αυτού έχει γίνει κατά του εκχωρητή πριν από την αναγγελία, εγκύρως η προς τούτο ένσταση προτείνεται κατά του εκδοχέα, εάν όμως ασκηθεί το πρώτον μετά την αναγγελία, η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος και, επομένως, η προβολή της σχετικής ένστασης θα γίνει μόνον κατά του εκχωρητή, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά καλύπτουν την όλη ενοχική σχέση ως σύνολο και όχι μεμονωμένα την εκχωρηθείσα απαίτηση.

Β. Συνέπειες καταγγελίας – Λύση μίσθωσης

Γ. Μερική καταγγελία

1. Καταγγελία για μέρος του μισθίου

2. Καταγγελία για έναν συμμισθωτή. Είναι δυνατή η καταγγελία της μίσθωσης ως προς έναν από τους περισσότερους μισθωτές

Δ. Αίρεση και προθεσμία στην καταγγελία

1. Απαγόρευση αίρεσης

2. Εξουσιαστική αίρεση. Κατ’ εξαίρεση, η προσθήκη αίρεσης είναι θεμιτή, όταν με την προσθήκη αίρεσης στην καταγγελία δεν προσβάλλονται ούτε διακινδυνεύουν τα συμφέροντα του λήπτη. Αυτό συμβαίνει ιδίως επί εξουσιαστικής αιρέσεως, η πλήρωση της οποίας εξαρτάται από τη βούληση του λήπτη, αφού τότε δεν διακυβεύονται τα συμφέροντά του από τη δημιουργούμενη αβεβαιότητα.

3. Αίρεση δικαίου. Επιτρέπεται η άσκηση καταγγελίας με

4. Προθεσμία αναβλητική. Η καταγγελία, παρά τον διαπλαστικό της χαρακτήρα, όπως γίνεται πάγια δεκτό, είναι έγκυρη και όταν ασκείται με αναβλητική προθεσμία, αφού η προθεσμία δεν δημιουργεί αβεβαιότητα, δεδομένου ότι η απλή πάροδος της προθεσμίας αποτελεί γεγονός βέβαιο, που βρίσκεται ευχερώς με τη χρήση του ημερολογίου και, επομένως, είναι βέβαιο ότι το δικαίωμα έχει αποκτηθεί, αλλά δεν είναι απαιτητό.

5. Πολλαπλή καταγγελία. Έγινε δεκτό

Ε. Καταγγελία από ανήλικο εκμισθωτή

ΣΤ. Μετατροπή (182 ΑΚ)

Ζ. Ανάκληση καταγγελίας – Άρση συνεπειών

1. Γενικά

2. Συμβατική άρση καταγγελίας. 1. Κατά την ορθή άποψη, επιτρέπεται, με βάση το άρθ. 361 ΑΚ, μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων με την οποία αίρονται οι συνέπειες της καταγγελίας ή αυτή θεωρείται ως μη γενόμενη. Η συμφωνία αυτή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και μετά τη λήξη της μίσθωσης και βασικά δεν υπόκειται σε έγγραφο τύπο, μπορεί δε να γίνει και σιωπηρώς. Έτσι, ορθώς έγινε δεκτό ότι, στη μίσθωση συνυπολογίζεται ο χρόνος προηγούμενης μίσθωσης η οποία είχε λυθεί με καταγγελία, σε περίπτωση συμβατικής ανάκλησης της καταγγελίας, αν δηλαδή με νεότερη σύμβαση των μερών συμφωνήθηκε η άρση των συνεπειών της καταγγελίας ή θεωρήθηκε αυτή ως μη γενόμενη

Η. Νομιμοποίηση

1. Νομιμοποίηση εκμισθωτή

2. Νομιμοποίηση μισθωτή. 1. Τη μίσθωση μπορεί να καταγγείλει και ο μισθωτής εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, όχι όμως ο υπομισθωτής, ο οποίος μπορεί να καταγγείλει μόνον την υπομίσθωση και όχι την κύρια μίσθωση

Θ. Καταγγελία μίσθωσης με άσκηση αγωγής

1. Άσκηση αγωγής

2. Παραίτηση από την αγωγή

Ι. Πληρεξουσιότητα

1. Πληρεξουσιότητα αστικού δικαίου

2. Δικαστική πληρεξουσιότητα. 1. Η διάταξη του άρθ. 226 ΑΚ δεν εφαρμόζεται, αν η καταγγελία γίνεται με το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο υπογράφεται από δικηγόρο. Κι αυτό γιατί, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για διαδικαστική πράξη στην οποία έχει ενσωματωθεί και μονομερής δικαιοπραξία ουσιαστικού δικαίου, η οποία όμως, λόγω της ενότητας, δεν μπορεί να αποχωρισθεί και να τύχει διαφορετικής μεταχειρίσεως ως προς το θέμα της πληρεξουσιότητας έναντι της αγωγής

3. Πληρεξουσιότητα νομικού προσώπου. 1. Σύμφωνα με τα άρθ. 216 και 217 ΑΚ, η εξουσία για αντιπροσώπευση δίνεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, που υποβάλλεται στον τύπο τον απαιτούμενο για τη δικαιοπραξία στην οποία αφορά. Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 18 §§ 1 και 2 και 22 ν. 2190/1920 «περί Ανωνύμων Εταιριών» το διοικητικό συμβούλιο της ΑΕ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της με εξαίρεση μόνον τις αποφάσεις εκείνες που κατά το νόμο ή το καταστατικό υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως. Το διοικητικό συμβούλιο ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί και εξώδικα την εταιρία, μπορεί όμως να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Επομένως, επί ΑΕ, το διοικητικό συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, ως έχον γενικό δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρίας, μπορεί να παρέχει πληρεξουσιότητα σε τρίτο πρόσωπο για την ενέργεια για λογαριασμό της

§ 30. Καταγγελία λόγω κινδύνου της υγείας (588 ΑΚ)

Α. Διάταξη αναγκαστικού δικαίου

Β. Έννοια κατοικίας

Γ. Κίνδυνος

Δ. Χρόνος επέλευσης αποτελεσμάτων καταγγελίας

§ 31. Καταγγελία μίσθωσης από δημόσιο υπάλληλο (613 ΑΚ)

Α. Διάταξη αναγκαστικού δικαίου

Β. Έννοια δημόσιου υπαλλήλου

Γ. Έννοια μετάθεσης

Δ. Kαταγγελόμενη μίσθωση

Ε. Διατυπώσεις καταγγελίας

§ 32.

Καταγγελία μίσθωσης αόριστου χρόνου (608 § 2, 609 ΑΚ) – Λήξη μίσθωσης ορισμένου χρόνου (608 § 1 ΑΚ)

Α. Λήξη μίσθωσης αόριστου χρόνου με καταγγελία

1. Γενικά

2. Προθεσμία καταγγελίας. 1. Η προθεσμία της καταγγελίας ρυθμίζεται ανάλογα με τον χρόνο υπολογισμού του μισθώματος και όχι ανάλογα με τον χρόνο καταβολής του. Έτσι, αν το μίσθωμα υπολογίζεται σε μηνιαία βάση αλλά καταβάλλεται ανά τρίμηνο, η προθεσμία είναι 15 ημερών και όχι 3 μηνών.

3. Άτυπο καταγγελίας – Νομιμοποίηση

4. Συνέπειες καταγγελίας

Β. Λήξη μίσθωσης ορισμένου χρόνου

Γ. Σώρευση

Δ. Καταγγελία μίσθωσης λόγω παρόδου 30ετίας (610 ΑΚ)

1. Γενικά

2. Εμπορικές μισθώσεις. 1. Αμφισβητείται αν εφαρμόζεται στις εμπορικές μισθώσεις το άρθ. 610 ΑΚ. Σύμφωνα με μία άποψη, η ΑΚ 610 εφαρμοζόταν και στις (παλαιές) εμπορικές μισθώσεις. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθ. 192 § 4 ν. 3463/2006 (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθ. 196 § 1 ν. 4555/2018, η οποία προβλέπει εξαίρεση από την εφαρμογή του άρθ. 610 ΑΚ σε ορισμένες περιπτώσεις εκμίσθωσης ακινήτων ΟΤΑ για χρήσεις που εμπίπτουν στο π.δ. 34/1995.

Ε. Έκδοση διαταγής απόδοσης

ΣΤ. Μισθώσεις υποσταθμών ΔΕΗ

§ 33. Καθυστέρηση μισθώματος (597 ΑΚ) – Δυστροπία (66 ΕισΝΚΠολΔ).

Α. Καθυστέρηση καταβολής μισθώματος (597 ΑΚ)

1. Καταγγελία

2. Καθυστέρηση καταβολής μισθώματος. 1. Κατά την κρατούσα και ορθή άποψη, στην περίπτωση του άρθ. 597 § 1 ΑΚ απαιτείται όχι απλή, αλλά υπαίτια καθυστέρηση, δηλαδή υπερημερία του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος (ΑΚ 340 επ.), η οποία, όταν το μίσθωμα είναι καταβλητέο σε ορισμένη ημέρα, τεκμαίρεται με μόνη την παρέλευση της δήλης αυτής ημέρας, κατά τον κανόνα του άρθ. 341 § 1 ΑΚ

3. Έννοια μισθώματος.

Ι. Γενικά

ΙΙ. Χαρτόσημο/Ψηφιακό τέλος συναλλαγής κ.λπ

ΙΙΙ. Κοινόχρηστες δαπάνες

4. Άρση ευθύνης μισθωτή. 1.1. Ο μισθωτής δεν καθίσταται υπερήμερος αν η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (330-334 ΑΚ). Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο μισθωτής, είναι κάθε εύλογη αιτία, συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος, όπως είναι η αδυναμία χρήσης του μισθίου λόγω ελαττώματος.

5. Εμπρόθεσμη καταβολή οφειλομένων. 1. Η καταγγελία μένει χωρίς αποτέλεσμα αν ο μισθωτής πριν περάσει η προθεσμία αυτή καταβάλει το καθυστερούμενο μίσθωμα μαζί με τα τυχόν έξοδα της καταγγελίας (

6. Έξοδα καταγγελίας. 1. Ο μισθωτής, προκειμένου να καταστήσει ανενεργή την καταγγελία της μίσθωσης, οφείλει να καταβάλει μέσα στην προθεσμία του άρθ. 597 ΑΚ, το καθυστερούμενο μίσθωμα, τους τόκους του μισθώματος και τα έξοδα καταγγελίας. Δεν υποχρεούται όμως να καταβάλει έξοδα καταγγελίας, αλλά μόνον εφόσον έγιναν τέτοια. Επομένως, ο εκμισθωτής, δανειστής των εξόδων αυτών, οφείλει να γνωστοποιήσει στον μισθωτή την ύπαρξη και το ποσό τους, πριν από την παρέλευση της προθεσμία της καταγγελίας, οπότε, αν δεν γίνει προσφορά τους, συντρέχει ελλιπής εκπλήρωση της υποχρέωσης του μισθωτή, με συνέπεια να μη καταστεί ανενεργός η καταγγελία της μίσθωσης. Δεν οφείλονται έξοδα καταγγελίας αν δεν έχουν γνωστοποιηθεί στον μισθωτή. Η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει και μετά την επίδοση της καταγγελίας αλλά πάντως πριν περάσει η προθεσμία της καταγγελίας

7. Εκπρόθεσμη καταβολή

8. Υπερημερία εκμισθωτή

9. Δημόσια κατάθεση μισθωμάτων. 1. Ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα σε περίπτωση υπερημερίας του δανειστή να προβεί σε δημόσια κατάθεση του οφειλομένου, αν αυτό συνίσταται σε χρήματα ή άλλα πράγματα δεκτικά κατάθεσης κατά το νόμο (

10. Καταλογισμός χρεών

11. Συνέπειες καταγγελίας. 1. Αν περάσει ένας μήνας από την καταγγελία της μίσθωσης με βάση το άρθ. 597 ΑΚ και ο μισθωτής δεν καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, τους τόκους και τα έξοδα καταγγελίας, η μίσθωση λύνεται για το μέλλον. Μετά τη λύση της μίσθωσης, ο μισθωτής δεν οφείλει πλέον μίσθωμα αλλά αποζημίωση χρήσης κατ’ άρθ. 601 ΑΚ. Με τη λύση της μίσθωσης, ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται για τον υπόλοιπο συμβατικό χρόνο της μίσθωσης αλλά έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον εκμισθωτή για την πρόωρη λύση της μίσθωσης

Β. Δυστροπία μισθωτή (66 ΕισΝΚΠολΔ)

1. Έννοια δυστροπίας

2. Επανειλημμένη δυστροπία

3. Καταβολή μισθωμάτων – Κατάργηση δίκης (618 ΚΠολΔ)

4. Υπομίσθωση. Κατά την ορθότερη άποψη, σε περίπτωση υπομίσθωσης, ο εκμισθωτής, με την αγωγή του άρθ. 66 ΕισΝ

Γ. Συμψηφισμός μισθωμάτων

1. Χρόνος πρότασης συμψηφισμού

2. Γέννηση αξίωσης. 1. Η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση μπορεί να γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της καταγγελίας

3. Συμψηφισμός εγγυοδοσίας. Δεν είναι δυνατός ο συμψηφισμός της δοθείσας εγγυοδοσίας για καλή εκτέλεση της σύμβασης, προς τα οφειλόμενα μισθώματα, αφού αυτή δεν καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή πριν από τη λήξη της μίσθωσης

4. Δεδικασμένο. Ένσταση συμψηφισμού που απορρίφθηκε ως αόριστη θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο

5. Κατάσχεση μισθωμάτων και συμψηφισμός. 1. Αν απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτηση, που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση (

6. Παραίτηση από συμψηφισμό. 1. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός, αν ο οφειλέτης παραιτήθηκε προκαταβολικά από αυτόν (

Δ. Διαφορά 597 ΑΚ και 66 ΕισΝΚΠολΔ

1. Γενικά

2. Σώρευση βάσεων άρθ. 597 ΑΚ και 66 EισNKΠολΔ

Ε. Αξίωση αποζημίωσης λόγω πρόωρης λύσης της μίσθωσης

ΣΤ. Ενέχυρο στα εισκομισθέντα

1. Γενικά

2. Νόμιμο ενέχυρο

3. Εκχώρηση μισθωμάτων. Σε περίπτωση που ο εκμισθωτής προβεί σε εκχώρηση των οφειλόμενων μισθωμάτων σε τρίτον (π.χ. στο Δημόσιο), μεταβιβάζεται, κατ’ άρθ. 458 ΑΚ, και το νόμιμο ενέχυρο επί των εισκομισθέντων

Ζ. Ποινική ρήτρα

Η. Περιεχόμενο αγωγής απόδοσης μισθίου για καθυστέρηση/δυστροπία

Θ. Άμυνα εναγόμενου μισθωτή

§ 34. Διαταγή απόδοσης μισθίου (637-645 ΚΠολΔ)

Α. Εισαγωγικά

Β. Προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής απόδοσης για καθυστέρηση μισθώματος

1. Γενικά

2. Καθυστέρηση μισθώματος. 1. Η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου επιτρέπεται σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του μισθώματος. Απαιτείται όχι απλή αλλά υπαίτια καθυστέρηση, δηλαδή υπερημερία του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος (ΑΚ 340 επ.), η οποία, όταν το μίσθωμα πρέπει να καταβληθεί σε ορισμένη ημέρα, επέρχεται με μόνη την παρέλευση της δήλης αυτής ημέρας, κατά τον κανόνα της διάταξης του άρθ. 341 § 1 ΑΚ

3. Απόδειξη μίσθωσης. 1. Για να εκδοθεί διαταγή απόδοσης του μισθίου, λόγω καθυστέρησης του μισθώματος, πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως η έναρξη της μίσθωσης. Εννοείται ότι εγγράφως πρέπει να αποδεικνύεται και το ύψος του οφειλόμενου μισθώματος. Αν έχει συμφωνηθεί αναπροσαρμογή με βάση ορισμένο κριτήριο (π.χ. τιμαριθμική αναπροσαρμογή) πρέπει να αποδεικνύεται και το ύψος του οφειλόμενου μισθώματος, δηλαδή το πώς προέκυψε αυτό από τη συμφωνημένη ή και την τυχόν νόμιμη αναπροσαρμογή.

4. Όχληση – Προθεσμία. 1. Κατά το άρθ. 637

5. Καταβολή οφειλομένων. 1.1. Κατά το άρθ.

Γ. Προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής απόδοσης λόγω λήξης του χρόνου της μίσθωσης

1. Γενικά

2. Παρέλευση του χρόνου διάρκειας της μίσθωσης. 1. Με τη νέα ρύθμιση, προκειμένου να εκδοθεί διαταγή απόδοσης του μισθίου λόγω παρέλευσης του χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, απαιτείται προηγουμένως ο εκμισθωτής να επιδώσει σχετική εξώδικη πρόσκληση προς τον μισθωτή, τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από την παρέλευση του χρόνου λήξης της μίσθωσης

3. Μίσθωση αόριστου χρόνου. 1. Όσον αφορά τις μισθώσεις που έχουν καταστεί, κατ’ άρθ. 611 ΑΚ, αόριστου χρόνου, η διατύπωση της διάταξης του νέου άρθ. 637 εδ. δ΄

4. Οικογενειακή στέγη. Επί οικογενειακής στέγης πρέπει η πρόσκληση να επιδοθεί και στη σύζυγο του μισθωτή μέσα στην ίδια προθεσμία προκειμένου να μην επέρχεται αιφνδιασμός ιδίως επί διαστάσεως των συζύγων και παραχώρησης του μισθίου στον σύζυγο του μισθωτή (βλ. 612Α ΑΚ).

Δ. Αρμοδιότητα για έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου

Ε. Αίτηση εκμισθωτή

1. Περιεχόμενο αίτησης

2. Εκκρεμοδικία. 1. Η υποβολή της αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία και δεν εμποδίζει την άσκηση αγωγής απόδοσης του μισθίου∙ τοσούτω μάλλον αφού δεν ασκείται πλέον ενώπιον δικαστηρίου αλλά ενώπιον δικηγόρου ο οποίος ενεργεί εν προκειμένω ως όργανο της Διοίκησης

3. Εξουσία ορισθέντος Δικηγόρου. 1. Κατά το άρθ.

ΣΤ. Σώρευση αίτησης για πληρωμή μισθωμάτων (645 ΚΠολΔ)

1. Γενικά

2. Σχέση διαταγής απόδοσης με αίτημα καταβολής οφειλομένων προς διαταγή πληρωμής. 1. Όπως γίνεται δεκτό, με την παραπάνω διάταξη επιτρέπεται ρητώς η δυνατότητα (και όχι υποχρέωση) σώρευσης μαζί με τη διαταγή απόδοσης μισθίου ακινήτου και διαταγής πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα, κοινόχρηστες δαπάνες, τέλη και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Από την παραπάνω απαρίθμηση, που περιλαμβάνει όλες τις βασικές χρηματικές απαιτήσεις του εκμισθωτή, προκύπτει με σαφήνεια η νομοθετική πρόθεση για πλήρη εκκαθάριση όλων των χρηματικών απαιτήσεων από τη μισθωτική σχέση με μία και την ίδια διαταγή. Η ως άνω δυνατότητα σώρευσης των δύο διαταγών (απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων), με τη διαδικασία των άρθ. 637 επ.

Ζ. Έκδοση διαταγής απόδοσης

1. Περιεχόμενο διαταγής απόδοσης

2. Καθού κάτοικος αλλοδαπής. 1. Κατά τη διάταξη του άρθ.

3. Ετεροδικία. Για την ετεροδικία βλ. παρακάτω § 70.Γ

4. Θάνατος μισθωτή. 1. Αν ο μισθωτής πεθάνει μετά την επίδοση σε αυτόν της εξώδικης όχλησης του άρθ. 637

Η. Εκτέλεση διαταγής απόδοσης μισθίου

Θ. Διακοπή παραγραφής

Ι. Ανακοπή κατά διαταγής απόδοσης μισθίου (642 ΚΠολΔ)

1. Προθεσμία άσκησης ανακοπής

2. Νομιμοποίηση – Έννομο συμφέρον. 1.1. Την ανακοπή νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει ο καθού η διαταγή μισθωτής και όχι τυχόν τρίτος, όπως ο υπομισθωτής αν η διαταγή απόδοσης δεν στρέφεται ευθέως εναντίον του. Οι τρίτοι έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή κατά της εκτέλεσης.

3. Αρμοδιότητα – Διαμεσολάβηση. 1. Η ανακοπή ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που είναι καθ’ ύλη αρμόδιο για να δικάσει την αγωγή απόδοσης του μισθίου. Η διατύπωση του νόμου αφήνει την εντύπωση ότι η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και σε δικαστήριο διαφορετικό από εκείνο, του οποίου ο δικαστής εξέδωσε τη διαταγή. Είναι προφανές ότι ο νόμος θέλησε ως αρμόδιο το δικαστήριο του τόπου όπου ο Δικηγόρος εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή

4. Περιεχόμενο ανακοπής γενικά. 1. Με την, κατά το άρθ. 642

5. Λόγοι ανακοπής. 1. Με την ανακοπή του, ο μισθωτής μπορεί να προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό κατά του δικαιώματος του εκμισθωτή για απόδοση του μισθίου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν καταλαμβάνεται από τυχόν δεδικασμένο

6. Πρόσθετοι λόγοι

7. Επανειλημμένη καθυστέρηση

8. Αυτεπάγγελτη έρευνα. Υποστηρίζεται η άποψη ότι το δικαστήριο της ανακοπής οφείλει να εξετάσει το νόμω βάσιμο της αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου και χωρίς λόγο ανακοπής και συνεπώς εξετάζεται αυτεπαγγέλτως το γεγονός αν έχουν περάσει οι 15 μέρες από την επίδοση της εξώδικης όχλησης του εκμισθωτή (άρθ. 637

9. Εκδίκαση ανακοπής – Διαδικασία. 1.1. Κατά το άρθ. 642 εδ. β΄

10. Επαναφορά πραγμάτων. Αν ο μισθωτής απολέσει την προθεσμία για άσκηση ανακοπής, μπορεί να ασκήσει εκπρόθεσμη ανακοπή, ζητώντας παράλληλα επαναφορά των πραγμάτων αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθ. 152 επ.

11. Ανακοπή εκτέλεσης. 1. Μπορεί επίσης ο μισθωτής, αν άσκησε εκπρόθεσμη ανακοπή ή αν παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για άσκηση της κατ’ άρθ. 642

12. Επανεγκατάσταση – Αποζημίωση. 1. Κατά την κρατούσα άποψη, σε περίπτωση που έχει εκτελεσθεί η διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, η οποία, μεταγενέστερα εξαφανίσθηκε συνεπεία παραδοχής ασκηθείσας κατ’ αυτής ανακοπής, δεν εφαρμόζεται το άρθ. 617 § 1

ΙΑ. Αναστολή εκτέλεσης διαταγής απόδοσης μισθίου (643 ΚΠολΔ).

1. Προϋποθέσεις αναστολής

2. Νομιμοποίηση. Αίτηση αναστολής νομιμοποιείται να ασκήσει αυτός που άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής απόδοσης. Κατά το λοιπά ισχύουν όσα αναφέρουμε παραπάνω υπό Ι.2.

3. Αρμοδιότητα – Διαδικασία. 1. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης αναστολής είναι το μονομελές πρωτοδικείο στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η εκδίκαση της ανακοπής.

4. Περιεχόμενο αίτησης αναστολής. 1. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται:

5. Άμυνα καθού. 1. Ο καθού μπορεί να προβάλει:

6. Προσωρινή διαταγή. Κατά το άρθ.

7. Ανάκληση απόφασης. 1. Κατά την κρατούσα άποψη, η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως αναστολής, είτε τη δέχεται είτε την απορρίπτει, δεν υπόκειται σε ανάκληση, διότι οι διατάξεις των άρθ. 696-698

ΙΒ. Παραίτηση από διαταγή απόδοσης μισθίου

§ 35. Κακή χρήση μισθίου (594 ΑΚ)

Α. Καταγγελία για κακή χρήση του μισθίου

1. Γενικά

2. Αγρομίσθωση. 1. Ο μισθωτής έχει υποχρέωση να εκμεταλλεύεται το μίσθιο με επιμέλεια και σύμφωνα με τον προορισμό του και ιδίως να φροντίζει για τη διατήρησή του σε καλή κατάσταση, ώστε να είναι παραγωγικό. - Χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα να μεταβάλει τον υφιστάμενο τρόπο εκμετάλλευσης, έτσι ώστε αυτή να επηρεάζεται σημαντικά πέρα από το χρόνο της μίσθωσης (

Β. Περιπτώσεις κακής χρήσης

Γ. Επιμελής και αμελής χρήση

Δ. Αντισυμβατική χρήση

Ε. Συμπεριφορά προς λοιπούς ενοίκους

ΣΤ. Έκταση κακής χρήσης

Ζ. Υπαιτιότητα μισθωτή

Η. Διαμαρτυρία εκμισθωτή

1. Φύση διαμαρτυρίας

2. Άτυπο διαμαρτυρίας. 1. Η διαμαρτυρία δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο αλλά μπορεί να γίνει και προφορικά και επομένως, πολλώ μάλλον, μπορεί να γίνει και με sms ή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

3. Επί εκποίησης του μισθίου. 1. Σε περίπτωση εκποίησης του μισθίου, στη διαμαρτυρία αρκεί να έχει προβεί ο δικαιοπάροχος του νέου κτήτορα. Ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης και συνεπώς μπορεί να επικαλεσθεί περιστατικά κακής χρήσης που δημιουργήθηκαν πριν από την εκποίηση του μισθίου και τα οποία εξακολουθούν να υφίστανται

Θ. Συμμόρφωση μισθωτή

Ι. Αξίωση εκμισθωτή για αποζημίωση

ΙΑ. Περιεχόμενο αγωγής απόδοσης μισθίου για κακή χρήση – Άμυνα εναγομένου

1. Περιεχόμενο αγωγής

2. Άμυνα εναγομένου. Ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει:

§ 36. Παράβαση όρου της μισθωτικής σύμβασης

Α. Συμφωνία στη μισθωτική σύμβαση

Β. Όρος ουσιώδης ή μη

Γ. Υπαιτιότητα

Δ. Περιπτώσεις παράβασης όρου

Ε. Συνέπειες παράβασης όρου

1. Συμβατικό δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης

2. Αυτόματη λύση της μίσθωσης (διαλυτική αίρεση). 1. Μια άλλη, όχι σπάνια, συμφωνούμενη συνέπεια της παράβασης όρου της μίσθωσης είναι η αυτόματη λύση της μίσθωσης σε περίπτωση παράβασης από τον μισθωτή κάποιου όρου της. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε στην ουσία

3. Χρόνος λύσης της μίσθωσης. 1. Αν συμφωνήθηκε αυτόματη λύση της μίσθωσης (διαλυτική αίρεση) σε περίπτωση παράβασης όρου της μισθωτικής σύμβασης, η μίσθωση λύνεται μόλις συμβεί η παράβαση (202 ΑΚ). Μπορεί στη σύμβαση να οριστεί ότι η λύση θα επέρχεται μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας από τότε που θα λάβει χώρα η παράβαση

ΣΤ. Σχέση με κακή χρήση του μισθίου

Ζ. Διάφορες κατηγορίες μισθώσεων

Η. Περιεχόμενο αγωγής απόδοσης μισθίου για παράβαση όρου – Άμυνα εναγομένου

1. Περιεχόμενο αγωγής

2. Άμυνα εναγομένου. 1. Η εναγόμενος μπορεί να προβάλει:

Θ. Ληξιπρόθεσμο μισθωμάτων ως συνέπεια παράβασης όρου

§ 37. Καταγγελία μίσθωσης για σπουδαίο λόγο

Α. Καταγγελία διαρκούς ενοχικής σχέσης

Β. Καταγγελία μίσθωσης

Γ. Προϋποθέσεις καταγγελίας

1. Γενικά

2. Περιπτώσεις ή μη, ύπαρξης σπουδαίου λόγου. 1. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους

3. Αναφορά λόγων. 1. Κατά μία άποψη, στην καταγγελία δεν απαιτείται να αναφέρεται ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο καταγγέλλεται η σύμβαση, τοσούτω μάλλον αφού η καταγγελία είναι άτυπη. Αν το κύρος της καταγγελίας αμφισβητηθεί, μπορεί ο καταγγείλας να προβάλει και να αποδείξει στο δικαστήριο τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο

4. Αναιρετικός έλεγχος. Η συνδρομή ή όχι των συνιστώντων τον σπουδαίο λόγο πραγματικών περιστατικών ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πλην όμως το εάν τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου υπόκειται στον έλεγχο του ΑΠ, ο οποίος γίνεται διά του αριθ. 1 του άρθ. 559

Δ. Διαδικασία και συνέπειες καταγγελίας

1. Απρόθεσμο καταγγελίας

2. Αποζημίωση. Σε περίπτωση καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν οφείλεται αποζημίωση στον αντισυμβαλλόμενο, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά

3. Αντίθετη συμφωνία

4. Ανυπαρξία σπουδαίου λόγου. 1. Σε περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης για περιστατικά, που δε συνιστούν, κατά τα ανωτέρω, σπουδαίο λόγο, δεν παράγονται αποτελέσματα (άρθ. 174 και 180 ΑΚ), δηλαδή δεν επέρχεται η λύση της μίσθωσης

5. Χρόνος καταγγελίας

§ 38. Λύση μίσθωσης λόγω απαλλοτρίωσης του μισθίου

Α. Λύση μίσθωσης

Β. Δικαιώματα υπέρ ου η απαλλοτρίωση

Γ. Δικαιώματα μισθωτή

§ 39. Συνέπειες λήξης της μίσθωσης

Α. Υποχρέωση απόδοσης του μισθίου

1. Έννοια λήξης της μίσθωσης

2. Απόδοση μισθίου. 1. Ο μισθωτής, κατά τη λήξη της μίσθωσης, έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε (

3. Εναγωγή υπομισθωτή. 1. Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε τρίτον, ο εκμισθωτής μπορεί κατά τη λήξη της μίσθωσης να απαιτήσει το μίσθιο και από τον υπομισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση (

4. Μίσθωση και προσβολή νομής εκμισθωτή. 1. Σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής απ’ αυτήν έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση (

5. Πρόωρη άσκηση αγωγής. 1. Σύμφωνα με το άρθ.

6. Κατάχρηση δικαιώματος

7. Μίσθωση και πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. 1. Κατά το άρθ.

Β. Άρνηση παραλαβής μισθίου

1. Γενικά

2. Διορισμός μεσεγγυούχου. 1. Ο οφειλέτης, αν έχει υποχρέωση να αποδώσει ακίνητο και ο δανειστής έγινε υπερήμερος, δικαιούται, ειδοποιώντας προηγουμένως το δανειστή, αν αυτό είναι εφικτό, να προκαλέσει το διορισμό από το δικαστήριο μεσεγγυούχου, ο οποίος έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κάθε μεσεγγυούχου. Αφότου ο μεσεγγυούχος παραλάβει το ακίνητο, επέρχεται απόσβεση της υποχρέωσης του οφειλέτη (

Γ. Αξίωση εκμισθωτή για αποζημίωση

1. Αξιώσεις εκμισθωτή γενικά

2. Πρόωρη λύση της μίσθωσης από λόγο που αφορά τον μισθωτή

3. Τρόπος καταβολής αποζημίωσης. Η αποζημίωση αυτή για το συμφωνημένο μίσθωμα δεν οφείλεται εφάπαξ αλλά κατά τα τακτά χρονικά διαστήματα που έπρεπε να καταβάλλεται το μίσθωμα

4. Αφαίρεση ωφελημάτων

Δ. Αποζημίωση χρήσης

Ε. Ποινική ρήτρα

1. Συμφωνία συμβαλλομένων

2. Κατάπτωση της ποινής (405 ΑΚ). 1. Σύμφωνα με το άρθ.

3. Μείωση της ποινής (409 ΑΚ). 1. Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο, στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει (

4. Χρόνος προβολής της ένστασης. 1. Διχογνωμία επικρατεί ως προς τον χρόνο μέχρι του οποίου μπορεί να προβληθεί η σχετική ένσταση. Κατά την κρατούσα άποψη, η ένσταση αυτή μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης ακόμα και στο εφετείο

§ 40. Αποζημίωση χρήσης (601 ΑΚ)

Α. Γενικά

1. Λήξη μίσθωσης

2. Παράνομη παρακράτηση μισθίου. 1. Προϋπόθεση της, κατ’ άρθ. 601 ΑΚ, ευθύνης του μισθωτή για καταβολή αποζημίωσης χρήσης είναι η παρακράτηση του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης.

3. Χρόνος έναρξης υποχρέωσης για αποζημίωση. 1. Από τον χρόνο λύσης της μίσθωσης και μετά, δεν υφίσταται απαίτηση του εκμισθωτή για καταβολή μισθώματος, αλλά –με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθ. 601 ΑΚ– για την εντελώς διαφορετική απαίτηση για αποζημίωση χρήσης.

4. Εφαρμογή επί Δημοσίου και ΝΠΔΔ. 1. Η διάταξη του άρθ. 601 ΑΚ εφαρμόζεται και στις μισθώσεις του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ

5. Τοκοδοσία. 1. Γίνεται δεκτό ότι η αποζημίωση χρήσης δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος και για την καταβολή της δεν υφίσταται εκ του νόμου δήλη ημέρα, ώστε με την παρέλευσή της ο μισθωτής να οφείλει τόκους υπερημερίας και επομένως, η σχετική απαίτηση του εκμισθωτή καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και συνεπώς τοκοφόρα εφόσον έχει προηγηθεί όχληση του υποχρέου σε αποζημίωση, οπότε οφείλονται τόκοι υπερημερίας κατά τα άρθ. 340 και 345 ΑΚ, ή από την επίδοση αγωγής, κατ’ άρθ. 346 ΑΚ.

Β. Βασική αποζημίωση

1. Περιεχόμενο βασικής αποζημίωσης

2. Αναπροσαρμογή

3. Δαπάνες κοινοχρήστων κ.λπ

4. Χαρτόσημο/Ψηφιακό τέλος συναλλαγής

5. Χρόνος αποζημίωσης

Γ. Περαιτέρω ζημία

1. Γενικά

2. Πταίσμα μισθωτή. 1. Σε αντίθεση προς τη βασική αποζημίωση για η οποία οφείλεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη υπαιτιότητας του μισθωτή, για την περαιτέρω ζημία, απαιτείται υπερημερία του μισθωτή, δηλ. καθυστέρηση στην απόδοση του μισθίου οφειλόμενη σε πταίσμα του. Το πταίσμα όμως του μισθωτή τεκμαίρεται, την δε ανυπαρξία του πταίσματος οφείλει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση, και να αποδείξει ο μισθωτής, ώστε να απαλλαγεί

3. Έκταση αποζημίωσης. 1. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθ. 298 ΑΚ, αποκαθίσταται η θετική ζημία, όπως π.χ. είναι η δαπάνη για τη μίσθωση άλλου ακινήτου, την οποία ο εκμισθωτής δεν θα έκανε αν του παραδινόταν το μίσθιο για να το ιδιοχρησιμοποιήσει, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο διαφυγόν κέρδος είναι το επί πλέον του συμφωνημένου μισθώματος ποσό το οποίο ο εκμισθωτής, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα εισέπραττε από την εκμίσθωση του μισθίου σε τρίτον, αν του παραδιδόταν εγκαίρως το μίσθιο.

Δ. Απαλλαγή μισθωτή

Ε. Δικαιούχοι και υπόχρεοι της αποζημίωσης

1. Δικαιούχοι αποζημίωσης

2. Υπόχρεοι αποζημίωσης. 1.1. Υπόχρεος σε καταβολή της αποζημίωσης χρήσης είναι πάντοτε ο (πρώην) μισθωτής και όχι ο υπομισθωτής, ο οποίος δεν ευθύνεται απέναντι στον εκμισθωτή, αλλά μόνον απέναντι στον μισθωτή-υπεκμισθωτή

3. Εκχώρηση στο Δημόσιο. 1. Κατά την ορθή άποψη, η πιο πάνω αποζημίωση χρήσης, αναντίρρητα αποτελεί εισόδημα από την εκμίσθωση ακινήτου, το οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 4 § 7 ν. 2238/1994, επιτρέπεται να εκχωρηθεί στο Δημόσιο, δεδομένου ότι είναι αξίωση που απορρέει από τη μισθωτική σύμβαση, ως «μετενέργεια αυτής»

ΣΤ. Παραγραφή

Ζ. Αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού

Η. Περιεχόμενο αγωγής – Άμυνα εναγομένου

1. Περιεχόμενο αγωγής

2. Άμυνα εναγομένου. 1. Ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει:

Θ. Ζημία και μετά τη λήξη της παρακράτησης

Ι. Ευθύνη εγγυητή

ΙΑ. Δικονομικά θέματα

Κεφάλαιο Θ΄

Μίσθωση κατοικίας

§ 41. Μίσθωση κύριας κατοικίας

Α. Ισχύον δίκαιο

Β. Νόμιμη διάρκεια μίσθωσης κύριας κατοικίας

Γ. Σύντμηση χρόνου μίσθωσης

Δ. Μίσθωση οικογενειακής στέγης

Ε. Ευάλωτος οφειλέτης (217 επ. ΠτωχΚ – ν. 4738/2020)

§ 42. Ρύθμιση οικογενειακής στέγης από το δικαστήριο (1393 ΑΚ)

Α. Ρύθμιση από το δικαστήριο

1. Γενικά

2. Έννοια οικογενειακής στέγης γενικώς. 1.1. Σύμφωνα με το άρθ. 1393 ΑΚ, οικογενειακή στέγη είναι το ακίνητο (διαμέρισμα, μονοκατοικία κ.λπ.) που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των δύο συζύγων. Ως κύρια διανομή νοείται ο πραγματικός χώρος, στον οποίο οι σύζυγοι αναπτύσσουν την κοινή συζυγική τους δραστηριότητα, ανεξάρτητα από την έννομη σχέση που τους συνδέει με το ακίνητο π.χ. κυριότητα, μίσθωση, χρησιδάνειο κ.λπ. Η έννοια της κύριας διαμονής συμπίπτει με την έννοια της κύριας κατοικίας του άρθ. 1 § 1 ν. 1703/1987. Συνεπώς, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο οικογενειακής στέγης, η δευτερεύουσα ή η εξοχική κατοικία

3. Επέμβαση δικαστηρίου. 1. Το άρθ. 1393 ΑΚ ορίζει ότι σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των συζύγων το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών τους, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη, ανεξάρτητα από το ποιος απ’ αυτούς είναι κύριος ή ανεξάρτητα από το ποιος έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα χρήσης του (π.χ. ποιος είναι ο μισθωτής)

Β. Συνέπειες ρύθμισης από το δικαστήριο

Γ. Σε περίπτωση λύσης του γάμου/συμφώνου συμβίωσης

§ 43.

Καταγγελία μίσθωσης οικογενειακής στέγης από τον εκμισθωτή (612Α ΑΚ)

Α. Η Ρύθμιση

Β. Έκταση εφαρμογής

1. Επί καταγγελίας της μίσθωσης από τον εκμισθωτή

2. Επί αγωγής απόδοσης του μισθίου χωρίς καταγγελία. 1. Η διάταξη του άρθ. 612Α ΑΚ εφαρμόζεται και σε περίπτωση άσκησης αγωγής απόδοσης του μισθίου λόγω δυστροπίας με βάση το άρθ. 66

3. Επί συμφώνου συμβίωσης

Γ. Κοινοποίηση καταγγελίας στον σύζυγο του μισθωτή

1. Τύπος κοινοποίησης

2. Προθεσμία κοινοποίησης. 1. Όπου απαιτείται τήρηση προθεσμίας για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η προθεσμία αυτή πρέπει να τηρηθεί και στην περίπτωση που η καταγγελία κοινοποιείται στον σύζυγο του μισθωτή (π.χ. στις περιπτώσεις των άρθ. 597 § 1, 609 ΑΚ).

3. Τρόπος κοινοποίησης

4. Συνέπειες μη κοινοποίησης. 1. Αν η καταγγελία δεν κοινοποιηθεί και στον σύζυγο του μισθωτή, είναι άκυρη (612A, 180 ΑΚ) και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Δ. Παθητική νομιμοποίηση αγωγής απόδοσης μισθίου

Ε. Δυνατότητες συζύγου του μισθωτή

§ 44. Συνέπειες θανάτου εκμισθωτή – μισθωτή

Α. Θάνατος εκμισθωτή

1. Κληρονομητό μισθωτικής σχέσης

2. Επικαρπία. 1. Αν με τη διαθήκη του εκμισθωτή, άλλος κληρονόμος έχει εγκατασταθεί στην ψιλή κυριότητα του μισθίου και άλλος στην επικαρπία, στη μίσθωση υπεισέρχεται ο επικαρπωτής.

3. Δικαιώματα κληρονόμων εκμισθωτή. 1. Ο κληρονόμος του εκμισθωτή δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση για λόγους που προβλέπονται από τον ΑΚ ή το π.δ. 34/1995 λόγω της ιδιότητάς του αυτής και να ασκήσει την αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Ο κληρονόμος αποκτά όλα τα δικαιώματα και φέρει όλες τις υποχρεώσεις του θανόντος εκμισθωτή, έστω και αν αυτά ανάγονται στον πριν από την υπεισέλευση χρόνο. Έτσι, ο κληρονόμος μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση και να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για λόγους που προβλέπονται από τον νόμο, έστω κι αν τα σχετικά περιστατικά ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του θανάτου του κληρονομουμένου

Β. Θάνατος μισθωτή

1. Κληρονομητό μισθωτικής σχέσης

2. Δικαίωμα καταγγελίας από τους κληρονόμους του μισθωτή. 1. Όταν αποβιώσει ο μισθωτής, οι κληρονόμοι του έχουν δικαίωμα να καταγγείλουν τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται τουλάχιστον πριν από τρεις μήνες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μηνός (

3. Αγρομίσθωση. 1. Σε περίπτωση θανάτου του μισθωτή οι κληρονόμοι του έχουν δικαίωμα να καταγγείλουν τη μίσθωση πριν από έξι τουλάχιστον μήνες, για το τέλος της γεωργικής περιόδου του μισθίου. Το ίδιο δικαίωμα έχει και ο εκμισθωτής, αν οι κληρονόμοι δεν παρέχουν τα εχέγγυα για την κατάλληλη εκμετάλλευση του κτήματος (

4. Εμπορική μίσθωση. 1. Η διάταξη του άρθ. 612 § 1 ΑΚ ισχύει και στις εμπορικές μισθώσεις παράλληλα με τη διάταξη του άρθ. 12 § 1 π.δ. 34/1995. Για τη διάταξη του άρθ. 12 π.δ. 34/1995 βλ. παρακάτω § 55.

§ 45. Υπεισέλευση του επιζώντος συζύγου (612 § 2 ΑΚ)

Α. Η ρύθμιση

Β. Προϋποθέσεις υπεισέλευσης

1. Γενικά

2. Μη συμβίωση των συζύγων. Αν οι σύζυγοι δεν συμβιούσαν στην ίδια στέγη, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθ. 612 § 2 ΑΚ. Οικογενειακή στέγη υπάρχει και εφαρμόζεται το άρθ. 612 § 2 ΑΚ και στην περίπτωση που, μετά τη διακοπή της συμβίωσης, το δικαστήριο είχε παραχωρήσει κατ’ άρθ. 1393 ΑΚ την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στον επιζώντα σύζυγο

3. Συμμισθωτής σύζυγος. Η ρύθμιση του άρθ. 612 § 2 ΑΚ ισχύει και αν ο επιζών σύζυγος ήταν συμμισθωτής μαζί με τον θανόντα, οπότε ο επιζών γίνεται μοναδικός μισθωτής της οικογενειακής στέγης.

4. Ελεύθερη συμβίωση

5. Σύμφωνο συμβίωσης. Στο άρθ. 8 εδ. α΄ ν. 4356/2015, που αφορά το σύμφωνο συμβίωσης, ορίζεται ότι: «Ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τους συζύγους» και στο άρθ. 12 εδ. α΄ του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: «Άλλες διατάξεις νόμων που αφορούν αξιώσεις των συζύγων μεταξύ τους, καθώς και αξιώσεις, παροχές και προνόμια έναντι τρίτων ή έναντι του Δημοσίου εφαρμόζονται αναλόγως και στα μέρη του συμφώνου, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον παρόντα ή άλλο νόμο…». Επομένως, η διάταξη του άρθ. 612 § 2 ΑΚ εφαρμόζεται και στην περίπτωση του συμφώνου συμβίωσης

Γ. Νομική φύση υπεισέλευσης

1. Η άποψή μας

2. Άλλες απόψεις. Σύμφωνα με άλλη άποψη, η υπεισέλευση του μισθωτή στη μίσθωση γίνεται «κληρονομικώ δικαιώματι» και συνεπώς ο επιζών σύζυγος δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση αν αποκληρωθεί ή κηρυχθεί ανάξιος. Και αυτή η γνώμη δέχεται την άποψη ότι ο μισθωτής δεν μπορεί να ορίσει με διαθήκη ότι δεν θα υπεισέρχεται στη μίσθωση ο σύζυγός του. Τρίτη άποψη δέχεται ότι πρόκειται για κληροδοσία εκ του νόμου. Τέλος, υποστηρίζεται και η άποψη ότι αν και ο επιζών σύζυγος είναι ειδικός διάδοχος στη μίσθωση εκ του νόμου, όμως δεν είναι ορθό να αποσυνδεθεί η υπεισέλευση του συζύγου από την κληρονομική διαδοχή και επομένως, αν ο σύζυγος αποδεχθεί την κληρονομία του θανόντος μισθωτή, ευθύνεται αναδρομικώς ο ίδιος για όλες τις υποχρεώσεις από τη μίσθωση, ενώ αν αποποιηθεί, ματαιώνεται και η υπεισελευσή του.

Δ. Χρονική έκταση υπεισέλευσης

Δεύτερο Μέρος

Νέες Εμπορικές Μισθώσεις

Κεφάλαιο Α΄

Εισαγωγικά

§ 46. Νομοθετικό καθεστώς παλαιών και νέων εμπορικών μισθώσεων.

Α. Παλαιές εμπορικές μισθώσεις

Β. Νέες εμπορικές μισθώσεις (άρθ. 13 § 1 ν. 4242/2014)

1. Γενικά

2. Η «καταγγελία» του άρθ. 13 § 1 εδ. γ΄ ν. 4242/2014

3. Μη εφαρμοζόμενες διατάξεις π.δ. 34/1995

4. Εφαρμοζόμενες διατάξεις π.δ. 34/1995

5. Το άρθ. 44 π.δ. 34/1995

Γ. Συνταγματικότητα διατάξεων

Δ. Φύση διατάξεων – Παραίτηση από δικαιώματα

1. Κανόνες δημόσιας τάξης

2. Παραίτηση από δικαίωμα που παρέχει ο νόμος. 1. Μετά από τη σύναψη της εμπορικής μίσθωσης είναι δυνατός ο αποκλεισμός της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του π.δ. 34/1995 με μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων, όπως είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται παράταση της μίσθωσης. Η συμφωνία αυτή, δεν απαιτείται να είναι έγγραφη, εκτός αν αφορά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης.

Ε. Η λειτουργία των νέων εμπορικών μισθώσεων μετά την πάροδο του νόμιμου χρόνου της τριετούς διάρκειάς τους

1. Εφαρμογή διατάξεων του π.δ. 34/1995 στις νέες εμπορικές μισθώσεις μετά την πάροδο του νόμιμου χρόνου

2. Συμφωνίες που αφορούν χρόνο μεταγενέστερο της νόμιμης τριετούς διάρκειας.

3. Λύση με διαλυτική αίρεση. 1. Αν συμφωνήθηκε διαλυτική αίρεση στη μίσθωση, τότε αυτή λύνεται αυτόματα μόλις πληρωθεί η αίρεση, χωρίς να απαιτείται καταγγελία της. Η διαλυτική αίρεση μπορεί να τεθεί είτε ως λόγος λύσης της μίσθωσης, είτε ως λόγος πρόωρης λύσης της μίσθωσης. Στην πρώτη περίπτωση δεν τίθεται χρονικό όριο διάρκειας της μίσθωσης αλλά αυτή λύνεται μόλις πληρωθεί η αίρεση. Κατά μία άποψη, σ’ αυτή την περίπτωση, η μίσθωση είναι ορισμένου χρόνου. Στη δεύτερη περίπτωση, η μίσθωση είναι ορισμένου χρόνου, οπότε αν πληρωθεί η αίρεση, αυτή λύνεται πριν από τη συμπλήρωση του ορισμένου χρόνου.

4. Σιωπηρή αναμίσθωση άρθ. 611 ΑΚ

5. Καταγγελία νέας εμπορικής μίσθωσης

6. Μεταγραφή μισθωτικών συμβάσεων (618 ΑΚ). Βλ. παραπάνω § 27.

Κεφάλαιο Β΄

Μισθώσεις υπαγόμενες στο π.δ. 34/1995

§ 47. Προστατευόμενες μισθώσεις

Α. Γενικά

Β. Μισθώσεις άρθ. 1 § 1 περ. α΄ π.δ. 34/1995

1. Γενικά

2. Διενέργεια εμπορικών πράξεων. 1. Στη ρύθμιση του π.δ. 34/1995 υπάγονται όλες γενικά οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται, κατά ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των συμβαλλομένων, για επιχείρηση σ’ αυτά, εμπορικών, γενικά, πράξεων, είτε υποκειμενικώς, λόγω της ιδιότητας αυτού που τις ενεργεί ως εμπόρου, είτε αντικειμενικώς, δηλαδή ευθέως από τον νόμο, είναι αυτές εμπορικές.

3. Αγορά για μεταπώληση ή εκμίσθωση

4. Επιχείρηση χειροτεχνίας. 1. Κατά την κρατούσα γνώμη, με τον όρο «επιχείρηση» νοείται το επάγγελμα.

5. Επιχείρηση παραγγελίας. Πρόκειται για ανάληψη επ’ αμοιβή, της σύναψης συναλλαγών για λογαριασμό άλλων

6. Επιχείρηση μεταφοράς. Πρόκειται για κατ’ επάγγελμα μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων διά ξηράς, θαλάσσης ή αέρος

7. Επιχείρηση προμήθειας. Έχει ως σκοπό την παροχή, έναντι ανταλλάγματος κατά κυριότητα ή χρήση, πραγμάτων και υπηρεσιών

8. Επιχείρηση πρακτορείας. Πρόκειται για παροχή, επ’ αμοιβή, κάθε φύσης μεσολαβητικών εξυπηρετήσεων (παροχής υπηρεσιών) προς το κοινό. Εδώ υπάγονται: η διεκπεραίωση φοροτεχνικών και φορολογικών υποθέσεων τρίτων, τα πρακτορεία ειδήσεων, ταξιδίων, λαχείων, ειδήσεων, οι διαφημιστικές επιχειρήσεις, τα ιδιωτικά ταχυδρομεία κ.λπ

9. Επιχείρηση δημόσιων θεαμάτων. 1. Πρόκειται για επιχείρηση που έχει ως σκοπό την οργάνωση και παρουσίαση στο κοινό οποιασδήποτε ψυχαγωγίας [θέατρα, κινηματογράφοι συναυλίες, αθλητικές εκδηλώσεις κ.λπ.]

10. Τραπεζικές εργασίες

11. Μεσιτικές εργασίες

12. Επιχειρηματική οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας. Επικρατεί η άποψη ότι αποτελεί εμπορική πράξη και αυτή που δεν αναγράφεται στον νόμο αλλά ενέχει οργάνωση επιχείρησης στην οποία υπάρχει και η χαρακτηρίζουσα το εμπόριο αβεβαιότητα

13. Πράξεις εμπόρων. 1. Εμπορικές είναι και οι πράξεις που ενεργούνται από εμπόρους για χάρη της εμπορίας τους. Έτσι, στο π.δ. 34/1995 υπάγονται οι μισθώσεις που συνάπτουν όλες οι εμπορικές εταιρίες: ανώνυμες (βλ. άρθ. 1 ν. 2190/1920 και ήδη 1 § 2 ν. 4548/2018, EΠE (άρθ. 3 § 1 ν. 3190/1955), προσωπικές, καθώς και οι αστικοί (άρθ. 1 § 7 ν. 1667/1986) και αγροτικοί συνεταιρισμοί (άρθ. 1 § 2 ν. 4673/2020)

Γ. Μισθώσεις εκπαιδευτηρίων και παιδικών σταθμών (άρθ. 1 § 1 περ. β΄ π.δ. 34/1995)

Δ. Μισθώσεις κλινικών και νοσηλευτικών ιδρυμάτων (άρθ. 1 § 1 περ. γ΄ π.δ. 34/1995)

Ε. Μισθώσεις βοηθητικών χώρων (άρθ. 1 § 1 δ΄ π.δ. 34/1995)

ΣΤ. Μισθώσεις φαρμακείων και φαρμακαποθηκών (άρθ. 1 § 1 περ. ε΄ π.δ. 34/1995)

1. Προστασία μισθώσεων φαρμακείων και φαρμακαποθηκών

2. Συστέγαση φαρμακείων (άρθ. 13 π.δ. 34/1995)

3. Παραχώρηση χρήσης φαρμακείου

4. Αποσυστέγαση φαρμακείων. 1. Το άρθ. 13 εδ. γ΄ π.δ. 34/1995 ορίζει ότι σε περίπτωση αποχώρησης οποιουδήποτε από τους συνεταίρους ή αποσυστέγασης, ή λύση της εταιρείας η μίσθωση συνεχίζεται για τους παραμένοντες στο μίσθιο φαρμακοποιούς, με τους όρους της αρχικής συμφωνίας και αν δεν υπάρχει συμφωνία, κατά τις διατάξεις του π.δ. 34/1995. Επομένως, η αποχώρηση συνεταίρου φαρμακευτικής εταιρείας ή η αποχώρηση συστεγαζόμενου φαρμακοποιού δεν επιδρά στη μίσθωση. Να σημειωθεί ότι μέχρι την ισχύ του ν. 2041/1992, με τη λύση της εταιρείας ή την αποχώρηση συνεταίρου, άρχιζε νέα μισθωτική σύμβαση.

Ζ. Μισθώσεις πρατηρίων υγρών καυσίμων (άρθ. 3 π.δ. 34/1995)

Η. Μισθώσεις οίκων ευγηρίας (άρθ. 1 § 1 περ. στ΄ π.δ. 34/1995)

§ 48. Επαγγελματικές μισθώσεις (άρθ. 2 π.δ. 34/1995)

Κεφάλαιο Γ΄

Μισθώσεις μη υπαγόμενες στο π.δ. 34/1995 (Άρθ. 4)

§ 49. Μη προστατευόμενες μισθώσεις

Α. Γενικά περί των μη υπαγόμενων μισθώσεων

Β. Βραχυχρόνιες μισθώσεις (άρθ. 4 § 1 περ. α΄ π.δ. 34/1995)

1. Έννοια – Κριτήρια

2. Περιπτώσεις. 1. Βραχυχρόνιες μισθώσεις μπορεί να θεωρηθούν οι μισθώσεις για πώληση χριστουγεννιάτικων, αποκριάτικων ή πασχαλινών ειδών. Να σημειωθεί ότι η

Γ. Μισθώσεις οικοτροφείων (άρθ. 4 § 1 περ. γ΄ π.δ. 34/1995)

Δ. Μισθώσεις χώρων σε συνοριακούς σταθμούς ή περιοχές λιμένων ή αεροδρομίων (άρθ. 4 § 1 περ. δ΄ π.δ. 34/1995)

Ε. Μισθώσεις σε δημόσιους κ.λπ. χώρους (άρθ. 4 § 1 περ. ε΄-η΄ π.δ. 34/1995)

1. Γενικά

2. Μισθώσεις σε κοινόχρηστους χώρους. 1. Με βάση τη διάταξη του παραπάνω αναφερόμενου εδ. ε΄, δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 34/1995 οι μισθώσεις χώρων που βρίσκονται μέσα σε κοινόχρηστους χώρους. Κοινόχρηστα είναι τα δημόσια πράγματα τα οποία έχουν τεθεί, από το δίκαιο, στη διάθεση του κοινού

3. Μισθώσεις σε νεκροταφεία. Κατά το άρθ. 4 § 1 εδ. στ΄ π.δ. 34/1995, δεν υπάγονται στις διατάξεις του π.δ. 34/1995, οι μισθώσεις χώρων εντός νεκροταφείων. Τέτοια είναι τα ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε οποιοδήποτε νεκροταφείο, ανεξάρτητα από τον φορέα του δικαιώματος κυριότητας σ’ αυτά. Ως νεκροταφείο νοείται η έκταση που είναι προορισμένη για την ταφή των νεκρών και περιβάλλει όλες τις αναγκαίες προς τούτο εγκαταστάσεις, καθώς και τους χώρους για τη φιλοξενία και την εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Στους τελευταίους ανήκουν, ενδεικτικά, οι χώροι στάθμευσης, τα κτίρια διοικητικών υπηρεσιών, αλλά και τα καταστήματα πώλησης των ειδών που χρησιμεύουν για την τέλεση θρησκευτικών τελετών και την απόδοση μνήμης και τιμής στους νεκρούς (όπως εργαστήρια μαρμάρων, ανθοπωλεία, αίθουσες δεξιώσεων κ.λπ.)

4. Μισθώσεις σε αρχαιολογικούς χώρους

5. Μισθώσεις ακινήτων ΑΕΙ. 1. Η εξαίρεση των μισθώσεων ακινήτων των AEI τέθηκε με τον ν. 2009/1992 και ισχύει από 14.2

6. Μισθώσεις σε κτήρια δημόσιων υπηρεσιών. Από 14.12.1992, έπαψαν να εξαιρούνται και πλέον υπάγονται στις διατάξεις του π.δ. 34/1995 οι μισθώσεις χώρων εντός κτηρίων που στεγάζουν δημόσιες υπηρεσίες.

ΣΤ. Οι μισθώσεις περιπτέρων μετά τους ν. 4093/2012 και 4254/2014

Ζ. Μισθώσεις ακινήτων της Βουλής των Ελλήνων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθ. 4 § 1 περ. ιγ΄ π.δ. 34/1995)

Η. Μισθώσεις διατηρητέων ακινήτων (άρθ. 4 § 1 περ. θ΄ π.δ. 34/1995)

Θ. Μισθώσεις χώρων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (άρθ. 4 § 1 περ. ιδ΄ π.δ. 34/1995)

Ι. Μισθώσεις κυλικείων και χώρων διαφημίσεων αθλητικών κέντρων (άρθ. 4 § 1 περ. ιβ΄ π.δ. 34/1995)

ΙΑ. Μισθώσεις χώρων Επιστημονικού και Τεχνολογικού Πάρκου (άρθ. 23 § 1 εδ. δ, ii ν. 2741/1999)

ΙΒ. Μισθώσεις ακινήτων της ΔEΘ (άρθ. 4 § 1 περ. ιε΄ π.δ. 34/1995).

ΙΓ. Μισθώσεις σχολικών κυλικείων

1. Μη υπαγωγή στις εμπορικές μισθώσεις

2. Ισχύουσα νομοθεσία. 1. Για την εκμετάλλευση των σχολικών κυλικείων ισχύουν οι διατάξεις του άρθ. 5 ν. 1894/1990 και η 64321/Δ4/15.5.2008 Κ.Α. Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Παιδείας «Λειτουργία κυλικείων δημοσίων σχολείων», η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της § 14 του άρθ. 5 του παραπάνω ν. 1894/1990 και τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 111526/Δ4/2010 την ΚΥΑ Φ2/1553/129578/Δ1/4.8.2016 και ήδη την ΚΥΑ 153169/ΓΔ4/20.12

3. Εκμισθωτής – Σχολικές Επιτροπές. 1. Με το άρθ. 5 § 8 ν. 1894/1990 (ΦΕΚ 110 Α) συστάθηκαν δημοτικά νομικά πρόσωπα με την επωνυμία «Σχολικές Επιτροπές», που διέπονται ήδη από το άρθ. 243 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 (ΦΕΚ 114 Α). Σύμφωνα με το άρθ. 243 § 1 του παραπάνω Κώδικα, σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα για τη στήριξη της διοικητικής λειτουργίας των σχολικών μονάδων, που βρίσκονται στα διοικητικά τους όρια, συνιστώνται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Σχολικές Επιτροπές», οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και τις διατάξεις του άρθ. 5 ν. 1894/1990, όπως κάθε φορά ισχύει. Έργο της Σχολικής Επιτροπής είναι, μεταξύ άλλων, και η διαχείριση των εσόδων από την ενδεχόμενη εκμετάλλευση των σχολικών κυλικείων.

4. Πλειοδοτικός διαγωνισμός. 1. Η ανάθεση από τη Σχολική Επιτροπή της λειτουργίας και εκμετάλλευσης των κυλικείων των δημοσίων σχολείων Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης γίνεται, βασικά, μόνον κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού. Σε περίπτωση αποτυχίας του διαγωνισμού αυτός επαναλαμβάνεται με την ίδια διαδικασία

5. Μίσθωμα. 1. Το ελάχιστο ποσό προσφοράς ορίζεται στα 4 ευρώ ανά μαθητή ετησίως (189 εργάσιμες ημέρες) και θα αποτελεί ποσό εκκίνησης κατά τη διαδικασία του πλειοδοτικού διαγωνισμού.

6. Διάρκεια μίσθωσης. Οι συμβάσεις ισχύουν για εννέα χρόνια, αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 30η Ιουνίου του ένατου έτους, χωρίς καμία περαιτέρω παράταση

7. Απαγόρευση υπομίσθωσης. Απαγορεύεται στον ανάδοχο του κυλικείου η υπεκμίσθωση ή η καθοιονδήποτε τρόπο ολική ή μερική παραχώρηση του σε άλλο άτομο καθώς και η λειτουργία του κυλικείου με πρόσληψη υπαλληλικού προσωπικού

8. Σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Παλαιότερα είχε κριθεί ότι η μίσθωση σχολικού κυλικείου αποτελεί διοικητική σύμβαση. Ήδη η ΣτΕ 3745/2009 [7μ] δέχθηκε ότι πρόκειται για σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Συνεπώς, ορθά η ΕφΠειρ 588/2017

ΙΔ. Μισθώσεις καταστημάτων λαχαναγορών (άρθ. 4 § 1 περ. ιστ΄ π.δ. 34/1995)

ΙΕ. Μισθώσεις ακινήτων Χρηματιστηρίου Αθηνών (άρθ. 4 § 1 περ. ιζ΄ π.δ. 34/1995)

ΙΣΤ. Μισθώσεις ακινήτων που αποκτήθηκαν με συνάλλαγμα (άρθ. 4 § 1 περ. ιη΄ π.δ. 34/1995)

ΙΖ. Χρηματοδοτικές μισθώσεις ακινήτων (άρθ. 4 § 1 περ. ιθ΄ π.δ. 34/1995)

ΙΗ. Μισθώσεις οίκων ανοχής

1. Μη υπαγωγή στο π.δ. 34/1995

2. Εφαρμοζόμενες διατάξεις

§ 50. Άρση προστασίας του π.δ. 34/1995

Α. Μισθώσεις που έπαυσαν, με νόμο, να υπάγονται στην προστασία

Β. Συμβατική μεταβολή της χρήσης

Γ. Παύση άσκησης προστατευόμενης δραστηριότητας από τον μισθωτή

Δ. Καταχρηστική επίκληση προστασίας του π.δ. 34/1995

Κεφάλαιο Δ΄

Μίσθωμα εμπορικής μίσθωσης και αναπροσαρμογή του

§ 51. Συμφωνία για το μίσθωμα

Α. Γενικά

Β. Μίσθωμα σε ξένο νόμισμα, σε είδος ή σε ποσοστά

§ 52. Η συμβατική αναπροσαρμογή μισθώματος εμπορικής μίσθωσης

Α. Γενικά

Β. Οριστή αναπροσαρμογή (371 ΑΚ)

Γ. Αξία είδους

Δ. Μίσθωμα σε ποσοστά

Ε. Αναπροσαρμογή στο ύψος του ελεύθερου μισθώματος

ΣΤ. Ρήτρα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής

Ζ. Διάρκεια ισχύος συμφωνίας αναπροσαρμογής (άρθ. 7 § 1 εδ. β΄ π.δ. 34/1995)

Η. Αναπροσαρμογή με άρθ. 288, 388 ΑΚ

§ 53.

Νόμιμη αναπροσαρμογή μισθώματος εμπορικής μίσθωσης μετά πάροδο διετίας (άρθ. 7 § 2 π.δ. 34/1995)

Α. Πότε επιτρέπεται

1. Γενικά

2. Φυσική ευχέρεια. Κρίθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος του εκμισθωτή να επιδιώξει αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση το 6% της αντικειμενικής αξίας, εμπίπτει στα όρια της φυσικής ευχέρειας ή εξουσίας του που πηγάζει από την καθολική ελευθερία και όχι στον κανόνα του άρθ. 281 ΑΚ.

3. Τρόπος αναπροσαρμογής

4. Κρίσιμος χρόνος. Κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας είναι ο χρόνος συντέλεσης της αναπροσαρμογής. Δηλαδή το νέο μίσθωμα υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές που ισχύουν κατά τον χρόνο της παρόδου της διετίας· μεταγενέστερες αυξομειώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη.

5. Δεύτερη αναπροσαρμογή. Δεύτερη αναπροσαρμογή με βάση την αντικειμενική αξία του μισθίου δεν μπορεί να γίνει, έστω και αν έχει χωρήσει, μετά την πρώτη αναπροσαρμογή, νέα αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων

6. Νέες μισθώσεις. Οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται και στις νέες μισθώσεις που συνάπτονται μετά τον ν. 4242/2014, αφού σύμφωνα με το άρθ. 13 § 1 εδ. α΄ του νόμου αυτού, η διάταξη του άρθ. 7 π.δ. 34/1995 δεν εξαιρείται από την εφαρμογή της στις νέες μισθώσεις

7. Η ρύθμιση του άρθ. 121 ν. 4926/2022.

8. Η ρύθμιση του άρθ. 96 §§ 1-1α ν. 5007/2022 και οι τροποποιήσεις του.

Β. Αναπροσαρμογή κάτω του 6%

Γ. Μίσθωμα άνω του 6%

Δ. Έγγραφη δήλωση-όχληση – Απαιτητό μισθώματος (άρθ. 7 § 5 π.δ. 34/1995)

Ε. Δυστροπία μισθωτή

ΣΤ. Αναπροσαρμογή σε ποσό πέραν του διπλασίου (άρθ. 7 ν. 2041/1992)

Ζ. Περιεχόμενο αγωγής αναπροσαρμογής

§ 54.

Νόμιμη αναπροσαρμογή μισθώματος εμπορικής μίσθωσης λόγω παρόδου έτους (άρθ. 7 § 3 π.δ. 34/1995)

Α. Νομοθετικό κείμενο – Εισηγητική έκθεση

Β. Ετήσια αναπροσαρμογή

1. Χρόνος ετήσιας αναπροσαρμογής

2. Έγκυρη μίσθωση

3. Υπολογισμός αναπροσαρμογής. 1. Η αναπροσαρμογή θα υπολογισθεί επί μισθώματος τουλάχιστον 6% της αξίας του μισθίου. Έτσι, αν το καταβαλλόμενο μίσθωμα είναι μικρότερο από 6% ενώ δεν συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι, ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει τη διαφορά του μισθώματος μέχρι το 6% καθώς και την αύξηση του 75% του τιμαρίθμου. Αν το μίσθωμα είναι μεγαλύτερο από το 6% της αντικειμενικής αξίας, η αναπροσαρμογή υπολογίζεται επί του μισθώματος αυτού και όχι επί του μισθώματος που αντιστοιχεί στο 6%. Αυτό καθορίστηκε ρητά και με τη διάταξη του άρθ. 2 § 28 ν. 2235/1994 (άρθ. 7 § 3 εδ. β΄ π.δ. 34/1995) που όρισε ότι η αληθινή έννοια του νόμου είναι ότι η ετήσια αναπροσαρμογή επέρχεται και σε περίπτωση που το μίσθωμα υπερβαίνει το 6% της αντικειμενικής αξίας

4. Νέα συμφωνία αναπροσαρμογής. Η νόμιμη αναπροσαρμογή λόγω παρόδου έτους εφαρμόζεται και σε περίπτωση που λήξει η συμφωνία αναπροσαρμογής. Έτσι, αν το μίσθωμα ήταν 250 ευρώ και με νεότερη συμφωνία των μερών αυξήθηκε σε 500 ευρώ, χωρίς όμως να ορισθεί διάρκεια του νέου μισθώματος, τότε μετά την πάροδο έτους από τη νεότερη συμφωνία, ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει αναπροσαρμογή με βάση το 75% του τιμαρίθμου, η οποία θα υπολογισθεί επί του τελευταίου μισθώματος των 500 ευρώ.

5. Δικαστική αναπροσαρμογή. 1. Εφόσον ζητείται μεγαλύτερο μίσθωμα μπορεί να ασκηθεί αγωγή αναπροσαρμογής με βάση τα άρθ. 288, 388 ΑΚ

Κεφάλαιο Ε΄

Μεταβολή προσώπου συμβαλλομένων –

Εκμίσθωση από μη δικαιούμενο

§ 55. Νόσος του μισθωτή (άρθ. 12 π.δ. 34/1995)

Α. Γενικά

Β. Νόσος μισθωτή

Γ. Άσκηση επιχείρησης

Δ. Μεταβίβαση μισθωτικής σχέσης

1. Γενικά

2. Έκταση εφαρμογής. Η μεταβίβαση επιτρέπεται τόσο στις μισθώσεις του άρθ. 1 π.δ. 34/1995, όσο και στις μισθώσεις του άρθ. 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος

3. Σύμβαση με τρίτον – Αναγγελία

4. Χρόνος μεταβίβασης. Η μεταβίβαση πρέπει να γίνει μέσα σε αποσβεστική προθεσμία ενός έτους από την επέλευση της νόσου ή ορθότερα από την επέλευση της πλήρους ανικανότητας.

Ε. Αντίθετη συμφωνία

ΣΤ. Διαπλαστικό δικαίωμα

Ζ. Συνέπειες μεταβίβασης

Η. Ευθύνη μεταβιβάζοντος

§ 56.

Μίσθωση από μη δικαιούμενο σε εκμίσθωση (άρθ. 14 π.δ. 34/1995)

Α. Γενικά

Β. Δικαιούμενοι και μη δικαιούμενοι σε εκμίσθωση

1. Δικαιούμενοι σε εκμίσθωση

2. Μη δικαιούμενοι σε εκμίσθωση

Γ. Δικαιώματα κυρίου επί εκμισθώσεως αλλοτρίου

Δ. Δέσμευση από κανονισμό πολυκατοικίας

Ε. Προϋποθέσεις και συνέπειες δέσμευσης του δικαιούχου εκμίσθωσης

1. Γενικά

2. Καλή πίστη του μισθωτή. Ο μισθωτής πρέπει να βρίσκεται σε καλή πίστη ως προς το ότι ο εκμισθωτής είχε δικαίωμα να εκμισθώσει το ακίνητο και να του παραχωρήσει την ανεμπόδιστη χρήση του μισθίου. Ο μισθωτής βρίσκεται σε κακή πίστη αν γνωρίζει ή αγνοεί από βαριά αμέλεια τη μη ύπαρξη δικαιώματος του εκμισθωτή για εκμίσθωση (πρβλ. 1037 ΑΚ). Η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της σύναψης της μισθωτικής σύμβασης. Η μεταγενέστερη κακή πίστη δε βλάπτει. Η ύπαρξη καλής πίστης αποτελεί ένσταση την οποία πρέπει να προτείνει ο μισθωτής, που φέρει και το βάρος απόδειξής της (338

3. Μη διαμαρτυρία του δικαιούχου

ΣΤ. Συνέπειες της δέσμευσης του τρίτου δικαιούχου

1. Γενικά

2. Λειτουργία της μίσθωσης. Ο τρίτος δικαιούχος δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση ως εκμισθωτής αλλά η μίσθωση εξακολουθεί να ισχύει μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων. Δυνατότητα υπεισέλευσης του τρίτου στη μίσθωση υπάρχει σε περίπτωση εκτέλεσης κατά του μη δικαιουμένου εκμισθωτή, απόφασης επί διεκδικητικής ή περί νομής αγωγής

3. Έγκριση μίσθωσης

4. Δέσμευση νέου κτήτορα

Ζ. Μη δέσμευση δικαιούμενου σε εκμίσθωση

Κεφάλαιο ΣΤ΄

Λήξη εμπορικής μίσθωσης

§ 57.

Λήξη εμπορικής μίσθωσης με αντισυμφωνία (άρθ. 5 § 1 π.δ. 34/1995 – 13 § 1 εδ. β΄ ν. 4242/2014)

Α. Λήξη εμπορικών μισθώσεων γενικά

Β. Αντίθετη μεταγενέστερη συμφωνία

1. Παλαιές εμπορικές μισθώσεις

2. Νέες εμπορικές μισθώσεις

3. Περιεχόμενο συμφωνίας

Γ. Έγγραφο βέβαιης χρονολογίας

Δ. Απόδειξη συμφωνίας

Ε. Έκταση εφαρμογής

ΣΤ. Συνέπειες

§ 58. Λύση νομικού προσώπου μισθωτή

Α. Θέση νομικού προσώπου σε εκκαθάριση

Β. Περάτωση εκκαθάρισης

1. Η κρατούσα άποψη

2. Η άποψή μας

§ 59.

Παραχώρηση χρήσης του μισθίου σε εταιρεία μετά πάροδο τριετίας

Α. Πάροδος τριετίας – Συμμετοχή μισθωτή

1. Γενικά

2. Μισθωτής. 1. Με τη ρύθμιση του άρθ. 11 § 1 εδ. β΄ π.δ. 34/1995 ορίζεται ότι μετά την πρώτη τριετία από τη σύναψη (όχι την έναρξη) της μίσθωσης, επιτρέπεται η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε εταιρεία προσωπική ή περιορισμένης ευθύνης, που θα συσταθεί, στην οποία ο μισθωτής θα συμμετέχει κατά ποσοστό τουλάχιστον 35%. Υποστηρίζεται και η άποψη ότι κρίσιμος είναι ο χρόνος της παράδοσης του μισθίου στον μισθωτή

3. Παραίτηση. Η παραίτηση του μισθωτή από το δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος για παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε εταιρεία και για μεταβολή των προσώπων των εταίρων μπορεί να γίνει μόνον με μεταγενέστερο έγγραφο, σύμφωνα με το άρθ. 45 π.δ. 34/1995

4. Εκμισθώσεις ΝΠΔΔ. Με την ατομική Γνμδ

Β. Γνωστοποίηση παραχώρησης

Γ. Μορφή εταιρείας – Χρόνος σύστασης

Δ. Μεταβολή προσώπου εταίρων

Ε. Αύξηση μισθώματος

ΣΤ. Συνέπειες παράβασης των διατάξεων του άρθ. 11 § 1 π.δ. 34/1995

§ 60. Πτώχευση εκμισθωτή – μισθωτή

Α. Γενικά

Β. Συνέπειες πτώχευσης εκμισθωτή

Γ. Πτώχευση μισθωτή

1. Συνέπειες πτώχευσης μισθωτή

2. Καταγγελία της μίσθωσης. 1. Όπως και υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πτώχευση του μισθωτή δεν αποτελεί λόγο καταγγελίας της μίσθωσης από τον σύνδικο. Ο σύνδικος μπορεί να καταγγείλει παλαιά μίσθωση αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 43 π.δ. 34/1995.

3. Καθυστέρηση μισθώματος. 1. Σε περίπτωση συνέχισης της μίσθωσης, ο σύνδικος οφείλει να καταβάλει τα μισθώματα

4. Εκτέλεση εξωστικής απόφασης. 1. Η σφράγιση δεν εμποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει για οποιονδήποτε λόγο την απόδοση του μισθίου στον εκμισθωτή. Μεσεγγυούχος των πραγμάτων που ευρίσκονται στο μίσθιο είναι ο εκμισθωτής, μέχρι να παραληφθούν αυτά από τον σύνδικο και εφαρμόζονται σχετικά οι διατάξεις της § 4 του άρθρου 956 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (

§ 61.

Καταγγελία εμπορικής μίσθωσης για εγκατάσταση υπηρεσιών (άρθ. 41 π.δ. 34/1995)

Α. Γενικά

Β. Προϋποθέσεις

1. Εγκατάσταση υπηρεσιών

2. Πάροδος συμβατικού χρόνου

3. Πρόθεση και δυνατότητα ιδιόχρησης

Γ. Καταγγελία εκμισθωτή

Δ. Τύπος και αποτελέσματα καταγγελίας

1. Τύπος καταγγελίας

2. Αποτελέσματα καταγγελίας. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας, δηλαδή η λύση της μίσθωσης, επέρχονται αμέσως. Δεν προβλέπεται από τον νόμο καταβολή αποζημίωσης

Ε. Δικαιώματα μισθωτή

§ 62.

Καταγγελία εμπορικής μίσθωσης από ΟΤΑ για δημιουργία πρασίνου κ.λπ. (άρθ. 42 π.δ. 34/1995)

Α. Γενικά

Β. Προϋποθέσεις

1. Ακάλυπτος χώρος

2. Πάροδος συμβατικού χρόνου. Για την καταγγελία απαιτείται να έχει περάσει ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης, οσοσδήποτε κι αν είναι αυτός

3. Απόφαση δημοτικού συμβουλίου. Για την καταγγελία απαιτείται να ληφθεί απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία να εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, με την οποία να κριθούν οι χώροι του μισθίου ως χώροι για δημιουργία πρασίνου, πλατείας, εγκαταστάσεων ψυχαγωγίας ή για ανοικοδόμηση

Γ. Καταγγελία εκμισθωτή

Δ. Αποτελέσματα καταγγελίας

Ε. Δικαιώματα μισθωτή

Τρίτο Μέρος

Μισθώσεις για στέγαση Δημόσιων Υπηρεσιών

και Υπηρεσιών NΠΔΔ

§ 63. Νομοθετικό καθεστώς

Α. Μισθώσεις Δημοσίου

1. Νομοθετικό καθεστώς

2. Διαγωνισμός. 1. Οι μισθώσεις ιδιωτικών κτηρίων για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών ή υπηρεσιών NΠΔΔ συνάπτονται ύστερα από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό (δημοπρασία), που προκηρύσσεται μετά από αίτηση της υπηρεσίας που πρόκειται να στεγαστεί ή της προϊστάμενης της αρχής (άρθ. 3 § 1 ν. 3130/2003, 26 π.δ. 715/1979). Η μίσθωση ακινήτου χωρίς προηγούμενη δημοπρασία επιτρέπεται μόνον στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθ. 3 § 2 ν. 3130/2003 για το Δημόσιο και στο άρθ. 27 π.δ. 715/1979 για τα ΝΠΔΔ.

3. Υπομίσθωση

Β. Υπαγωγή μισθώσεων Δημοσίου στις διατάξεις του π.δ. 34/1995 (άρθ. 41 § 17 ν. 2648/1998)

1. Νομοθετική ρύθμιση

2. Διαχρονικό δίκαιο. 1. Η ισχύς της παραπάνω ρύθμισης άρχισε από τη δημοσίευση του ν. 2648/1998 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (22.10.1998)

3. Μονομερής παράταση της μίσθωσης από το Δημόσιο (άρθ. 29 § 3 π.δ. 19/19.11.1932).

4. Έκταση εφαρμογής π.δ. 34/1995

Γ. Μισθώσεις ΝΠΔΔ

1. Γενικά

2. Μισθώσεις ΙΚΑ

3. Μισθώσεις Περιφερειών

4. Εκμισθώσεις εκκλησιαστικών ακινήτων. 1. Για την εκμίσθωση ακινήτων των ιερών ναών ισχύει ο Κανονισμός 325/2020 «Περί εκμισθώσεων, εκποιήσεων και εν γένει διαχειρίσεως της περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος». Προβλέπεται ότι η εκμίσθωση γίνεται ύστερα από διαγωνισμό (ανοικτό, κλειστό ή πρόχειρο), κατ’ εξαίρεση δε, με διαπραγματεύσεις (άρθ. 4), ενώ προβλέπεται και η δυνατότητα μακροχρόνιας μίσθωσης διάρκειας έως ενενήντα εννέα (99) ετών με ανοικτό διαγωνισμό (άρθ. 5).

Δ. Εκμισθώσεις ακινήτων Δήμων (άρθ. 192 ν. 3463/2006)

Ε. Μισθώσεις δημόσιων εκπαιδευτηρίων

ΣΤ. Εκμισθώσεις και μισθώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης

Ζ. Φύση μισθωτικής σύμβασης

1. Γενικά

2. Διοικητική σύμβαση. 1. Η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίον ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα προαναφερθέντα γνωρίσματα είναι ιδιωτικές και οι διαφορές που προέρχονται από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι η διαφορά που απορρέει από προφορική σύμβαση, για τη διάγνωση του χαρακτήρα της οποίας ο δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο, ούτε να διαγνώσει το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, είναι ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν συμβαλλόμενο σ’ αυτή είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ΟΤΑ ή άλλο ΝΠΔΔ ή αν φέρεται να έχει συναφθεί για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού.

3. Ειδικά. 1. Η εκμίσθωση ακινήτων των δήμων αποβλέπει στην επίτευξη του καλύτερου δυνατού οικονομικού αποτελέσματος και στην εξυπηρέτηση ταμιευτικών σκοπών των ΟΤΑ, οι δε συναπτόμενες συμβάσεις είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και οι σχετικές διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια.

Η. Σχέση με τις διατάξεις του π.δ. 34/1995

1. Επικράτηση διατάξεων π.δ. 34/1995

2. Δικαίωμα μισθωτή για μείωση μισθώματος

§ 64. Σύναψη μίσθωσης – Τύπος

Α. Υπογραφή μισθωτηρίου

Β. Έγγραφος τύπος

Γ. Ακυρότητα και θεραπεία της σύμβασης

§ 65. Παράδοση και χρήση του μισθίου από Δημόσιο – ΝΠΔΔ

Α. Υποχρέωση εκμισθωτή

Β. Δικαιώματα μισθωτή

Γ. Επισκευή του μισθίου

1. Καθεστώς π.δ. 19.11

2. Καθεστώς ν. 3130/2003

3. Φθορές πέραν της συνήθους χρήσης

Δ. Ελαττώματα μισθίου

Ε. Χρήση και αλλαγή χρήσης του μισθίου

§ 66. Καταβολή μισθώματος

Α. Χρόνος καταβολής

1. Καθεστώς π.δ. 19.11

2. Καθεστώς ν. 3130/2003

Β. Τέλη – Κρατήσεις

Γ. Παραγραφή αξίωσης μισθωμάτων

§ 67. Λήξη της μίσθωσης Δημοσίου κ.λπ

Α. Γενικά

Β. Καταγγελία από τον μισθωτή

1. Καθεστώς π.δ. 19.11.1932 και π.δ. 715/1979

2. Καθεστώς ν. 3130/2003

3. Καθεστώς π.δ. 715/1979

Γ. Καταγγελία εκμίσθωσης από ΓΑΙΑΟΣΕ ΑΕ

§ 68. Προσφορά μισθίου με υπερβολικό μίσθωμα (άρθ. 23 ν. 3130/2003).

Α. Προσφορά του μισθίου σε νέα δημοπρασία

Β. Σύνταξη μισθωτηρίου

Γ. Καθορισμός θεμιτού μισθώματος

Δ. Επισκευές του μισθίου

Τέταρτο Μέρος

Δικονομικά θέματα

§ 69. Νέα διαδικασία περιουσιακών διαφορών

Α. Γενικά

1. Ενοποίηση ειδικών διαδικασιών

2. Μισθωτικές διαφορές. 1. Στο άρθ. 614

3. Εσφαλμένη διαδικασία. 1. Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται (

4. Διαδικασία διαμεσολάβησης. 1. Όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθ. 6 § 1 ν. 4640/2019, οι μισθωτικές διαφορές δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των διαφορών για τις οποίες απαιτείται, πριν από την άσκηση της αγωγής, η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Παρ’ όλ’ αυτά πρέπει να ενημερώνεται ο διάδικος για τη δυνατότητα υπαγωγής της διαφοράς σε προαιρετική διαμεσολάβηση.

Β. Διαφορές παλιάς και νέας μισθωτικής διαδικασίας

§ 70. Αρμοδιότητα – Δικαιοδοσία

Α. Καθ’ ύλην αρμοδιότητα

1. Γενικά

2. Μισθωτικές διαφορές

Β. Κατά τόπον αρμοδιότητα

1. Αποκλειστική αρμοδιότητα

2. Παρέκταση αρμοδιότητας

Γ. Διεθνής δικαιοδοσία

§ 71. Άσκηση αγωγής

Α. Τρόπος άσκησης

Β. Διαδρομή προθεσμίας επίδοσης

Γ. Έννομο συμφέρον – Νομιμοποίηση

1. Έννομο συμφέρον

2. Νομιμοποίηση

3. Νομιμοποίηση στη μίσθωση

4. Πτώχευση

5. Μεταβίβαση επιδίκου. 1. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (

Δ. Απαγόρευση διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής

Ε. Άσκηση αγωγής από αντιπρόσωπο

ΣΤ. Νομική βάση αγωγής

Ζ. Χρόνος κτήσης αγωγικού δικαιώματος

Η. Συνέπειες άσκησης της αγωγής

1. Κατάθεση αγωγής

2. Επίδοση αγωγής

3. Παραίτηση. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής δεν επιφέρει και ανάκληση της εμπεριεχόμενης στην αγωγή καταγγελίας

4. Μεταβολή της βάσης της αγωγής. 1. Με τη διάταξη του άρθ. 224

Θ. Αποδοχή της αγωγής (298 ΚΠολΔ)

§ 72. Ανταγωγή

Α. Έννοια ανταγωγής

Β. Χρόνος άσκησης

Γ. Επικουρική άσκηση

Δ. Δωσιδικία – Εκδίκαση

§ 73. Συζήτηση στο ακροατήριο

Α. Προτάσεις – Παράσταση με δικηγόρο

1. Κατάθεση προτάσεων

2. Παράσταση Δικηγόρου

Β. Αναβολή – Ματαίωση συζήτησης

1. Αναβολή συζήτησης

2. Ματαίωση συζήτησης. 1. Στις ειδικές διαδικασίες εφαρμόζονται πλέον, μετά τον ν. 4842/2021, και οι διατάξεις του νέου άρθ.

Γ. Παρέμβαση

1. Κύρια παρέμβαση

2. Πρόσθετη παρέμβαση

3. Αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση

4. Τρόπος άσκησης της παρέμβασης. 1. Η παρέμβαση, η προσεπίκληση και η ανακοίνωση ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν από τη συζήτηση (

Δ. Ομοδικία

Ε. Ενστάσεις

1. Γενικά

2. Ένσταση επίσχεσης. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει και το παρεμπίπτον ζήτημα που ανακύπτει από την προβολή ένστασης επίσχεσης των άρθ. 325 επ. ΑΚ

3. Ένσταση συμψηφισμού. 1. Συμψηφισμός είναι η απόσβεση αμοιβαίων απαιτήσεων δύο προσώπων που επέρχεται με το συνυπολογισμό τους

4. Ένσταση κατάχρησης δικαιώματος. 1. Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (

5. Ένσταση εξόφλησης. 1. Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή (

6. Αντένσταση. 1. Στην ένσταση που προβάλει ο εναγόμενος, μπορεί ο ενάγων να απαντήσει με άρνηση, με σιωπηρή ομολογία ή με αντένσταση. Η αντένσταση αποτελεί και αυτή ένσταση με την έννοια που αναπτύξαμε παραπάνω, η οποία χρησιμεύει σε άμυνα κατά της ένστασης. Έτσι, οι ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την αντένσταση φέρουν σε εφαρμογή έναν άλλο κανόνα δικαίου που αποδυναμώνει το δικαίωμα του ενισταμένου. Το ίδιο ισχύει και για την επαντένσταση, η οποία αποτελεί άμυνα κατά της αντένστασης.

ΣΤ. Αποδείξεις

1. Γενικά

2. Ένορκες βεβαιώσεις.

I. Γενικά

ΙΙ. Κλήτευση αντιδίκου

ΙΙΙ. Χρόνος λήψης

IV. Παράσταση Δικηγόρου

V. Μάρτυρες

VI. Ενστάσεις

VII. Δικαστικός έλεγχος

VIII. Δικαστικά τεκμήρια

3. Υπεύθυνες δηλώσεις

4. Έγγραφα ιδιωτικά. 1. Για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ή αντί για υπογραφή ένα σημάδι που αυτός έβαλε και επικυρώθηκε από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή, που επιβεβαιώνει πως το σημάδι έχει τεθεί αντί για την υπογραφή και ότι ο εκδότης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει (

5. Ομολογία

6. Δικονομικές συμβάσεις. Στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθ. 361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν δυνατότητα, με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις, να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνον με ορισμένο μέσο, είτε αυτό προβλέπεται, ως αποδεικτικό μέσο, από τη διάταξη του άρθ. 339.

Ζ. Ερημοδικία διαδίκου

1. Ερημοδικία εναγομένου

2. Ερημοδικία ενάγοντος

3. Ανακοπή ερημοδικίας. 1. Για την ανακοπή ερημοδικίας δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις στη νέα μισθωτική διαδικασία, οπότε εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθ. 495 επ., 501 επ.

§ 74. Έφεση

Α. Άσκηση έφεσης

Β. Προθεσμία έφεσης

1. Γενικά

2. Καταχρηστική προθεσμία. 1. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι ένα (1) έτος, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (

3. Αναστολή προθεσμίας. 1. Η προθεσμία του άρθ. 518 § 1

Γ. Αρμοδιότητα – Άσκηση – Κλήτευση

1. Αρμοδιότητα

2. Άσκηση – Κλήτευση. 1. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη του άρθ. 495 § 1 εδ. α΄-β΄

Δ. Λόγοι έφεσης – Πρόσθετοι λόγοι – Αντέφεση

1. Λόγοι έφεσης

2. Πρόσθετοι λόγοι. 1. Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνον με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο (άρθ. 520 § 2

3. Αντέφεση

4. Αναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια έφεσης

Ε. Συζήτηση έφεσης – Προτάσεις – Προθήκη – Ματαίωση

1. Προτάσεις

2. Ερημοδικία διαδίκου. 1.1. Σε περίπτωση ερημοδικίας του ανακόπτοντος, του εκκαλούντος, του αντεκκαλούντος ή του αιτούντος την αναψηλάφηση, το αντίστοιχο ένδικο μέσο απορρίπτεται (

3. Συζήτηση

4. Αποδείξεις κατ’ έφεση

5. Νέοι ισχυρισμοί και αιτήματα. 1. Με την επιφύλαξη των αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων ισχυρισμών ή αυτών που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) [Καταργήθηκε], 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) [Καταργήθηκε] και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (

6. Εφαρμοστέο δίκαιο από το εφετείο. 1. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση (

7. Παραίτηση από έφεση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 294, 295 § 1, 297 και 299

8. Ματαίωση συζήτησης. 1. Αν παρέλθει ένα (1) έτος από τη ματαίωση, χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο από τον γραμματέα με εντολή του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του νόμιμου αναπληρωτή του και η δίκη του ενδίκου μέσου καταργείται (

§ 75. Αναίρεση

Α. Προθεσμία αναίρεσης

1. Γενικά

2 Καταχρηστική προθεσμία. 1. Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι ένα (1) έτος και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (.

3. Αναστολή προθεσμίας. Η προθεσμία του άρθ. 564 §§ 1-2

Β. Άσκηση – Περιεχόμενο δικογράφου

Γ. Προσβαλλόμενη απόφαση

Δ. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης

Ε. Νομιμοποίηση – Κλήτευση αντιδίκου – Παραίτηση

1. Ενεργητική νομιμοποίηση

2. Παθητική νομιμοποίηση. 1. Η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά τη οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (

3. Κλήτευση. 1. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων για το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη (

4. Παραίτηση. Ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης

5. Ερημοδικία διαδίκου. 1. Σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως του ποιος επισπεύδει τη συζήτηση, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε κάθε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του (

ΣΤ. Προτάσεις – Σχετικά

Ζ. Αναστολή εκτέλεσης

Η. Επαναφορά πραγμάτων

§ 76. Δεδικασμένο

Α. Το δεδικασμένο γενικά

Β. Δεδικασμένο μισθωτικής απόφασης

Γ. Δέσμευση τρίτων

§ 77. Αναγκαστική εκτέλεση

Α. Προσωρινή εκτέλεση

1. Υποχρέωση προσωρινής εκτέλεσης

2. Υποβολή αιτήματος.

3. Προσωρινή εκτέλεση κατά Δημοσίου κ.λπ

4. Προθεσμία παράδοσης/απόδοσης μισθίου (615 ΚΠολΔ)

Β. Εκτέλεση κατά τρίτων

1. Εκτέλεση κατά του υπομισθωτή (616 ΚΠολΔ)

2. Εκτέλεση κατά καθολικού διαδόχου

3. Εκτέλεση για επανεγκατάσταση

Γ. Συμφωνίες περί την εκτέλεση

Δ. Επιταγή προς εκτέλεση (924, 926 ΚΠολΔ)

Ε. Εκτέλεση απόφασης για απόδοση μισθίου

1. Αποβολή μισθωτή από ακίνητο μίσθιο

2. Τύχη κινητών που βρίσκονται στο ακίνητο μίσθιο

3. Παραγραφή αξίωσης μισθωτή για τα κινητά. 1. Κατά το άρθ

ΣΤ. Επανειλημμένη εκτέλεση

Ζ. Αναστολή εκτέλεσης – Προσωρινή διαταγή – Επαναφορά πραγμάτων

1. Αναστολή άρθ. 912 ΚΠολΔ

2. Αναστολή από το δικαστήριο του ένδικου μέσου

3. Προσωρινή διαταγή

4. Επαναφορά πραγμάτων (914, 525 § 3 ΚΠολΔ)

Η. Ανακοπή εκτέλεσης

1. Νέες ρυθμίσεις ν. 5221/2025

2. Διαδικασία

3. Νομιμοποίηση

4. Αίτημα – Περιεχόμενο. 1. Αίτημα της ανακοπής του άρθ. 933

5. Ενστάσεις – Δεδικασμένο. 1. Αν εκτελούμενος τίτλος είναι τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι ανακοπής ισχυρισμοί που καλύπτονται από το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθ. 330 και 633 § 2 εδ. γ΄

6. Ανακοπή τρίτου (936 ΚΠολΔ)

7. Αναστολή εκτέλεσης επί ασκήσεως ανακοπής κατά της εκτέλεσης. 1. Το άρθ.

Θ. Εκτέλεση αποφάσεων κατά Δημοσίου και ΝΠΔΔ

1. Άσκηση αναίρεσης

2. Προϋποθέσεις εκτέλεσης. 1. Κατά το άρθ.

3. Εκτέλεση εξωστικής απόφασης. 1. Η εξωστική απόφαση κατά του Δημοσίου δεν μπορεί να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (άρθ. 909 αριθ. 1

4. Απόδοση μισθίου εκπαιδευτηρίου (άρθ. 51 π.δ. 34/1995)

Ι. Επανεγκατάσταση (617 ΚΠολΔ)

1. Γενικά

2. Νομιμοποίηση

3. Εκτέλεση. 1. Η απόφαση που διατάζει την επανεγκατάσταση εκτελείται και εναντίον εκείνου που αντλεί τα δικαιώματά του από τον εκμισθωτή, όπως είναι ο νέος μισθωτής

4. Τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία. 1. Για να μη διαιωνίζεται η αβεβαιότητα ως προς την επανεγκατάσταση, ο νόμος θέτει, στην § 2 του άρθ. 617 τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία μέσα στην οποία μπορεί να ζητηθεί η επανεγκατάσταση. Η προθεσμία αναφέρεται στην περίπτωση που η επανεγκατάσταση ζητείται με αίτηση στον ειρηνοδίκη. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από τη στιγμή που η απόφαση που δικαίωσε τον συμβαλλόμενο κατέστη αμετάκλητη με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με την έκδοση απόφασης επί της αναίρεσης είτε με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για άσκηση αναίρεσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο δικαιούχος της επανεγκατάστασης πρέπει να αναμένει το αμετάκλητο της απόφασης της κύριας δίκης για να ασκήσει την αίτησή του στο ειρηνοδίκη, αλλά το τρίμηνο είναι το τελευταίο χρονικό σημείο μέσα στο οποίο πρέπει να ασκηθεί η σχετική αίτηση. Έτσι, ο δικαιούχος μπορεί να υποβάλει την αίτηση στον ειρηνοδίκη οποτεδήποτε και πριν η απόφαση της κύριας δίκης γίνει αμετάκλητη. Μέσα στην παραπάνω τρίμηνη προθεσμία, πρέπει η αίτηση να κατατεθεί και να επιδοθεί στον αντισυμβαλλόμενο στη μίσθωση.

ΙΑ. Συμβολαιογραφικά έγγραφα

Νομοθετικά κείμενα μισθώσεων

Αλφαβητικό ευρετήριο

Ευρετήριο διατάξεων νόμων

Τύπος περιεχομένου

Κατηγορίες

 
Προσθήκη στο καλάθι Προσθήκη στη λίστα επιθυμητών
 

Σχετικές εκδόσεις

Α. Καραΐνδρου/Ι. Κατράς/Σ. Μαυρίδης..., Μισθώσεις, 2η έκδ., 2021
Σειρά: Δημοσιεύματα Επιθεώρησης Ακινήτων, #1
Η επίδραση του Covid-19 στο πεδίο των μισθώσεων σε ουσιαστικό, δικονομικό και δημοσιονομικό επίπεδο- εμπλουτισμένη και επαυξημένη έκδοση
Χ. Παπαδάκης, Εγχειρίδιο Εμπορικών Μισθώσεων, 2η έκδ., 2016
Η νέα έκδοση του παρόντος αντιμετωπίζει με πληρότητα όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από τις εμπορικές μισθώσεις, όπως αυτές ρυθμίστηκαν με τον ν. 4242/2014 και άλλες...
Ε. Ρίζος, Συμβάσεις Ξενοδόχων - Ταξιδιωτικών πρακτόρων, 2016
Στο βιβλίο αυτό αναλύεται η, ελλιπώς ρυθμισμένη στο ελληνικό δίκαιο, ξενοδοχειακή σύμβαση και οι επιμέρους μορφές της, δηλαδή οι συμβάσεις μεταξύ ξενοδόχων και ταξιδιωτικών...
Γ. Αρχανιωτάκης, Η επαγγελματική μίσθωση, τόμ. 2, 2003
Με την ολοκλήρωση και τη θέση σε κυκλοφορία και του δεύτερου τόμου του όλου έργου, προσφέρεται σε κάθε ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου ένα πλήρες, εξολοκλήρου νέο και...