Ν. Κλαμαρής/Σ. Κουσούλης/Σ.-Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 6η έκδ., 2026


Ν. Κλαμαρής/Σ. Κουσούλης/Σ.-Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 6η έκδ., 2026

Στην παρούσα 6η έκδοση παρουσιάζεται συστηματικά η ύλη του γενικού μέρους και της διαδικασίας στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, κατά τον ΚΠολΔ, ενημερωμένη μέχρι και τον ν. 5282/2026. Από πλευράς ύλης, το παρόν έργο είναι διαφοροποιημένο από τις προηγούμενες εκδόσεις ως προς το ότι δεν περιλαμβάνει πλέον την ύλη του Οργανισμού Δικαστηρίων (ο οποίος έχει περιληφθεί στο ξεχωριστό έργο «Οργανισμός Δικαστηρίων» που κυκλοφορεί).

Η παρούσα έκδοση είναι ενημερωμένη με όλες τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις των ν. 4842/2021, 4871/2021, 4938/2022, 5108/2024, 5134/2024, 5197/2025, 5221/2025, 5264/2025 και 5282/2026, με πλούσιες ερμηνευτικές προσεγγίσεις και κατευθύνσεις εφαρμογής.

Πληροφορίες έκδοσης

Τίτλος
Πολιτική Δικονομία
Γενική εισαγωγή και διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια - Απόφαση - Απόδειξη
Ενημέρωση με τον Ν. 4842/2021, τον Ν. 4871/2021, τον Ν. 4938/2022, τον Ν. 5108/2024, τον Ν. 5134/2024, τον Ν. 5197/2025, τον Ν. 5221/2025, τον Ν. 5264/2025 και τον Ν. 5282/2026
© 2026
Συγγραφείς
Έκδοση
6η έκδ.
ISBN
978-618-247-409-9
Σελίδες
LX + 878
Τιμή
€ 95,00
Σε απόθεμα

Πίνακας περιεχομένων   +

Πίνακας περιεχομένων

Πρόλογος ΣΤ΄ εκδόσεως

Πρόλογος Ε΄ εκδόσεως

Πρόλογος Δ΄ εκδόσεως

Πρόλογος Γ΄ εκδόσεως

Πρόλογος Β΄ εκδόσεως

Πρόλογος της Α΄ εκδόσεως (του συγγράμματος των «Ν.Κ. Κλαμαρή – Σ.Ν. Κουσούλη† – Σ.Σ. Πανταζόπουλου» με τίτλο «Πολιτική Δικονομία (Οργανισμός Δικαστηρίων – Γενική Εισαγωγή και Διαδικασία στα Πρωτοβάθμια Δικαστήρια – Απόδειξη))»

Πρόλογος του Ν.Κ. Κλαμαρή στο σύγγραμμα των «Ν.Κ. Κλαμαρή – Σ.Ν. Κουσούλ熻 με τίτλο «Αστικό Δικονομικό Δίκαιο (Παραδόσεις) Γενική Εισαγωγή και Διαδικασία στα Πρωτοβάθμια Δικαστήρια» (2008, τόμοι Ι και ΙΙ)

Πίνακας συντομογραφιών

Γενική βιβλιογραφία (για την Πρωτοβάθμια Διαδικασία)

Γενική βιβλιογραφία για την Απόδειξη

Ενότητα Πρώτη

Γενική εισαγωγή και διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια - Δικαστική απόφαση

Κεφάλαιο Πρώτο

Γενική εισαγωγή

§ 1. Εισαγωγικές έννοιες και εννοιολογικές / λειτουργικές διακρίσεις του δικαίου

I. Δίκαιο, κανόνες δικαίου, ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικό δίκαιο

ΙΙ. Διακρίσεις του δικονομικού δικαίου

§ 2. Πηγές του αστικού δικονομικού δίκαιου

Ι. Άμεσες πηγές

1. Το Σύνταγμα. Δεδομένου ότι το δικονομικό δίκαιο αφορά τη λειτουργία και τη δομή των δικαιοδοτικών οργάνων, δηλαδή της μιας από τις τρεις βασικές λειτουργίες / εξουσίες του κράτους είναι φυσικό η κύρια βασική και άμεση πηγή του δικονομικού δικαίου –και του αστικού δικονομικού δικαίου– να είναι αυτός ο ίδιος ο βασικός, ή άλλως ο θεμελιώδης, κανόνας του κράτους (κάθε κράτους), δηλαδή το Σύνταγμα. Τέτοια πηγή για την Ελλάδα είναι σήμερα το Σύνταγμα του 1975 (όπως ισχύει μετά τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις των ετών 1986 και 2001). Από τις διατάξεις του Συντάγματος 1975 μπορούν ειδικότερα να θεωρηθούν ως άμεσες πηγές του δικονομικού μας δικαίου (και του αστικού δικονομικού δικαίου) οι ακόλουθες διατάξεις (άρθρα) τούτου: 20, 25 § 3, 26, 87-100Α

2. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας

3. Ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 4938/2022, όπως ισχύει σήμερα)

4. Άλλοι νόμοι που αποτελούν άμεση πηγή του αστικού δικονομικού δικαίου. Οι νόμοι αυτοί αφορούν κατά κύριο λόγο τον οργανισμό των δικαστηρίων και το νομικό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών, των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων, των δικαστικών υπαλλήλων και των δικαστικών επιμελητών. Εκτός από τους πιο πάνω νόμους υπάρχουν και άλλοι ειδικοί νόμοι που αφορούν άμεσα (ρυθμίζοντας ταυτόχρονα με διαφοροποιημένο τρόπο) την εκδίκαση ιδιωτικού δικαίου διαφορών ή υποθέσεων. Στην κατηγορία των νομοθετημάτων που αφορά το τμήμα τούτο ανήκουν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα νομοθετήματα: 693/1977, 2915/2001, 3038/2002, 3043/2002, 3068/2002, 3089/2002, 3301/2004, 3327/2005, 3346/2005, 3418/2005, 3994/2011, 4055/2012, 4335/2015, 4842/2021, 5108/2024, 5130/2024, 5221/2025, Ν. 5265/2025 και 5282/2026

5. Έθιμο. Όπως και στους άλλους κλάδους του δικαίου το έθιμο αποτελεί πηγή δικαίου, κατά τον ίδιο τρόπο το έθιμο μπορεί να αποτελεί πηγή δικαίου και στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου. Ο εθιμικός όμως δικονομικός κανόνας δικαίου παρουσιάζει σημαντικές ιδιομορφίες και διαφοροποιήσεις, από πλευράς γενετικής του διαδικασίας και παραγωγής του από τον εθιμικό ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Οι διαφοροποιήσεις αυτές οφείλονται στη διάφορη δομή και λειτουργία της έννομης σχέσεως ουσιαστικού δικαίου (η οποία είναι διμερής) από την έννομη σχέση δικονομικού δικαίου ή αλλιώς δικονομική έννομη σχέση ή έννομη σχέση της δίκης (η οποία είναι τριμερής, ένα δε από τα μέρη αυτής της έννομης σχέσεως είναι το δικαιοδοτικό όργανο, δηλαδή το δικαστήριο)

ΙΙ. Έμμεσες πηγές

§ 3. Η συνταγματική διάσταση του αστικού δικονομικού δικαίου, τα συνταγματικά θεμέλια της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας της δικαιοδοτικής λειτουργίας, τα συνταγματικά δικονομικά δικαιώματα και τα συνταγματικά δικονομικά αξιώματα

Ι. Το συνταγματικό δικονομικό δικαίωμα της παροχής δικαστικής προστασίας

ΙΙ. Τα δικαιοδοτικά όργανα, οι δικαστικοί λειτουργοί και η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοδοτικής λειτουργίας

1. Τα δικαιοδοτικά όργανα. Δικαιοδοτικά όργανα είναι σύμφωνα με τα άρθρα 20 § 1, 26 και 87 επ. τα δικαστήρια (πολιτικά, ποινικά, διοικητικά)

2. Οι δικαστικοί λειτουργοί. Οι δικαστικοί λειτουργοί διακρίνονται στους δικαστές και στους εισαγγελείς. Σύμφωνα με το άρθρο 87 § 1 Σ «η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές». Οι δικαστές διαφέρουν από τους εισαγγελείς κατά το ότι οι πρώτοι ψηφίζουν σχετικά με την έκβαση της δίκης και το περιεχόμενο της αποφάσεως που θα εκδοθεί, ενώ οι εισαγγελείς δεν ψηφίζουν, αλλ’ απλώς προτείνουν ή γνωμοδοτούν σχετικά με την έκβαση της δίκης και το περιεχόμενο της αποφάσεως (και βέβαια η πρόταση του εισαγγελέως δεν είναι υποχρεωτική / δεσμευτική για το δικαστήριο).

3. Η συνταγματική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Το Σύνταγμα του 1975 με πολλές διατάξεις του κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Βασικό είναι το άρθρο 26 § 3 Σ 1975 σύμφωνα με το οποίο «η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού». Με πλήρη σαφήνεια απορρέει από την πιο πάνω συνταγματική διάταξη, ότι απαγορεύεται απολύτως η επέμβαση –κάθε επέμβαση– στη δικαστική λειτουργία της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, και ότι επομένως η δικαστική εξουσία, τα δικαιοδοτικά όργανα και οι δικαστές που τα συγκροτούν είναι ανεξάρτητοι. Η ειδική σημασία της κατοχυρώσεως της δικαστικής ανεξαρτησίας και στο άρθρο 26 § 3 Σ συνίσταται στο ότι η διάταξη αυτή ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των συνταγματικών διατάξεων, που σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος δεν μπορούν να αναθεωρηθούν

4. Ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών. Σύμφωνα με το άρθρο 88 § 1 Σ «οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία επιλογής τους, και είναι ισόβιοι». Από την ισχύ του Συντάγματος 1975 το προνόμιο της ισοβιότητας επεκτάθηκε στους εισαγγελείς και στους ειρηνοδίκες. Αντίθετα την εποχή της ισχύος του 1952 ισόβιοι ήσαν από τους δικαστικούς λειτουργούς μόνο οι δικαστές από το βαθμό του πρωτοδίκη και πάνω. Το Σύνταγμα όμως του 1975 αναφέρεται γενικά σε όλους τους δικαστικούς λειτουργούς και επομένως εξ αυτού του λόγου είναι πλέον ισόβιοι και οι εισαγγελείς και οι ειρηνοδίκες πριν την κατάργησή τους το έτος 2024. Η πιο πάνω συνταγματική διάταξη επαναλαμβάνεται κατά περιεχόμενο («οι δικαστικοί λειτουργοί είναι ισόβιοι») και στο άρθρο 64 εδ. α’ του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ

5. Ο ενδοδικαστηριακός έλεγχος των δικαστικών αποφάσεων. Βασική αρχή της Δημοκρατίας είναι ο έλεγχος εκείνων που ασκούν εξουσία ή κρατική λειτουργία. Έλεγχος πρέπει να υπάρχει και στην απονομή της δικαιοσύνης. Και η Δικαστική Λειτουργία πρέπει να ελέγχεται. Η συνταγματικώς όμως κατοχυρωμένη ανεξαρτησία των δικαστηρίων απαγορεύει, και ορθώς, οποιονδήποτε έλεγχο από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία και γι’ αυτό η μόνη δυνατότητα ελέγχου που απομένει είναι ο αυτοέλεγχος, δηλαδή ο έλεγχος των δικαστικών αποφάσεων από ένα άλλο δικαστήριο, άλλοτε ομοιόβαθμο και άλλοτε ιεραρχικά ανώτερο. Ακριβώς δε σ’ αυτό τον έλεγχο, και ειδικότερα στην πραγμάτωση αυτού του ελέγχου, συμβάλλει ο θεσμός των ενδίκων μέσων, τα οποία όχι μόνο προβλέπονται σε όλα σχεδόν τα δικονομικά νομοθετήματα, ως μέσα με τα οποία προσβάλλονται οι δικαστικές αποφάσεις ενώπιον άλλου ομοιοβάθμου ή ιεραρχικώς ανωτέρου δικαστηρίου, αλλά σύμφωνα και με την ορθότερη και πειστικότερη άποψη προστατεύονται κατ’ αρχήν και σε κάποιο βαθμό από το Σύνταγμα (στο πλαίσιο δηλαδή του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικονομικού δικαιώματος για παροχή δικαστικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 20 Σ).

6. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Το Σύνταγμα του 1975 καθιερώνει με ακόμη πιο έντονο τρόπο σε σύγκριση με το Σύνταγμα του 1952 το δικαίωμα / εξουσία, αλλά ταυτόχρονα και υποχρέωση των δικαστηρίων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων. Σύμφωνα με το άρθρο 87 § 2 Σ 1975 «Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος». Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 93 § 4 Σ «τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα»

7. Η προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών. Σύμφωνα με το άρθρο 87 § 1 Σ 1975 «η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία»

ΙΙΙ. Τα συνταγματικά θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα (οι συνταγματικά κατοχυρωμένες θεμελιώδεις δικονομικές αρχές)

1. Η αρχή της ισότητας. Η αρχή της ισότητας εμφανίζεται στο πεδίο του δικονομικού δικαίου με τη μορφή της αρχής της ισότητας των διαδίκων ή (κατ’ άλλη διατύπωση) με τη μορφή της ισότητας των (δικονομικών) όπλων. Η δικονομική αρχή της ισότητας, από πλευράς μεν δικονομικών νόμων σημαίνει, ότι οι δικονομικοί νόμοι πρέπει να παρέχουν σε όλους τους διαδίκους σε όμοιες περιπτώσεις τα ίδια ή αντίστοιχα δικονομικά δικαιώματα ή δικονομικές δυνατότητες ή δικονομικές ευχέρειες, για να μπορούν να πετύχουν αποτελεσματικά τη δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων τους. Από πλευράς δε δικαστηρίων σημαίνει, ότι τα δικαστήρια πρέπει κατά τη διάρκεια της δίκης και της διαδικασίας να αντιμετωπίζουν και να μεταχειρίζονται με ισότητα τους διαδίκους, παρέχοντάς τους τα ίδια δικονομικά δικαιώματα και τις ίδιες δυνατότητες. Η αρχή της ισότητας για τους διαδίκους θεσπίζεται και με ρητή διάταξη του ΚΠολΔ (άρθρο 110 § 1: «Οι διάδικοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις και είναι ίσοι ενώπιον του δικαστηρίου»). Πρέπει μάλιστα να επισημανθεί, ότι η διάταξη του άρθρου 110 § 1 ΚΠολΔ έχει ευρύτερη διατύπωση από το άρθρο 4 § 1 Σ

2. Η αρχή του φυσικού / νόμιμου δικαστή. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 Σ «Κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος» και «δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν». Η αρχή αυτή καθιερώνεται και από ειδικότερες δικονομικές διατάξεις στα κατ’ ιδίαν δικονομικά νομοθετήματα. Εκτός τούτου ανήκει σήμερα στις πιο αυτονόητες δικονομικές εγγυήσεις ή εγγυήσεις παροχής δικαστικής προστασίας με μεγάλη διεθνικότητα, δεδομένου, ότι θεσπίζεται στις διατάξεις των περισσοτέρων Συνταγμάτων ή ειδικών δικονομικών νομοθεσιών όλης της υφηλίου, αλλά και πέραν τούτου κατοχυρώνεται και από διεθνείς πολυμερείς συμβάσεις. Στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου η διάταξη του άρθρου 109 § 1 ΚΠολΔ ορίζει, ότι «δεν επιτρέπεται να αφαιρεθεί από κανέναν, χωρίς τη θέλησή του, ο δικαστής που ορίζει ο νόμος γι’ αυτόν». Στενά συνυφασμένη με την αρχή του φυσικού δικαστή είναι ο θεσμός της εξαιρέσεως των δικαστικών λειτουργών με την οποία σκοπείται η εξασφάλιση της αμεροληψίας κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.

3. Η αρχή της δημοσιότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 93 § 2 Σ οι «συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των διαδίκων». Και η δικονομική αυτή αρχή καθιερώνεται από τα πλείστα Συντάγματα της Υφηλίου, από διεθνείς πολυμερείς συμβάσεις και από ειδικά δικονομικά νομοθετήματα. Έτσι η σύμβαση της Ρώμης (της 4.11.1950) «διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» ορίζει στο άρθρο 6 § 1, ότι «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία η είσοδος όμως εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθή εις τον τύπον και το κοινόν καθ’ όλην ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημοσίας τάξεως ή της εθνικής ασφαλείας εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τούτο ενδείκνυται υπό των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων ή εν τω κρινομένω υπό του Δικαστηρίου ως απολύτου αναγκαίου μέτρου, όταν υπό ειδικάς συνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψη τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Από πλευράς αστικού δικονομικού δικαίου η διάταξη του άρθρου 113 § 1 ΚΠολΔ ορίζει τα ακόλουθα: «Οι συνεδριάσεις όλων των πολιτικών δικαστηρίων γίνονται δημόσια. Η διάσκεψη για την έκδοση της αποφάσεως γίνεται μυστικά». Τα άρθρα 113 § 2 και 114 ΚΠολΔ καθορίζουν περιοριστικά τις περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να αποκλειστεί η παρουσία ορισμένων προσώπων ή να διεξαχθεί η δίκη χωρίς δημοσιότητα (κεκλεισμένων των θυρών). Πάντως τόσο η απόφαση που διατάζει να γίνει η συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών, όσο και η απόφαση για την υπόθεση δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 114 § 3 ΚΠολΔ)

4. Η αρχή του αιτιολογημένου των δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 § 3 Σ «πάσα δικαστική απόφασις πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως ητιολογημένη, απαγγέλλεται δε εν δημοσία συνεδριάσει. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικώς. Νόμος ορίζει τα της εις τα πρακτικά καταχωρίσεως ενδεχομένης μειοψηφίας και τους όρους και προϋποθέσεις δημοσιότητος ταύτης». Και η αρχή αυτή κατοχυρώνεται στα περισσότερα Συντάγματα όλων των χωρών του κόσμου, αλλά και σε διεθνείς πολυμερείς συμβάσεις, όπως και σε ειδικά δικονομικά νομοθετήματα. Ο ΚΠολΔ αναφέρεται μάλιστα σε αρκετές διατάξεις του (από τις οποίες άλλες έχουν τη δομή και τη μορφή επιτακτικής διατάξεως, ενώ άλλες έχουν τη μορφή και τη δομή κυρωτικής διατάξεως) στην πιο πάνω βασική αρχή, επισημαίνοντας έτσι την ανάγκη και την υποχρέωση που επιβάλλεται στα δικαστήρια να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους. Έτσι από τα άρθρα 304 και 305 ΚΠολΔ προκύπτει (αφού το σχέδιο της αποφάσεως και η ίδια η απόφαση πρέπει να περιέχουν αιτιολογικό, που είναι εκείνο το τμήμα της δικαστικής αποφάσεως, το οποίο περιέχει τις αιτιολογίες), ότι η δικαστική απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Επιπλέον και η διάταξη του άρθρου 340 § 2 εδ. β ΚΠολΔ ορίζει, ότι «στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του». Τέλος η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ θεσπίζει ειδικό λόγο αναιρέσεως «αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης». Πρέπει όμως να επισημανθεί, ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν λαμβάνουν πολλές φορές σοβαρά υπόψη τους την πιο πάνω συνταγματική και δικονομική επιταγή και δεν αιτιολογούν καθόλου ή όσο πρέπει τις αποφάσεις τους. Ειδικά δε όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 340 § 2 ΚΠολΔ –δηλαδή όταν στην απόφαση δεν αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του– ο Άρειος Πάγος εξακολουθεί να εμμένει στην άποψη (που έχει υποστεί κριτική), ότι αυτή δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως αυτής της αποφάσεως

5. Η απαγόρευση της καταχρηστικής συμπεριφοράς. Η απαγόρευση της καταχρηστικής συμπεριφοράς σε συνταγματικό επίπεδο θεμελιώνεται στο άρθρο 25 § 3, σύμφωνα με το οποίο «η καταχρηστική άσκησις δικαιώματος δεν επιτρέπεται». Η ευρύτητα με την οποία είναι διατυπωμένη η συνταγματική αυτή διάταξη, αλλά και η θέση αυτής, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ισχύει οπωσδήποτε και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου με συνέπεια να απαγορεύεται η από τους διαδίκους επίδειξη καταχρηστικής δικονομικής συμπεριφοράς. Η διάταξη του άρθρου 25 § 3 Σ ήλθε να επιστεγάσει, με το κύρος και την ισχύ της συνταγματικής διατάξεως, έναν απαγορευτικό κανόνα ευρείας εφαρμογής, που ήδη ίσχυε στο μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής έννομης τάξεως με βάση γενικές ή ειδικές διατάξεις ειδικών νόμων. Μάλιστα η ελληνική έννομη τάξη μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα πρωτοποριακή, γιατί αρκετά νωρίς θέσπισε γενική διάταξη - ρήτρα με την οποία απαγορεύτηκε η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Πρόκειται για τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σύμφωνα με την οποία «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος»

§ 4. Τα θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα (θεμελιώδεις δικονομικές αρχές) που δεν κατοχυρώνονται συνταγματικά

Ι. Το αξίωμα (η αρχή) της συζητήσεως (με την ευρεία του έννοια)

1. Το αξίωμα (η αρχή) της συζητήσεως (με στενή έννοια). Το αξίωμα συζητήσεως με στενή έννοια αναφέρεται ειδικά στο ακόλουθο ερώτημα: Ποιος έχει την εξουσία (πρωτοβουλία) και σε τελευταία ανάλυση και την ευθύνη για την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία θα αποτελέσουν τη βάση / το υλικό της δίκης και του ιστορικού της δικαστικής αποφάσεως. Και εδώ αρμόζει ως απάντηση, ότι στην απόλυτη εφαρμογή του αξιώματος συζητήσεως με στενή έννοια την εξουσία αυτή θα έχουν οι διάδικοι. Ειδικότερα οι διάδικοι οφείλουν να επικαλεστούν στους πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλουν, εκείνα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία απορρέουν οι ευνοϊκές γι’ αυτούς συνέπειες, των οποίων την επέλευση οι διάδικοι επίσης επικαλούνται. Με αφετηρία τη ρύθμιση του ΚΠολΔ συνάγεται το συμπέρασμα, ότι το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο διαπνέεται κατά κανόνα από το αξίωμα αυτό. Η άποψη αυτή θεμελιώνεται ειδικά στις ακόλουθες διατάξεις του ΚΠολΔ: α) Στο άρθρο 106 ΚΠολΔ σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και γενικότερα με βάση τις αιτήσεις που υποβάλλουν· β) στο άρθρο 216 ΚΠολΔ που προβλέπει, ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου· γ) στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ που καθορίζει, ότι επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως «αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης»

2. Το αξίωμα (η αρχή) της διαθέσεως. Το αξίωμα (η αρχή) της διαθέσεως αναφέρεται ειδικά στο ακόλουθο ερώτημα: Ποιος έχει την εξουσία (πρωτοβουλία) για να αρχίσει, να εξελιχθεί και να τελειώσει μία δίκη; Ποιος έχει την πρωτοβουλία και εξουσία να καθορίσει το νομικό και υλικό αντικείμενο της δίκης; Και εδώ ισχύουν όσα λέχθηκαν προηγουμένως σχετικά με το αξίωμα (την αρχή) της συζητήσεως με στενή έννοια. Δηλαδή, ότι στην απόλυτη εφαρμογή του αξιώματος (της αρχής) της διαθέσεως την εξουσία αυτή την έχουν οι διάδικοι. Ο ΚΠολΔ διαπνέεται κατά κανόνα από το σύστημα αυτό. Συγκεκριμένο νομικό θεμέλιο αποτελούν κατά κύριο λόγο οι ακόλουθες διατάξεις του Κώδικα: α) Το άρθρο 106 ΚΠολΔ που καθορίζει, ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τις αιτήσεις που υποβάλλουν οι διάδικοι· β) το άρθρο 216 ΚΠολΔ που επιβάλλει, ότι στην αγωγή πρέπει να περιέχεται ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα· γ) το άρθρο 559 αριθμ. 9 που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται μεταξύ των άλλων και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Όπως επισημάνθηκε, ο ΚΠολΔ καθιερώνει κατά κανόνα το σύστημα διαθέσεως. Περιέχει όμως και διατάξεις που θεσπίζουν αποκλίσεις από το σύστημα αυτό (βλ. τις επόμενες παρατηρήσεις πιο κάτω). Αντίθετα (με τον ΚΠολΔ) σε άλλες δικονομικές νομοθεσίες δεν ισχύει κατά κανόνα το σύστημα της διαθέσεως (βλ. πιο κάτω).

ΙΙ. Το αξίωμα (η αρχή) της κυριαρχίας των κρατικών (δικαιοδοτικών) οργάνων / δικαστηρίων ή δικαστικών αρχών

1. Το αξίωμα (η αρχή, το σύστημα) της ανακρίσεως. Με βάση και όσα λέχθηκαν προηγουμένως σχετικά με το συζητητικό σύστημα με στενή έννοια (αξίωμα, αρχή, σύστημα της συζητήσεως με στενή έννοια) η λειτουργική έννοια του ανακριτικού συστήματος (αξιώματος, αρχής, συστήματος ανακρίσεως) που αποτελεί τον αντίποδα του πρώτου αναφέρεται στο ίδιο ερώτημα (στο οποίο βέβαια προσήκει αντεστραμμένη απάντηση): Δηλαδή ποιος έχει την εξουσία (πρωτοβουλία) και σε τελευταία ανάλυση και την ευθύνη (με τη γενική του όρου έννοια) για την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία θα αποτελέσουν τη βάση / το υλικό της δίκης και του ιστορικού της δικαστικής αποφάσεως; Αν όμως το ερώτημα στο οποίο αναφέρονται τα δύο συστήματα είναι το ίδιο, η απάντηση που δίνεται στην περίπτωση ισχύος του ενός ή του άλλου συστήματος είναι, όπως λέχθηκε, διαφορετική. Έτσι και σε άμεση αντίθεση με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως (4.Ι.1.) σχετικά με το αξίωμα (αρχή) της συζητήσεως (με στενή έννοια) στην απόλυτη εφαρμογή του αξιώματος (αρχής, συστήματος) ανακρίσεως την εξουσία για την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που θα αποτελέσουν τη βάση / το υλικό της δίκης και του ιστορικού της δικαστικής αποφάσεως, δεν θα έχουν οι διάδικοι, αλλά το δικαστήριο (κατά διαφορετική διατύπωση ο δικαστής, ή τα δικαιοδοτικά όργανα ή η δικαστική ή εισαγγελική αρχή). Αντίθετα με άλλους κλάδους του δικονομικού δικαίου (όπως λ.χ. στο ποινικό δικονομικό δίκαιο), στους οποίους ισχύει κατά κανόνα το ανακριτικό σύστημα με την πιο πάνω έννοια, στο αστικό δικονομικό δίκαιο ισχύει κατά κανόνα, όπως λέχθηκε, το σύστημα (αρχή, αξίωμα) συζητήσεως με στενή έννοια, και μόνο κατ’ εξαίρεση ισχύει το σύστημα ανακρίσεως. Ειδικότερα το σύστημα ανακρίσεως καθιερώνεται στις ακόλουθες περιπτώσεις της πολιτικής δίκης (οι περιπτώσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν, από μία διαφορετική οπτική γωνία, και ως περιπτώσεις διασπάσεως της αρχής της συζητήσεως στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου):

2. Το αξίωμα (η αρχή, το σύστημα) της αυτεπάγγελτης ενέργειας των κρατικών (δικαιοδοτικών) οργάνων (ή δικαστικών αρχών). Με αφετηρία τις απόψεις που διατυπώθηκαν αναφορικά με το αξίωμα (την αρχή) της διαθέσεως –βλ. πιο πάνω 4.Ι.2.– και το αξίωμα της αυτεπάγγελτης ενέργειας των (κρατικών) δικαιοδοτικών οργάνων αναφέρεται ειδικά στα ακόλουθα ερωτήματα: Ποιος έχει την εξουσία (πρωτοβουλία) για να αρχίσει, να εξελιχθεί και να τελειώσει μία δίκη; Ποιος έχει την εξουσία και την πρωτοβουλία να καθορίσει το νομικό και υλικό αντικείμενο της δίκης; Και εδώ ισχύουν ανάλογα όσα λέχθηκαν προηγουμένως σχετικά με τα άλλα αξιώματα ή αρχές και ειδικά με το αξίωμα της κυριαρχίας των δικαιοδοτικών οργάνων και το αξίωμα της ανακρίσεως. Δηλαδή, ότι στην απόλυτη εφαρμογή του αξιώματος τούτου οι προηγούμενες εξουσίες / πρωτοβουλίες ανήκουν στα δικαιοδοτικά όργανα / δικαστήρια. Μπορεί να θεωρηθεί, ως συνάγεται και από μία συγκριτική θεώρηση των αστικών δικονομικών δικαίων και των αντιστοίχων νομοθεσιών και αλλοδαπών εννόμων τάξεων, ότι αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό δομικό (λειτουργικό) γνώρισμα του αστικού δικονομικού δικαίου, ότι η πρωτοβουλία και η εξουσία για την έναρξη, εξέλιξη, περάτωση της διαδικασίας και της δίκης και τον καθορισμό του νομικού και υλικού αντικειμένου της δίκης ανήκει κατά κανόνα στους διαδίκους. Έτσι και στο ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο δεν υιοθετείται το αξίωμα της αυτεπάγγελτης ενέργειας των δικαιοδοτικών οργάνων. Δηλαδή κατ’ ακρίβεια δεν υιοθετείται κατά πάγιο κανόνα τούτο· πρέπει όμως να επισημανθεί, ότι υπάρχουν ορισμένες, αριθμητικά ελάχιστες, περιπτώσεις / εξαιρέσεις –που πιστοποιούν βέβαια τον αντίθετο κανόνα που επισημάνθηκε πιο πάνω– στις οποίες η πρωτοβουλία και η εξουσία για την έναρξη κ.λπ. της δίκης δεν ανήκει στους διαδίκους (ακριβέστερα δεν ανήκει μόνο και αποκλειστικά στους διαδίκους), αλλά στα δικαιοδοτικά όργανα (δηλαδή και στα δικαιοδοτικά όργανα). Τέτοιες εξαιρέσεις θεσπίζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις: 2.1. Σύμφωνα με το άρθρο 1592 ΑΚ ο διορισμός επιτρόπου στη δοτή επιτροπεία ανηλίκων γίνεται από το δικαστήριο με τη φροντίδα των συγγενών ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα, αφού γνωμοδοτήσει το συγγενικό συμβούλιο. Σε κατεπείγουσες μάλιστα περιστάσεις ο εισαγγελέας του ίδιου δικαστηρίου διορίζει και τον προσωρινό επίτροπο (άρθρο 1601 εδ. β’ ΑΚ). Ειδικά πάντως στο δίκαιο της επιτροπείας είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, ότι στα δικαιοδοτικά όργανα και στους εισαγγελείς αναγνωρίζονται πολλές δικονομικές εξουσίες και πρωτοβουλίες (βλ. σχετικά και το άρθρο του ΑΚ 1603). 2.2. Η αγωγή για ακύρωση γάμου μπορεί να ασκηθεί (στις περιπτώσεις που ο γάμος έγινε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1350 έως 1352, 1354, 1356, 1357 και 1360 ΑΚ) και από τον εισαγγελέα αυτεπαγγέλτως (άρθρο 1378 ΑΚ). 2.3. Σύμφωνα με το άρθρο 1667 § 1 ΑΚ η «υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων ή τέκνων του ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως». 2.4. Σύμφωνα με το άρθρο 782 § 1 ΚΠολΔ στις περιπτώσεις που ο νόμος απαιτεί την έκδοση δικαστικής αποφάσεως, για να βεβαιωθεί κάποιο γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί μία ληξιαρχική πράξη, η απόφαση αυτή μπορεί να εκδοθεί και μετά από αίτηση του εισαγγελέως. Σύμφωνα με την § 3 του ίδιου άρθρου ο εισαγγελέας νομιμοποιείται να ζητήσει και τη διόρθωση των ληξιαρχικών πράξεων. 2.5. Σύμφωνα με το άρθρο 811 ΚΠολΔ το δικαστήριο της κληρονομίας μπορεί ακόμα και αυτεπάγγελτα να διατάξει εκείνον που κατέχει τη διαθήκη του αποβιώσαντος να την καταθέσει ή να υποχρεώσει εκείνον, που πιθανολογείται ότι κατέχει τη διαθήκη, να δώσει βεβαιωτικό όρκο.

ΙΙΙ. Η αρχή της απαγορεύσεως των αιφνιδιασμών

IV. Η αρχή της προδικασίας

V. Το συγκεντρωτικό σύστημα

VI. Η αρχή της προφορικότητας και της έγγραφης διαδικασίας

1. Η προφορική διαδικασία. Η προφορική διαδικασία, ή άλλως προφορική διεξαγωγή της δίκης προβλέπεται στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας κατά κανόνα πρόσθετα με την έγγραφη (βλ. άρθρο 115 § 2 σε συνδυασμό με άρθρο 591 § 2 ΚΠολΔ). Εξαίρεση αποτελούσε η δίκη της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, όπως απέρρεε ρητά από την ορισθείσα επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ στο άρθρο 115 § 2 ΚΠολΔ. Ωστόσο το άρθρο 115 § 2 ΚΠολΔ τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 ν. 4842/2021 και ορίζεται ότι αν δεν ορίζεται διαφορετικά, στον πρώτο βαθμό καθώς και στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική. Η τροποποίηση ήταν αναγκαία λόγω της νέας πρόβλεψης στο άρθρο 39 ν. 4842/2021 που προσέθεσε νέο εδάφιο β στην § 2 του άρθρου 591 ΚΠολΔ σύμφωνα με το οποίο «με εξαίρεση τις διαφορές από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση οι διάδικοι μπορούν, κατ’ εφαρμογή της § 2 του άρθρου 242, να συμφωνήσουν μόνο με κοινή δήλωση, ότι δεν θα παραστούν στη συζήτηση. Η δήλωση υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους όλων των μερών, κατατίθεται με τις προτάσεις το αργότερο ως την παραμονή της δικασίμου και ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη δικάσιμο». Ορίζεται δηλ. η δυνατότητα εκδίκασης των περιουσιακού δικαίου διαφορών των ειδικών διαδικασιών δίχως να λαμβάνει χώρα προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, εφόσον όλοι οι εμπλεκόμενοι διάδικοι καταθέσουν μόνον κοινή δήλωση (όχι ο καθένας χωριστά), που αποτελεί ουσιαστικά μία επιτρεπτή δικονομική συμφωνία. Ομοίως δυνατότητα κατάθεσης κοινής δήλωσης για μη παράσταση στο ακροατήριο οριζόταν και στο άρθρο 469 § 1 εδ. β ΚΠολΔ στις δίκες των μικροδιαφορών, που καταργήθηκε όμως για τις αγωγές που ασκούνται μετά την 1-1-2026 με το άρθρο 41 ν. 5221/2025.

2. Η έγγραφη διαδικασία. Η έγγραφη διαδικασία καθιερώνεται σαν κανόνας. Όλα τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων πρέπει να υποβάλλονται εγγράφως, δηλαδή να διατυπώνονται μέσα σ’ ένα δικόγραφο που θα κατατίθεται στο δικαστήριο. Αυτό ισχύει για την αγωγή (άρθρο 215 § 1 ΚΠολΔ), για τα ένδικα μέσα (άρθρο 495) και για άλλες διαδικαστικές πράξεις. Η γραπτή διαδικασία ισχύει ως κανόνας, με εξαιρέσεις όμως, για τις διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων, γιατί όπως τονίστηκε προηγουμένως (βλ. 4.VI.1.) κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επιχείρηση από τους διαδίκους ορισμένων διαδικαστικών πράξεων και προφορικώς

§ 5. Δικαιοδοσία και αρμοδιότητα

Ι. Έννοια δικαιοδοσίας

II. Έννοια της αρμοδιότητας και διακρίσεις της αρμοδιότητας

Κεφάλαιο Δεύτερο

Έννοια και τελολογία του δικονομικού δικαίου

και της πολιτικής δίκης

§ 6. Έννοια και διακρίσεις του δικονομικού δικαίου

Ι. Δικονομικό και ουσιαστικό δίκαιο

1. Το ουσιαστικό δίκαιο και η πραγμάτωσή του. Το δίκαιο αποτελεί φαινόμενο κατ’ εξοχήν κοινωνικό. Αποστολή του είναι να ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις, να κανονίζει τον τρόπο της συμβιώσεως στο πλαίσιο της κοινωνικής οργανώσεως. Αυτό επιτυγχάνεται με τη θέση κανόνων δικαίου από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας και την εφαρμογή τους, δηλαδή την υλοποίηση / πραγμάτωση του περιεχομένου τους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το δίκαιο είναι δηλαδή ένα φαινόμενο, το οποίο διεκδικεί αφ’ εαυτού τη συμμόρφωση των κοινωνών προς τις επιταγές του. Με τον τρόπο αυτό ο κοινωνικός βίος διαμορφώνεται ως το επακολούθημα του έννομου βίου και της εφαρμογής των κανόνων δικαίου. Στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων η πραγμάτωση του δικαίου γίνεται ασυνειδήτως, είτε γιατί ο άνθρωπος (και γενικότερα κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ημεδαπό ή αλλοδαπό) θέλει να κινείται σύμφωνα με όσα επιτάσσει το δίκαιο είτε γιατί αγνοεί τις δυνατότητες που έχει να αποκλίνει προς αυτό. Για το δίκαιο είναι αδιάφορο, αν ο οφειλέτης καταβάλλει την οφειλή του επειδή το επιθυμεί ή επειδή αγνοεί ότι μπορεί να το αρνηθεί, αν αυτή είναι παραγεγραμμένη (άρθρο 272 § ΑΚ). Σημασία έχει, ότι ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ανεξάρτητα για ποιόν λόγο γίνεται αυτό. Άλλοτε όμως ο κοινωνός του δικαίου δεν συμμορφώνεται προς τη δικαιϊκή ρύθμιση. Ο αγοραστής μπορεί να αποκλίνει λ.χ. από την υποχρέωσή του να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε (άρθρο 513 ΑΚ)· και αυτός που τραυματίζει κάποιον παραγνωρίζει το γενικό καθήκον, που λογικώς προϋπάρχει της διατάξεως του ΑΚ 914, να μη ζημιώσει τον άλλον υπαιτίως. Ανακύπτει τότε η ανάγκη της ακούσιας συμμορφώσεως προς τη νομική ρύθμιση και της αναγκαστικής υλοποιήσεως του περιεχομένου του κανόνα δικαίου. Σε κάθε οργανωμένη πολιτεία βεβαίως απαγορεύεται η αυτοδικία, δηλαδή η ικανοποίηση της αξιώσεως από το δικαιούχο αυτοδύναμα και χωρίς τη βοήθεια της αρχής (άρθρο 282 ΑΚ). Κατ’ ανάγκη επομένως η αναγκαστική εφαρμογή του κανόνα δικαίου αποτελεί κρατική εκδήλωση –γίνεται με τη βοήθεια της αρχής (κατά τη διατύπωση του ΑΚ 282)– και ανατίθεται στα αρμόδια προς τούτο κρατικά όργανα, δηλαδή τα δικαστήρια, που διαπιστώνουν την απόκλιση από τη ρύθμιση του ουσιαστικού δικαίου και επιβάλλουν την επανόρθωση σε αυτή

2. Λειτουργία του δικονομικού δικαίου. Η αναγκαστική πραγμάτωση του ουσιαστικού δικαίου από τα αρμόδια όργανα της πολιτείας υπόκειται επίσης σε έννομη ρύθμιση. Το σύνολο των κανόνων δικαίου, βάσει του οποίου τα δικαστήρια ελέγχουν την παράβαση του ουσιαστικού κανόνα και επιτάσσουν την επαναφορά του διαταραχθέντος βιοτικού ρυθμού, καλείται δικονομικό δίκαιο. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για «το σύνολο των κανόνων, οίτινες καθορίζουν τα όργανα και τον τρόπον της λύσεως των εκ της εφαρμογής των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου προκυπτουσών διαφορών». Το δικονομικό δίκαιο προϋποθέτει δηλαδή την ουσιαστική έννομη τάξη και αποβλέπει εν τέλει στην εφαρμογή των κανόνων της και στην πραγμάτωση του περιεχομένου τους. Το δικονομικό δίκαιο καλείται σε εφαρμογή, όταν ανακύπτει ανάγκη να προστατευθούν δικαιώματα, που το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωρίζει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η διάκριση ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου είναι συνεπώς σαφής και δεδομένη: οι αφηρημένοι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου χορηγούν δικαιώματα και καθιερώνουν υποχρεώσεις· η παραβίασή τους γεννά τη διαφορά, η αναγκαστική επίλυση της οποίας γίνεται βάσει των κανόνων του δικονομικού δικαίου.

3. Διακρίσεις του δικονομικού δικαίου. Η κατά λειτουργία και αποστολή σαφής διάκριση του ουσιαστικού από το δικονομικό δίκαιο αποτελεί τη βάση της συστηματικής διαιρέσεως του δικονομικού δικαίου σε επί μέρους κλάδους. Η διαίρεση γίνεται με βάση τον κλάδο του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το δικονομικό δίκαιο καθιστά δυνατή την αναγκαστική εφαρμογή. Το αστικό δικονομικό δίκαιο ή η πολιτική δικονομία αντιστοιχεί στο ιδιωτικό δίκαιο, το διοικητικό δικονομικό δίκαιο ή η διοικητική δικονομία αντιστοιχεί στο ουσιαστικό διοικητικό δίκαιο, το ποινικό δικονομικό δίκαιο ή η ποινική δικονομία είναι το σύστοιχο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, το εκκλησιαστικό δικονομικό δίκαιο ή η εκκλησιαστική δικονομία συνάπτεται με το ουσιαστικό εκκλησιαστικό δίκαιο, το εκλογικό δικονομικό δίκαιο ή η εκλογική δικονομίαν συναρτάται προς το ουσιαστικό εκλογικό δίκαιο

ΙΙ. Πολιτική δικονομία

1. Έννοια, ορολογία. Το σύνολο των κανόνων δικονομικού δικαίου, οι οποίοι ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τρόπο της επιλύσεως διαφορών ιδιωτικού δικαίου καλείται πολιτική δικονομία ή αστικό δικονομικό δίκαιο. Ο όρος «πολιτική δικονομία» επικράτησε στην αντίστοιχη νομοθεσία έναντι του όρου «αστικό δικονομικό δίκαιο» και χρησιμοποιείται από τον ίδιο τον νομοθέτη (α.ν. 44/1967 «Κώδιξ Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικός αυτού Νόμος»). Η χρήση του όρου συνδέεται προς την εννοιολογική ταύτιση αστικού και ιδιωτικού δικαίου. Το επίθετο «πολιτικός» προέρχεται από τη λέξη «civilis», που αρχικώς σήμαινε το δίκαιο μιας πολιτείας, τελικώς όμως κατέληξε να σημαίνει μόνον το ιδιωτικό δίκαιο. Με αντίστοιχη έννοια κάνουμε λόγο για πολιτική δικαιοδοσία, πολιτική δίκη, πολιτικά δικαστήρια, πολιτική αγωγή κ.ο.κ.

2. Οι κανόνες της πολιτικής δικονομίας.– Οι κανόνες της πολιτικής δικονομίας διέπουν τον τρόπο και τη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης από τα αρμόδια προς τούτο πολιτειακά όργανα, τα πολιτικά δικαστήρια. Ρυθμίζουν δηλαδή τις σχέσεις του πολίτη, που ζητεί τη δικαστική προστασία, προς μία από τις τρεις κρατικές λειτουργίες (άρθρο 26 § 3 Συντ.). Μπορεί η αφετηρία της ζητούμενης προστασίας να ανήκει στο ιδιωτικό δίκαιο και στην παραβίαση των κανόνων του, όμως ο πολίτης καταφεύγει για το σκοπό αυτό σε πολιτειακά όργανα, τα οποία κατά την επιτέλεση της αποστολής τους ενεργούν υπό πολιτειακή ιδιότητα. Με αυτή την έννοια, η συστηματική θέση των κανόνων αυτών ευρίσκεται στο δημόσιο δίκαιο. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να λεχθεί, ότι ακριβώς η ιδιομορφία της δομής, της λειτουργίας και της τελολογίας στο σύστημα της έννομης τάξεως σηματοδοτεί και τη διάσπαση της αυστηρής διακρίσεως του δικαίου σε ιδιωτικό δίκαιο και σε δημόσιο δίκαιο

§ 7. Η πολιτική δίκη

Ι. Έννοια και σκοποί της πολιτικής δίκης

1. Έννοια, αντικείμενο και νομική φύση της πολιτικής δίκης. Υπό ευρεία έννοια, πολιτική δίκη είναι το σύνολο των εννόμως ρυθμισμένων ενεργειών δικαστικών οργάνων και ιδιωτών, οι οποίες κατατείνουν στην αυθεντική διάγνωση της αληθινής νομικής καταστάσεως και στην αναγκαστική προσαρμογή της πραγματικής καταστάσεως προς τη νομική. Από τον ορισμό προκύπτουν τα επί μέρους χαρακτηριστικά μιας πολιτικής δίκης: το αντικείμενο και τα εννοιολογικά γνωρίσματα της πολιτικής δίκης, καθώς και τα στάδια που την συγκροτούν

2. Στάδια και σκοποί της πολιτικής δίκης. Εξ άλλου, από την αποστολή της πολιτικής δίκης να επιτύχει τελικά την αναγκαστική πραγμάτωση του δικαίου προκύπτουν τα τέσσερα στάδια που την συνθέτουν. Η διαγνωστική δίκη (μαζί με το δίκαιο της αποδείξεως και τα ένδικα μέσα), στην οποία επιδιώκεται να διαγνωσθούν κατά τρόπο αυθεντικό τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις· και η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, στην οποία εξετάζονται οι μηχανισμοί για την αναγκαστική υλοποίηση των δικαστικών αποφάσεων και των άλλων εκτελεστών τίτλων

ΙΙ. Η αξίωση παροχής δικαστικής προστασίας

Κεφάλαιο Τρίτο

Δικαιοδοσία και αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων

§ 8. Η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων

Ι. Έννοια και αντικείμενο της πολιτικής δικαιοδοσίας

1. Η έννοια της δικαιοδοσίας γενικώς. Ως δικαιοδοσία (iurisdictio) ορίζεται η εξουσία επιλύσεως διαφορών από το προς τούτο αρμόδιο όργανο, το δικαιοδοτικό όργανο, το δικαστήριο. Το δικαιοδοτικό έργο συνίσταται ειδικότερα στην άσκηση διαγνωστικών καθηκόντων από αμέτοχο και ανεξάρτητο τρίτο πρόσωπο στο πλαίσιο ορισμένης διαδικασίας. Με αυτή την ευρεία έννοια, η δικαιοδοτική λειτουργία είναι έννοια που αρμόζει σε κάθε δικαιοδοτούν όργανο και όχι μόνον στα δικαστήρια. Γνήσια δικαιοδοτική λειτουργία επιτελούν λ.χ. και οι διαιτητές, στους οποίους τα μέρη εμπιστεύονται την επίλυση των διαφορών τους (άρθρα 867 επ. ΚΠολΔ). Κρίσιμο δηλαδή για την κατάφαση του κατηγορήματος της δικαιοδοσίας δεν είναι το όργανο, αλλά η επιτέλεση του δικαιοδοτικού έργου, που ταυτίζεται με την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου και την εντεύθεν άντληση της έννομης συνέπειας. Με τον όρο πολιτειακά δικαιοδοτικά όργανα εννοούμε τους δικαστές, ως ιδιωτικά δικαιοδοτικά όργανα νοούνται οι διαιτητές

2. Η πολιτική δικαιοδοσία και οι σχέσεις της με άλλες δικαιοδοσίες. Τα πολιτειακά δικαιοδοτικά όργανα, τα δικαστήρια, διακρίνονται περαιτέρω, με κανόνα συνταγματικής περιωπής μάλιστα (άρθρο 93 § 1 Συντ.), σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά. Στα διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές (άρθρο 94 § 1 Συντ.), στα πολιτικά δικαστήρια «υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει» (άρθρο 94 § 2 Σ). Η πολιτική δικαιοδοσία θεμελιούται συνεπώς στο Σύνταγμα και κατά τούτο είναι απόλυτη και αποκλειστική. Απόλυτη υπό την έννοια ότι η εξουσία για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών ανήκει, κατ’ αρχήν, στα πολιτικά δικαστήρια· απομάκρυνση της εξουσίας επιλύσεως των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια επιτρέπεται μόνο με συμφωνία των μερών, που από κοινού μπορούν να αναθέσουν το σχετικό καθήκον στους διαιτητές. Αποκλειστική είναι η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπό δύο οπτικές γωνίες, μία θετική και μία αποφατική (αρνητική). Θετικά, αποκλειστικά και μόνον τα πολιτικά δικαστήρια έχουν την εξουσία επιλύσεως των ιδιωτικών διαφορών· σε κανένα άλλο δικαστήριο, διοικητικό ή ποινικό ούτε, πολύ περισσότερο, σε διοικητικό όργανο δεν μπορεί ο κοινός νομοθέτης να αναθέσει την επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς. Από την άλλη πλευρά, και τα πολιτικά δικαστήρια περιορίζονται στα του οίκου τους και ασχολούνται αποκλειστικά και μόνον με την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών. Ο νομοθέτης δεν μπορεί να τους αναθέσει να επιλύσουν διαφορές που εκ φύσεως ανήκουν σε άλλους δικαιοδοτικούς χώρους. Το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει την έλλειψη της δικαιοδοσίας του και αυτεπαγγέλτως και, αν διαπιστώσει, ότι δεν έχει εξουσία για την επίλυση της διαφοράς, απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη (άρθρο 4 εδ. α΄ ΚΠολΔ). Συνεπώς, η δικαιοδοσία αποτελεί θετική διαδικαστική προϋπόθεση και δεν μπορεί να παραμεριστεί με συμφωνία των διαδίκων, η δε παραβίασή της θεμελιώνει είτε τον αριθμ. 14 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή, ενώ είχε δικαιοδοσία, είτε τον αριθμ. 4 του ως άνω άρθρου όταν το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Ο σχετικός ισχυρισμός δεν απαιτείται να έχει προταθεί στα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 562 § 2 γ ΚΠολΔ)

ΙΙ. Διακρίσεις της πολιτικής δικαιοδοσίας

1. Αμφισβητούμενη και εκούσια δικαιοδοσία. Σε σχέση προς το είδος του αντικειμένου της δικαστικής διαμάχης, η δικαιοδοσία διαιρείται σε αμφισβητούμενη και εκούσια. Αμφισβητούμενη (jurisdictio contentiosa) είναι η δικαιοδοσία, όταν αντικείμενο της δίκης είναι η επίλυση της διαφοράς με την έννοια που αναφέρθηκε. Εκούσια δικαιοδοσία (jurisdictio voluntaria) πρόκειται όταν αντικείμενο της δίκης είναι οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 94 § 2 Συντ.· 1 στοιχ. β΄ ΚΠολΔ). Ως εκούσια δικαιοδοσία ορίζεται η εξουσία των δικαστηρίων όπως «εν καθοριστική λειτουργία δικαίου και άνευ υπάρξεως διαφοράς, παρέχωσιν ένδικον προστασίαν υπό μορφήν ενεργείας πράξεων διαπλαστικής κυρίως αλλά και βεβαιωτικής μορφής, επί σκοπώ διασφαλίσεως ή προστασίας ιδιωτικών συμφερόντων». Πρόκειται για την εξουσία των δικαστηρίων όπως κατά συγκεκριμένη διαδικασία (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ) προβαίνουν στη λήψη ρυθμιστικών μέτρων, τα οποία κατά τον νόμο είναι αναγκαία είτε για την προστασία ιδιωτικών δικαιωμάτων είτε για τη διάπλαση έννομης καταστάσεως. Τα μέτρα αυτά δεν συνιστούν επίλυση ιδιωτικής διαφοράς και επομένως επιτρεπτώς θα μπορούσαν να είχαν ανατεθεί σε διοικητικά όργανα. Για λόγους όμως μείζονος ασφάλειας και ορθότητας ο νομοθέτης έκρινε, ότι απαιτείται για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων δικαστική απόφαση και τα υπήγαγε ρητώς στα πολιτικά δικαστήρια. Η κήρυξη κάποιου σε αφάνεια θα μπορούσε να είχε ανατεθεί σε διοικητικό όργανο· εν όψει όμως των συνεπειών για την έννομη κατάσταση του αφάντου η σχετική υπόθεση υπήχθη σε δικαστήριο (άρθρο 42 ΑΚ). Μόνον οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία επιλύουν με δεσμευτικότητα διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας «τακτοποιούν» σχετικές υποθέσεις, χωρίς να δημιουργούν δεδικασμένο με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 324 ΚΠολΔ, ακόμη και όταν χρειασθεί να αποφανθούν παρεμπιπτόντως για έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, λ.χ. ως προς την κληρονομική ιδιότητα του αιτούντος την έκδοση κληρονομητηρίου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν εμπεριέχουν αυθεντική διάγνωση και δεν παράγουν οποιαδήποτε δέσμευση ή ότι στερούνται ισχύος

2. Εσωτερική και διεθνής δικαιοδοσία. Η εξουσία των πολιτικών δικαστηρίων για την επίλυση διαφορών με χαρακτηριστικά αμιγώς εσωτερικά αποδίδει την εσωτερική δικαιοδοσία των δικαστηρίων. Αυτονοήτως τα ελληνικά δικαστήρια έχουν λ.χ. την εξουσία να επιλύσουν τη διαφορά μεταξύ του Έλληνος Α, κατοίκου Ελλάδος, και του Έλληνος Β, κατοίκου Ελλάδος από σύμβαση που καταρτίσθηκε και είναι εκπληρωτέα στην ημεδαπή. Όταν όμως η διαφορά διεθνοποιείται, είτε κατά τα υποκείμενα (αν λ.χ. στο προηγούμενο παράδειγμα ο Α είναι κάτοικος αλλοδαπής ή ο Β είναι αλλοδαπός) είτε κατά το αντικείμενό της (λ.χ. στο ίδιο παράδειγμα η σύμβαση καταρτίσθηκε ή είναι εκπληρωτέα στην αλλοδαπή), ανακύπτει το ζήτημα, αν και υπό ποιες προϋποθέσεις τα ελληνικά δικαστήρια έχουν εξουσία προς επίλυσή της. Ως διεθνή δικαιοδοσία ορίζεται η εξουσία των ελληνικών δικαστηρίων να επιλύουν διαφορές με στοιχεία αλλοδαπότητας ή, με άλλη διατύπωση, να επιλύουν διαφορές προερχόμενες από ιδιωτικές διεθνείς σχέσεις. Το βασικό πρόβλημα είναι εδώ να ορίσει ο νομοθέτης κάτω από ποιες προϋποθέσεις ελληνικό δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να επιλύει δεσμευτικά τέτοιου είδους διαφορές. Το ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει δεν είναι αυτονόητο, όπως τουλάχιστον επί της εσωτερικής δικαιοδοσίας. Κάθε εθνικός νομοθέτης θέτει κατ’ αρχήν αυτός μόνος του, τους κανόνες που προσδιορίζουν τους όρους της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της έννομης τάξεώς του

§ 9. Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων

Ι. Η θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας

1. Κριτήρια.– Για να έχουν τα ελληνικά δικαστήρια την εξουσία να επιλύουν διαφορές με στοιχεία αλλοδαπότητας αναγκαίο είναι να εμφανίζουν αυτές κάποιον σύνδεσμο προς την ελληνική έννομη τάξη. Διαφορές από ιδιωτικές διεθνείς σχέσεις που δεν παρουσιάζουν σημεία επαφής με την ελληνική επικράτεια δεν εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων (δηλ. με στοιχείο αλλοδαπότητας). Τα κριτήρια, βάσει των οποίων θα ελεγχθεί, αν θα εκδικασθεί διεθνής διαφορά, επιλέγονται από τον δικονομικό νομοθέτη και αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες επιλογές. Η εξέλιξη του θέματος είναι ενδιαφέρουσα. Αρχικώς, υπό την προϊσχύσασα πολιτική δικονομία του 1834, ο βασικός γνώμονας για την κατάφαση ή μη της διεθνούς δικαιοδοσίας συναρτήθηκε προς την ιθαγένεια των διαδίκων: οι Έλληνες υπάγονταν αυτονοήτως στη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, οι αλλοδαποί μόνον υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 27 (αγωγή αλλοδαπού κατά αλλοδαπού) και 28 ΠολΔ (αγωγή ημεδαπού κατά αλλοδαπού). Η αρχή της ιθαγένειας, ως παράγων θεμελιώσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας, τροποποιήθηκε υπέρ της αρχής της εδαφικότητας αρχικώς με το άρθρο 126 ΕισΝΑΚ και εν συνεχεία, ακόμη σαφέστερα, με το άρθρο 3 § 1 ΚΠολΔ. Η ιθαγένεια των διαδίκων παραμένει έτσι σήμερα μόνον κατ’ εξαίρεση ως κρίσιμο κριτήριο για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ειδικώς για τις εξωκοινοτικές διαφορές του οικογενειακού δικαίου (άρθρο 601 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ). Ο κανόνας είναι ότι τη διεθνή δικαιοδοσία την προσδιορίζουν δύο βασικές αρχές: η αρχή της δικαιοδοτικής εξομοιώσεως ημεδαπών και αλλοδαπών και η αρχή της εδαφικότητας, σύμφωνα με την οποία ελληνικό δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία, αν θα είχε και κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσει τη συγκεκριμένη διαφορά. Υπάγεται λ.χ. στη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων διαφορά μεταξύ αλλοδαπών κατοίκων Αιγύπτου από σύμβαση που καταρτίσθηκε στην Ελλάδα (άρθρο 3 § 1 σε συνδ. με 33 ΚΠολΔ)· εμπίπτει επίσης στη διεθνή τους δικαιοδοσία διαφορά μεταξύ Ελλήνων κατοίκων των Η.Π.Α. από αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ) που συνέβη στην Ελλάδα (άρθρο 3 § 1 σε συνδ. με 35 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 3994/2011). Αν δεν συντρέχει τοπική αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 22 επ. ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία του για την επίλυση της διαφοράς

2. Συμβατικός καθορισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας. Οι διατάξεις περί διεθνούς δικαιοδοσίας καθιερώνουν ενδοτικό δίκαιο. Οι διάδικοι μπορούν με συμφωνία τους να θεμελιώσουν (prorogatio) ή να αποκλείσουν (derogatio) τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Πρόκειται για δικονομική συμφωνία, η οποία κρίνεται κατά τις προϋποθέσεις και τις έννομες συνέπειες από το ημεδαπό δικονομικό δίκαιο (lex fori). Οι όροι τέτοιων συμφωνιών δεν προβλέπονται ευθέως αλλά συνάγονται από τον συνδυασμό των άρθρων 3 § 1 και 42 έως και 44 ΚΠολΔ

3. Εξέταση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Η διεθνής δικαιοδοσία συγκαταλέγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, επομένως κρίνεται η ύπαρξή της μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Τα δικαστήρια ερευνούν την ύπαρξή της αυτεπαγγέλτως, αν ο εναγόμενος δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση (όχι όταν παρίσταται και σιωπά) ή αν πρόκειται για διαφορές σχετικές με ακίνητα που βρίσκονται στο εξωτερικό (άρθρο 4 εδ. α ΚΠολΔ). Αν το δικαστήριο κρίνει, ότι στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας, απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, χωρίς δηλαδή να παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει τη διεθνή δικαιοδοσία υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 559 αρ. 4, 14 ΚΠολΔ)

4. Η διεθνής δικαιοδοσία κατά τον Κανονισμό 44/2001 και τον αντικαταστήσαντα αυτόν Κανονισμό 1215/2012. Ειδική ρύθμιση γνωρίζει η διεθνής δικαιοδοσία όταν πρόκειται για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το θέμα το αντιμετώπισε αρχικά η Σύμβαση των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις της 27 Σεπτεμβρίου 1968. Η Σύμβαση, την οποία κύρωσε και η Ελλάδα με την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τον ν. 2004/1992, ίσχυσε στη χώρα μας ήδη από 1 Ιουλίου 1992. Η σύγκριση της ρυθμίσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας στη Σύμβαση με το αυτόνομο ελληνικό δίκαιο κατέδειξε, ότι οι αμοιβαίες αποκλίσεις υπήρξαν μάλλον περιορισμένες. Μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ και την ένταξη της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις στον τρίτο κοινοτικό πυλώνα, η Σύμβαση αναθεωρήθηκε εν μέτρω και ισχύει πλέον (από 1.3.2002) απευθείας στα κράτη-μέλη ως κοινοτικός Κανονισμός 44/2001 και ήδη από 10-1-2015 ο Κανονισμός 1215/2012. Σε σχέση προς τη Σύμβαση ο Κανονισμός 44/2001 περιέχει ορισμένες τροποποιήσεις, οι οποίες είχαν καταστεί αναγκαίες ύστερα από την αυτόνομη –σύμφωνα με τον βασικό της σκοπό για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων στον κοινοτικό χώρο– ερμηνεία και εφαρμογή της από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τα βασικά χαρακτηριστικά του Κανονισμού 44/2001 ακολουθούν τη ρύθμιση της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Επομένως, όταν ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου ασκείται αγωγή που στρέφεται κατά προσώπου που κατοικεί ή έχει την έδρα του στον κοινοτικό χώρο, τα θέματα της διεθνούς δικαιοδοσίας θα κριθούν βάσει του Κανονισμού 44/2001 και του Κανονισμού 1215/2012, που τον αντικατέστησε και αποτελεί αναδιατύπωση του πρώτου, τον οποίο ο Έλληνας δικαστής θα ερμηνεύσει αυτόνομα και ανεξάρτητα από την ερμηνεία και εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων του ΚΠολΔ.

ΙΙ. Ετεροδικία

ΙΙΙ. Δικαστική συνδρομή

§ 10. Η αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων

Ι. Έννοια και διακρίσεις

ΙΙ. Η λειτουργική αρμοδιότητα και ο κανόνας των δύο βαθμών δικαιοδοσίας

ΙΙΙ. Έρευνα της αρμοδιότητας

§ 11. Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα

Ι. Κανόνες καθορισμού της καθ’ ύλην αρμοδιότητας

1. Συνήθης και εξαιρετική αρμοδιότητα. Από τα δύο πλέον δικαστήρια, που συνθέτουν τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, δηλαδή το μονομελές πρωτοδικείο και το πολυμελές πρωτοδικείο, ο νόμος απονέμει στο πολυμελές πρωτοδικείο τη γενική καθ’ ύλην αρμοδιότητα επί των ιδιωτικού δικαίου διαφορών. Αυτό σημαίνει, ότι στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται γενικά όλες οι διαφορές, με εξαίρεση αυτές που ο νόμος έχει ρητώς εμπιστευθεί στα μονομελή πρωτοδικεία (άρθρο 18 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Σε αυτά η κατανομή της δικαιοδοτικής ύλης γίνεται από το νομοθέτη βάσει δύο κριτηρίων, της αξίας και της φύσεως ή του είδους της διαφοράς. Το χρηματικό κριτήριο είναι σαφές και επιτρέπει την αντίστοιχη αξιολόγηση της σημασίας και της βαρύτητας κάθε διαφοράς. Από το είδος της διαφοράς κρίνεται επίσης ο βαθμός δυσκολίας της και η ανάγκη για την ταχύτερη διευθέτησή της. Αναλόγως, διακρίνεται η συνήθης καθ’ ύλην αρμοδιότητα, η οποία συναρτάται προς το ύψος της διαφοράς, και η αποκλειστική ή εξαιρετική αρμοδιότητα, η οποία συνδέεται με το είδος ή τη φύση της διαφοράς.

2. Προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της δίκης. Επί συνήθους καθ’ ύλην αρμοδιότητας, όταν δηλαδή ο καθορισμός της εξαρτάται από την αξία της διαφοράς, ανακύπτει η ανάγκη να διαγραφούν οι κανόνες, βάσει των οποίων το δικαστήριο θα δεχθεί, ότι είναι ή δεν είναι υλικά αρμόδιο (άρθρο 7 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς ανήκει στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο αν χρειασθεί μπορεί να διατάξει αποδείξεις (άρθρο 8 ΚΠολΔ), ουσιαστικά κατά τη διάταξη του άρθρου 237 § 8 ΚΠολΔ ή υπό το ν. 5221/2025 ΚΠολΔ του άρθρου 237 παρ. 3 και 8 ΚΠολΔ. Πρόκειται για ελεύθερη απόδειξη και το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το παραδεκτό ή την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ απαιτείται πλήρη απόδειξη και όχι πιθανολόγηση.

ΙΙ. Καθ’ ύλην αρμοδιότητα των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων

1. Γενικά

2. Μονομελές Πρωτοδικείο: α) Στη συνήθη λόγω ποσού υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπάγονται οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 250.000 ευρώ (άρθρο 14 ΚΠολΔ).

3. Πολυμελές πρωτοδικείο. Όπως έχει αναφερθεί, στα πολυμελή πρωτοδικεία έχει αναγνωρισθεί η γενική αρμοδιότητα προς εκδίκαση όλων των διαφορών, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα μονομελή πρωτοδικεία (άρθρο 18 αριθ.1 ΚΠολΔ). Εδώ ανήκουν επομένως αφ’ ενός όλες οι διαφορές, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει τα 250.000 ευρώ και δεν καλύπτονται από την αποκλειστική ή την εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου· και αφ’ ετέρου, όλες οι διαφορές που καθ’ εαυτές δεν γνωρίζουν χρηματική αποτίμηση (λ.χ. αγωγή διαζυγίου, παραλείψεως ή ακυρότητας διαθήκης, η αγωγή επιδείξεως εγγράφου κατά το άρθρο 902 ΑΚ, αγωγή αναγνωρίσεως της εικονικότητας μιας συμβάσεως ή εξαλείψεως υποθήκης και κατά κρατούσα άποψη η αρνητική αγωγή), ανεξάρτητα βέβαια από τις οικονομικές προεκτάσεις που μπορεί να έχουν

ΙΙΙ. Καθ’ ύλην αρμοδιότητα των υπόλοιπων πολιτικών δικαστηρίων

ΙV. Ειδικότερα: Η πιλοτική δίκη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων

§ 12. Η κατά τόπον αρμοδιότητα

Ι. Διακρίσεις

ΙΙ. Η γενική δωσιδικία

1. Η κατοικία ή διαμονή του εναγόμενου φυσικού προσώπου. Σύμφωνα με το άρθρο 22 ΚΠολΔ, κατά τόπον αρμόδιο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Η διάταξη, καθιερώνοντας την κατοικία του εναγομένου ως τη νόμιμη γενική δωσιδικία, εισάγει υπέρ αυτού διαδικαστικό προνόμιο δικαιολογούμενο από την ανάγκη να έχει αυτός τη δυνατότητα να προετοιμάσει καλύτερα την άμυνά του. Ο κανόνας actor sequitur forum rei γνωρίζει δύο κατηγοριών εξαιρέσεις: είτε όταν η γενική νόμιμη δωσιδικία στηρίζεται σε σύνδεσμο άλλον από την κατοικία είτε όταν συντρέχουν περιπτώσεις των ειδικών δωσιδικιών, όπου η τοπική αρμοδιότητα προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων συνδεδεμένων με το είδος της διαφοράς. Διαφορετικά ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 39Α ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3994/2011. Κατά το άρθρο αυτό διαφορές «που αφορούν αξιώσεις διατροφής μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου έχει την κατοικία του ή τη διαμονή του ο δικαιούχος της διατροφής». Δηλαδή εν προκειμένω καθιερώνεται διαδικαστικό προνόμιο υπέρ του δικαιούχου της διατροφής

2. Η έδρα του εναγόμενου νομικού προσώπου. Η έννοια της κατοικίας προσιδιάζει στα φυσικά πρόσωπα. Αντιθέτως, στα νομικά πρόσωπα σημασία παρουσιάζει η έδρα τους (άρθρο 64 ΑΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 25 § 2 ΚΠολΔ, τα μη φυσικά πρόσωπα που έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου έχουν την έδρα τους. Η διάταξη καλύπτει τόσο τα νομικά πρόσωπα, όσο και τις ενώσεις προσώπων, καθώς και τις εταιρίες χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι κατ’ άρθρο 62 εδ. β ΚΠολΔ. Ως έδρα του νομικού προσώπου νοείται ο τόπος όπου λειτουργεί η διοίκησή του. Όταν επομένως η καταστατική έδρα, όπως αυτή ορίζεται στο καταστατικό, αποκλίνει από την πραγματική έδρα, όπως αυτή προκύπτει από την πραγματική λειτουργία και διοίκηση του νομικού προσώπου, υπερισχύει η τελευταία. Η πραγματική έδρα προσδιορίζει τον τόπο της γενικής νόμιμης δωσιδικίας του νομικού προσώπου και παράλληλα θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Αν, λ.χ., νομικό πρόσωπο έχει κατά το καταστατικό του έδρα στη Λιβερία, αλλά η πραγματική διοίκησή του διενεργείται στον Πειραιά, υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία για την εκδίκαση αγωγής κατά του προσώπου αυτού. Παράλληλα προς την έδρα, το νομικό πρόσωπο μπορεί να έχει επίσης ειδική εμπορική κατοικία. Στην έννοια αυτής εμπίπτουν λ.χ. το υποκατάστημα ή το πρακτορείο καθώς και άλλου είδους εγκαταστάσεις, κοινό γνώρισμα των οποίων είναι η ανάληψη και διεκπεραίωση εμπορικής δραστηριότητας υπό την εποπτεία και τις εντολές της κεντρικής επιχειρήσεως. Δεν (μπορεί κατ’ αρχήν να) εμπίπτει λ.χ. εδώ η έννοια του «γραφείου», το οποίο δεν διενεργεί το ίδιο εμπορική δραστηριότητα, αλλά μεσολαβεί για την ενέργειά της από την κεντρική επιχείρηση. Για τις διαφορές από τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος αρμόδια είναι (και έχουν συνεπώς διεθνή δικαιοδοσία) συντρεχόντως τα δικαστήρια στην έδρα της εταιρίας και του τόπου του υποκαταστήματος.

ΙΙΙ. Αποκλειστικές ειδικές δωσιδικίες

1. Δωσιδικία των εταιρικών διαφορών (forum societatis). Διαφορές από την εταιρική σχέση ή με αφορμή αυτήν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η (πραγματική) έδρα της εταιρίας (άρθρο 27 ΚΠολΔ) κυρίως προκειμένου να διευκολυνθεί η συλλογή αποδείξεων στον τόπο αυτόν. Η διάταξη καλύπτει κάθε είδους εταιρική μορφή, αστική ή εμπορική, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα. Στην εμβέλειά της εμπίπτουν δύο κατηγορίες διαφορών. Η πρώτη (§ 1), χωρίς χρονικό περιορισμό, αφορά εταιρικές διαφορές είτε ανάμεσα στην εταιρία και τους εταίρους (λ.χ. για την καταβολή εισφοράς ή τη διανομή κερδών) είτε μεταξύ των εταίρων λόγω παραβάσεως των εταιρικών υποχρεώσεων (λ.χ. αγωγή των εταίρων κατά συνεταίρου για αποκλεισμό του από την εταιρία). Η δεύτερη ομάδα αφορά τις διαφορές, που δημιουργούνται μετά τη διάλυση και εκκαθάριση της εταιρίας με αντικείμενο τη διανομή της εταιρικής περιουσίας, εφ’ όσον η αγωγή (λ.χ. περί ακυρότητας ή ακυρωσίας της διανομής) ασκηθεί μέσα σε δύο χρόνια από την περάτωσή της (§ 2). Δεν καλύπτονται όμως από τη δωσιδικία αυτή αγωγές τρίτων κατά της εταιρίας ούτε οι αγωγές της εταιρίας κατά τρίτων. Η ως άνω αποκλειστική δωσιδικία υπερισχύει της γενικής νόμιμης δωσιδικίας αλλά υποχωρεί έναντι άλλων δωσιδικιών (άρθρα 28-31 ΚΠολΔ)

2. Δωσιδικία διαχειρίσεως ύστερα από δικαστική εντολή (forum gestae administrationis ex decreto judicis). Διαφορές που προκύπτουν από τη διαχείριση περιουσίας ύστερα από εντολή του δικαστηρίου (λ.χ. του δικαστικού συμπαραστάτη κατά τις ΑΚ 1667, 1682, του συνδίκου της πτωχεύσεως, κ.ο.κ.) υπάγονται στην αποκλειστική κατά τόπο και καθ’ ύλη αρμοδιότητα του εντειλάμενου δικαστηρίου (άρθρο 28 ΚΠολΔ). Ως δικαιολογητικός της ρυθμίσεως φέρονται η διευκόλυνση του δικαστηρίου αυτού καθώς και η ευχέρεια κατά τη συλλογή των αποδείξεων. Εμπίπτουν εδώ οι αξιώσεις του κυρίου κατά του διαχειριστή λόγω της διαχειρίσεως (λ.χ. για αποζημίωση ή λογοδοσία) και, αντιστρόφως, οι αξιώσεις του διαχειριστή κατά του κυρίου, λ.χ. για τις εντεύθεν δαπάνες. Δεν εμπίπτουν όμως οι αγωγές του διαχειριστή κατά τρίτων ή των τρίτων κατά του διαχειριστή. Σε περίπτωση που την εντολή την έδωσε άλλη δικαστική (και όχι διοικητική) αρχή, αρμόδιο για τις εντεύθεν διαφορές είναι αποκλειστικώς το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο που έχει την έδρα του στην περιφέρεια, όπου έχει την έδρα της η αρχή αυτή

3. Δωσιδικία του ακινήτου (forum rei sitae). Για διαφορές που προκύπτουν από ακίνητο ως αντικείμενο του εμπραγμάτου δικαίου καθιερώνεται αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται το ακίνητο (άρθρο 29 ΚΠολΔ). Με την καθιέρωση της δωσιδικίας αυτής, η οποία αποτελεί εκδήλωση της δικαστηριακής εξουσιάσεως του χώρου, διασφαλίζεται η εφαρμογή του ελληνικού δικαίου επί των ακινήτων ως τμήματος της ελληνικής επικράτειας (άρθρο 27 ΑΚ), και διευκολύνεται η συλλογή του αποδεικτικού υλικού. Η δωσιδικία εφαρμόζεται μόνον επί ακινήτων, τα οποία μόνα αυτά έχουν σταθερό σημείο αναφοράς. Αν και στις απαρχές της η δωσιδικία αυτή συνδεόταν εννοιολογικά με εμπράγματες αγωγές, στη μετεξέλιξή της, στις διάφορες εποχές από το παρελθόν στο παρόν, διευρύνθηκε και περιέλαβε και ορισμένες ενοχικές αγωγές για το ακίνητο

4. Δωσιδικία της κληρονομίας (forum hereditatis). Σε περίπτωση επαγωγής της κληρονομίας αποκλειστικώς αρμόδιο για την εκδίκαση σχετικών με αυτήν διαφορών είναι το δικαστήριο της κληρονομίας, δηλαδή το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος είχε, όταν πέθανε, την κατοικία του και αν δεν είχε κατοικία τη διαμονή του (άρθρο 30 ΚΠολΔ). Η δωσιδικία της κληρονομίας αποτελεί δικονομική προέκταση της καθολικής διαδοχής και αποβλέπει στην ευχερέστερη συγκέντρωση των αποδείξεων από το δικαστήριο, που ευρίσκεται τοπικώς εγγύτερα προς τον τόπο, στον οποίο απεβίωσε ο κληρονομούμενος. Επομένως, αν κατά το χρόνο του θανάτου του Έλληνας ήταν κάτοικος αλλοδαπής τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση των εντεύθεν κληρονομικών διαφορών, ακόμη και αν πρόκειται για κληρονομιαία περιουσία ευρισκόμενη στην ημεδαπή.

5. Δωσιδικία της συνάφειας (forum connexitatis). Μεταξύ δύο δικών μπορεί κατά περίπτωση να υφίστανται σχέσεις συνάφειας και αλληλεξαρτήσεως, ώστε η συνεκδίκασή τους να αποβαίνει, κυρίως για λόγους οικονομίας της δίκης και αποφυγής εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, επιβεβλημένη. Καθιερώνεται τότε η αποκλειστική δωσιδικία της συνάφειας, η οποία επηρεάζει τόσο την κατά τόπο, όσο και την καθ’ ύλην αρμοδιότητα (άρθρο 31 ΚΠολΔ). Ο νόμος καθιερώνει δύο κατηγορίες αλληλεξαρτώμενων δικών: αυτές που συνδέονται με σχέση κυρίου και παρεπομένου και τις συναφείς κύριες δίκες. Σχέση κυρίου και παρεπομένου υφίσταται γενικώς όταν, εν όψει εκκρεμούς δίκης, αναφύεται άλλη προς αυτήν συναρτώμενη ή εξ αυτής προκύπτουσα. Η παρεπόμενη δίκη υπάγεται τότε στην αποκλειστική κατά τόπον (§ 1) και καθ’ ύλην αρμοδιότητα (§ 2, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 ν. 5134/2024) του δικαστηρίου της κύριας δίκης (εφ’ όσον αυτό είναι ομοιόβαθμο ή ανώτερο του δικαστηρίου που θα εκδίκαζε την παρεπόμενη υπόθεση). Πότε υπάρχει παρεπόμενη δίκη ορίζεται στο νόμο κατά τρόπο ενδεικτικό (§ 1). Αυτό συμβαίνει στις παρεμπίπτουσες αγωγές (λ.χ. αγωγή για τους τόκους που ασκείται κατά τη διάρκεια της βασικής δίκης), αγωγή επιδείξεως εγγράφου, στις αγωγές περί δικονομικής εγγυήσεως (λ.χ. η υπό αίρεση παρεμπίπτουσα αγωγή που ασκείται κατά του δικονομικού εγγυητή κατ’ άρθρο 88 ΚΠολΔ), στις παρεμβάσεις (άρθρα 79, 80 ΚΠολΔ) και σε άλλες όμοιες (όπως λ.χ. η προσεπίκληση ή η ανακοίνωση της δίκης).

IV. Συντρέχουσες ειδικές δωσιδικίες

1. Δωσιδικία της δικαιοπραξίας (forum negotii/forum contractus). Οι διαφορές που προκύπτουν γενικά από δικαιοπραξίες εν ζωή μπορούν συντρεχόντως να εισαχθούν, κατ’ επιλογή του ενάγοντος, και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος που καταρτίσθηκε η δικαιοπραξία ή όπου είναι εκπληρωτέα η παροχή (άρθρο 33 ΚΠολΔ). Σκοπός του forum negotii είναι κυρίως η ευχέρεια της συλλογής αποδείξεων στον τόπο, όπου εντοπίζεται χωρικά ορισμένη δικαιοπραξία. Ο τόπος αυτός συναρτάται προς δύο γεωγραφικά στίγματα: τον τόπο καταρτίσεως και τον τόπο εκπληρώσεως της δικαιοπραξίας. Και οι δύο αυτοί τόποι προσδιορίζονται σύμφωνα με τα δεδομένα του αστικού δικαίου, επιτελούν όμως στο πλαίσιο της προκείμενης διατάξεως δικονομική αποστολή, προσδιορίζοντας το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο. Σημαντικές είναι οι διατάξεις των άρθρων 320-322 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες η παροχή εκπληρώνεται στην κατοικία του οφειλέτη κατά το χρόνος γενέσεως της ενοχής (χρέος άρσιμο), ενώ αν η (επίδικη) παροχή είναι χρηματική καταβάλλεται στην κατοικία του δανειστή (χρέος κομίσιμο) κατά το χρόνο της εκκρεμοδικίας

2. Η δωσιδικία της ανταγωγής (forum reconventionis). Οι ανταγωγές μπορούν να εισαχθούν στο δικαστήριο που εκκρεμεί η αγωγή, εφόσον υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του ίδιου ή κατώτερου δικαστηρίου (άρθρο 34 ΚΠολΔ). π.χ. αγωγή για καταβολή ποσού 50.000 ευρώ στο μονομελές πρωτοδικείο, ανταγωγή ενώπιον του ιδίου για ποσό 15.000 ευρώ ή 200.000 ευρώ, όχι όμως και για ποσό 300.000 ευρώ, Για τη θεμελίωση της δωσιδικίας αυτής πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτής ασκήσεως ανταγωγής για τις οποίες γίνεται λόγος στο σχετικό κεφάλαιο. Η δωσιδικία της ανταγωγής διατηρείται ακόμη και όταν η αγωγή απορριφθεί για τυπικούς λόγους, επειδή αποτελεί αυτοτελές μέσο προστασίας του εναγομένου (βλ. και άρθρο 268 § 4 ΚΠολΔ). Αν η ανταγωγή υπάγεται σε ανώτερο καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο, αυτή παραπέμπεται στο αρμόδιο κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ

3. Δωσιδικία της αδικοπραξίας (forum delicti commissi). Με το άρθρο 5 (§ 1) του Ν. 3994/ 2011 καταργήθηκε η δωσιδικία του ποινικού αδικήματος (αξιόποινης πράξεως) και θεσπίσθηκε η δωσιδικία της αδικοπραξίας. Το νέο άρθρο 35 ΚΠολΔ που καθιερώνει τη δωσιδικία της αδικοπραξίας έχει ως ακολούθως: «Διαφορές από αδικοπραξία μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή επίκειται η επέλευσή του». Και η –ευρύτερης εκτάσεως εφαρμογής– δωσιδικία της αδικοπραξίας καθιερώνεται ως ειδική συντρέχουσα δωσιδικία (ακριβώς όπως η καταργηθείσα, στενότερης εκτάσεως εφαρμογής, δωσιδικία του ποινικού αδικήματος). Η κατάργηση της δωσιδικίας του ποινικού αδικήματος είχε προταθεί ήδη από τη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναμόρφωση του ΚΠολΔ (Επιτροπή Κλαμαρή), και από την Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του ΚΠολΔ (Επιτροπή Παπανικολάου). Ως προς την καταργηθείσα Δωσιδικία του ποινικού αδικήματος (forum delicti) ίσχυαν τα ακόλουθα: Αστικές διαφορές προερχόμενες από αξιόποινη πράξη μπορούσαν, κατ’ επιλογή του ενάγοντος, να εισαχθούν και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, ακόμη και αν η αξίωση στρεφόταν κατά προσώπου που δεν υπείχε ποινική ευθύνη (άρθρο 35 ΚΠολΔ). Η διάταξη καθιέρωνε την ειδική συντρέχουσα δωσιδικία του ποινικού αδικήματος, σκοπός της οποίας ήταν η ευχέρεια της συλλογής αποδείξεων στον τόπο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως σε συνδυασμό με την εκδηλούμενη ευμένεια προς τον παθόντα, ο οποίος απαλλασσόταν από το καθήκον να αναζητεί τον δράστη στον τόπο της κατοικίας του. Προϋπόθεση της διατάξεως ήταν η τέλεση αξιόποινης πράξεως, δηλαδή πράξεως τιμωρούμενης ως έγκλημα κατά το άρθρο 14 ΠΚ. Δεν αρκούσε επομένως για την εφαρμογή της η τέλεση απλώς αστικού αδικήματος, το οποίο δεν συνιστούσε συγχρόνως και ποινικώς τιμωρούμενη πράξη ή παράλειψη. Εξαίρεση θεσπιζόταν και από το άρθρο 40Α ΚΠολΔ, το οποίο ήδη καταργήθηκε. Η διάταξη εφαρμοζόταν όμως τόσο όταν η αξίωση στρεφόταν κατά του ποινικώς υπευθύνου, ο οποίος ευθυνόταν και αστικώς (λ.χ. όταν εναγόταν για αποζημίωση και ηθική βλάβη αυτός που υπαιτίως τραυμάτισε ή θανάτωσε κάποιον), όσο και όταν εναγόταν απλώς πρόσωπο, που δεν έφερε ποινική ευθύνη αλλά ευθυνόταν αστικώς (λ.χ. αγωγή κατά του προστήσαντος προς αποζημίωση για αξιόποινη πράξη τελεσθείσα από τον προστηθέντα). Αδιάφορο ήταν επίσης για την εφαρμογή του forum delicti, αν ο κατηγορούμενος είχε απαλλαγεί από την ποινική κατηγορία ή αν μετά την πράξη εξαλείφθηκε (λ.χ. λόγω παραγραφής) το αξιόποινο.Απαιτείτο πάντως η ζημία να είναι απότοκος της ποινικώς κολάσιμης πράξεως. Στη δωσιδικία του forum delicti υπαγόταν κάθε διαφορά τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια προς το ποινικό αδίκημα. Το αίτημα της αγωγής μπορούσε να συνίσταται στην καταβολή αποζημιώσεως, στην ακύρωση δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε λόγω της επιχειρήσεως αξιόποινης πράξεως (λ.χ. λόγω απάτης), σε παράλειψη ή άρση της προσβολής, σε απόδοση πράγματος, σε αναγνώριση της πατρότητας τέκνου, η σύλληψη του οποίου έγινε μετά από βιασμό κ.ο.κ. Το κατ’ άρθρο 35 ΚΠολΔ αρμόδιο δικαστήριο προσδιοριζόταν στις περιπτώσεις αυτές από τον τόπο τελέσεως του ποινικού αδικήματος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 16 ΠΚ, δηλαδή ο τόπος στον οποίο ο δράστης προέβη στην αξιόποινη ενέργεια, καθώς και ο τόπος στον οποίο επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα. Σε περίπτωση που ο τόπος τελέσεως της αξιόποινης πράξεως και ο τόπος επελεύσεως του αξιόποινου αποτελέσματος διέφεραν, τότε αρμόδια καθίσταντο τα δικαστήρια και των δύο αυτών τόπων. Επί αδικημάτων δια του τύπου κ.λπ. τόπος τελέσεως είναι κάθε τόπος όπου κυκλοφόρησε το έντυπο

3. Δωσιδικία της διαχειρίσεως χωρίς δικαστική εντολή (forum gestae administrationis ex causis variis). Ενώ η διαχείριση κατόπιν δικαστικής εντολής εμπίπτει στην αποκλειστική δωσιδικία του δικαστηρίου που έδωσε την εντολή (άρθρο 28 ΚΠολΔ), διαφορές από διαχείριση που έγινε χωρίς δικαστική εντολή μπορούν, κατ’ επιλογή του ενάγοντος να εισαχθούν συντρεχόντως και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έγινε η διαχείριση (άρθρο 36 ΚΠολΔ). Με δικαιολογητικό σκοπό την ευχέρεια της συλλογής των αποδείξεων στον τόπο της διαχειρίσεως, η διάταξη καθιερώνει συντρέχουσα δωσιδικία όταν η διαχείριση ξένων πράξεων δεν στηρίζεται σε δικαστική απόφαση, αλλά προκύπτει από σύμβαση (λ.χ. εντολής), από διαθήκη (λ.χ. επί διορισμού εκτελεστή διαθήκης) ή απ’ ευθείας από το νόμο (λ.χ. επί διοικήσεως αλλοτρίων). Εμπίπτουν εδώ οι διαφορές από τη διαχείριση αυτή, ανεξάρτητα από το αν ο κύριος της υποθέσεως ενάγει τον διαχειριστή (λ.χ. για λογοδοσία κατ’ άρθρο 303 ΑΚ) ή αν πρόκειται για αγωγές του διαχειριστή κατά του κυρίου (λ.χ. για απόδοση των δαπανών της διαχειρίσεως). Δεν υπάγονται εδώ αγωγές μεταξύ διαχειριστή και τρίτων

4. Δωσιδικία της ταυτότητας του δικαίου (forum continentiae causarum). Η δωσιδικία της ταυτότητας του δικαίου αναφέρεται αφ’ ενός στη σχέση ομοδικίας των συνεναγομένων (προσωπική ταυτότητα του δικαίου) και αφ’ ετέρου σε ακίνητα που ευρίσκονται σε περισσότερες δικαστηριακές περιφέρειες (πραγματική ταυτότητα του δικαίου)

5. Δωσιδικία των γαμικών διαφορών (forum matrimonii). Γαμικές διαφορές, δηλαδή οι διαφορές που μνημονεύονται στο άρθρο 592 § 1 ΚΠολΔ, μπορούν να εισαχθούν, κατ’ επιλογή του ενάγοντος, εκτός από το δικαστήριο της κατοικίας του εναγομένου, και στο δικαστήριο όπου ευρίσκεται η τελευταία κοινή διαμονή των συζύγων (άρθρο 39 ΚΠολΔ). Σκοπός του forum matrimonii είναι η διευκόλυνση ως προς τη συλλογή των αποδείξεων στον τόπο της κοινής διαμονής των συζύγων σε συνδυασμό με την προστασία του εγκαταλειπόμενου συζύγου. Η δωσιδικία συνδέεται εδώ με το πραγματικό στοιχείο της πραγματικής διαμονής των συζύγων και όχι προς τη νομική έννοια της κατοικίας. Σε περίπτωση πάντως που δεν είναι εντοπίσιμη η τελευταία κοινή διαμονή των συζύγων, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του κράτους (άρθρο 601 § 3 ΚΠολΔ). Δεν υπάγονται εδώ οι αγωγές διατροφής, εκτός και εάν συνεκδικάζονται με γαμική διαφορά

6. Δωσιδικία της περιουσίας. Δίκες εναντίον προσώπων που δεν έχουν κατοικία στην Ελλάδα, μπορούν, εφ’ όσον το αντικείμενό τους είναι περιουσιακό, να εισαχθούν και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου υπάρχει περιουσία του εναγομένου ή ευρίσκεται το επίδικο αντικείμενο (άρθρο 40 § 1 ΚΠολΔ). Η διάταξη πρωτευόντως θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για αγωγές εναντίον προσώπων που δεν έχουν κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα. Δευτερευόντως προσδιορίζεται και η τοπική αρμοδιότητα για την εκδίκαση των σχετικών αγωγών. Ο σκοπός της διατάξεως συνδέεται κατά βάση με τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η περιουσία στην Ελλάδα για να ικανοποιηθεί αναγκαστικώς η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Αποτελεί δηλαδή η προκείμενη δωσιδικία προέκταση της καταργημένης πλέον δωσιδικίας της κατασχέσεως. Γι’ αυτό και δεν απαιτείται το είδος του περιουσιακού στοιχείου να είναι συναφές προς το αντικείμενο της δίκης

7. Δωσιδικία της μακρότερης διαμονής. Προκειμένου να διευκολύνει τις συναλλαγές και τη διεκδίκηση των απαιτήσεών τους εκ μέρους των δανειστών το άρθρο 38 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 ν. 5221/2025, καθιερώνει τη δυνατότητα, κατ’ επιλογή του ενάγοντος, πρόσωπα, που έχουν δικαστική παράσταση, και εξαιτίας ειδικών συνθηκών έχουν σε ορισμένο τόπο διαμονή με μακρότερη διάρκεια, να εναχθούν στον τόπο αυτόν. Προϋπόθεση είναι τα πρόσωπα αυτά να έχουν αλλού την κατοικία τους, λόγω όμως ειδικών συνθηκών (όπως λ.χ. οι δημιουργούμενες από εργασιακούς ή άλλους λόγους) να διαμένουν σε ορισμένο τόπο για μακρότερο χρόνο. Τέτοια πρόσωπα μπορεί ενδεικτικώς να είναι οι ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι φοιτητές κατά το χρόνο των σπουδών τους, οι οικιακοί βοηθοί, οι έγκλειστοι στις φυλακές κ.ο.κ. Στη δωσιδικία αυτή εμπίπτουν αγωγές με περιουσιακό αντικείμενο.

8. Η δωσιδικία των αυτοκινητικών διαφορών (καταργήθηκε). Λόγω της γενικής καθιερώσεως της δωσιδικίας της αδικοπραξίας στο άρθρο 35 ΚΠολΔ και ταυτόχρονης καταργήσεως της δωσιδικίας του ποινικού αδικήματος καταργήθηκε –ως άνευ αντικειμένου πλέον– και η δωσιδικία των αυτοκινητικών διαφορών του άρθρου 40 Α ΚΠολΔ. Με το άρθρο 26 ν. 2721/1999 είχε εισαχθεί το άρθρο 40Α ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο διαφορές που αφορούσαν αξιώσεις αποζημιώσεως οποιασδήποτε μορφής για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο, μπορούσαν κατ’ επιλογή του ενάγοντος να εισαχθούν και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου προκλήθηκε η ζημία. Έως την εισαγωγή αυτής της διατάξεως οι διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο (προϊσχύον άρθρο 681Α ΚΠολΔ) εισάγονταν στο δικαστήριο της γενικής νόμιμης δωσιδικίας του εναγομένου, εκτός αν υπήρχε τραυματισμός, οπότε υπήρχε περίπτωση εφαρμογής της τότε ισχύουσας δωσιδικίας του ποινικού αδικήματος. Η τότε νέα διάταξη του άρθρου 40 Α επέτρεπε πλέον την άσκηση της αγωγής και στα δικαστήρια του τόπου, στον οποίο προκλήθηκε η ζημία διευκολύνοντας έτσι τον ενάγοντα στη διεκδίκηση των αξιώσεών του και καθιστώντας ευχερέστερη τη συλλογή αποδείξεων στον τόπο αυτό. Ήδη με τη γενική καθιέρωση της δωσιδικία της αδικοπραξίας η δωσιδικία του άρθρου 40 Α ΚΠολΔ δεν είχε πλέον λόγο υπάρξεως και για το λόγο αυτό καταργήθηκε, όπως είχε ήδη προταθεί από τη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναμόρφωση του ΚΠολΔ (Επιτροπή Κλαμαρή), και από την Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του ΚΠολΔ (Επιτροπή Παπανικολάου)

9. Ειδική δωσιδικία διατροφών. Με τη διάταξη του άρθρου 6 Ν. 3994/2011 προστέθηκε στον ΚΠολΔ νέα διάταξη – δηλαδή το νέο άρθρο 39 Α – που θεσπίζει τη λεγόμενη «ειδική δωσιδικία διατροφών». Σύμφωνα με τη νέα αυτή διάταξη και τη νέα αυτή ειδική δωσιδικία οι διαφορές που αφορούν αξιώσεις διατροφής μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου, όπου έχει την κατοικία του ή τη διανομή του ο δικαιούχος της διατροφής. Πρόκειται όπως αμέσως συνάγεται από τη σαφή ρύθμιση της ως άνω διατάξεως για ειδική συντρέχουσα δωσιδικία. Σχετικά με την ανάγκη θεσπίσεως αυτής της νέας ειδικής συντρέχουσας δωσιδικίας αναφέρονται στην αντίστοιχη αιτιολογική έκθεση τα ακόλουθα: «Με το άρθρο 6 του σχεδίου εισάγεται νέο άρθρο 39 Α. Η νομολογία θεωρεί ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις διατροφής ακόμη και μεταξύ ανιόντων και κατιόντων ή αδελφών, αφορούν σε δικαιώματα απορρέοντα από τον γάμο και τις στεγάζει έτσι στο άρθρο 39 ΚΠολΔ. Η λύση αυτή, που επιβλήθηκε στην πράξη για κοινωνικούς λόγους, συναντά σοβαρές δογματικές επιφυλάξεις. Ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις προστασίας του δικαιούχου της διατροφής, υιοθετείται η ρύθμιση του άρθρου 5 σημείο 2 του προϊσχύσαντος Κανονισμού 44/2001 (Βρυξέλλες Ι)», εν όψει του ότι πλέον ισχύει ο Κανονισμός 4/2009 για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής.

V. Παρέκταση της αρμοδιότητας

Κεφάλαιο Τέταρτο

Τα υποκείμενα της δίκης

§ 13. Η δίκη ως έννομη σχέση

Ι.

Δικαστήριο και διάδικοι ως υποκείμενα της έννομης σχέσεως της δίκης

ΙΙ. Η αρχή του νόμιμου δικαστή

§ 14. Οι διάδικοι

Ι. Έννοια και ικανότητα του διαδίκου

1. Έννοια. Ως διάδικος νοείται το πρόσωπο που είναι υποκείμενο της έννομης σχέσεως της δίκης και καθίσταται φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που διαγιγνώσκονται με τη δικαστική απόφαση. Στο ερώτημα ποιος θεωρείται διάδικος δίδονται τρεις θεωρητικές απαντήσεις. Η λεγόμενη τυπική έννοια υποστηρίζει, ότι διάδικος είναι το πρόσωπο, το οποίο ζητεί ή κατά του οποίου ζητείται έννομη προστασία. Κατά τη λεγόμενη ουσιαστική έννοια, διάδικος είναι ο φορέας της ουσιαστικής έννομης σχέσεως, η οποία κατάγεται στη δίκη. Σύμφωνα, τέλος, με τη νεότερη λειτουργική έννοια, η οποία είναι προσαρμοσμένη σε συγκεκριμένες ιδίως περιπτώσεις στις περιουσιακές δίκες, διάδικος είναι το πρόσωπο που έχει τη διοίκηση της συγκεκριμένης επίδικης περιουσίας. Επικρατεί –και ορθώς, σύμφωνα άλλωστε και με βάση την παραδεδομένη διδασκαλία και θεωρία στην ελληνική επιστήμη του αστικού δικονομικού δικαίου, όπως αυτή εκφράζεται κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία των Γεωργίου Ράμμου και Γεωργίου Μητσοπούλου– η τυπική έννοια του διαδίκου, η οποία δέχεται, ότι η ιδιότητα του διαδίκου είναι ανεξάρτητη από οποιεσδήποτε ουσιαστικού δικαίου εκτιμήσεις. Η σύγχρονη τελολογική ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων –πρόκειται πάντως για ασαφή και στη γενικότητά της μη πειστική μεθοδολογική προσπάθεια– οδηγεί εν τούτοις σε μία κυμαινόμενη έννοια του διαδίκου ανάλογα προς το σκοπό, τον οποίο η διάταξη υπηρετεί. Είναι ζήτημα ερμηνείας –κατά μία άποψη, μη πειστική πάντως στη γενικότητά της– να εντοπίζεται κάθε φορά ποια έννοια διαδίκου ταιριάζει καλύτερα στον σκοπό, τον οποία η συγκεκριμένη διάταξη καλείται να εκπληρώσει. Οι διάδικοι πρέπει να είναι υπαρκτά πρόσωπα, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, η εκδοθείσα δε απόφαση κατά ανύπαρκτου προσώπου είναι ανυπόστατη (άρθρο 313 § 1 δ ΚΠολΔ).

2. Ικανότητα διαδίκου. Ικανότητα να είναι διάδικος έχει όποιος έχει κατά το ουσιαστικό δίκαιο (και ειδικώς, κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του· άρθρο 5 ΑΚ) την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (άρθρο 62 εδ. α ΚΠολΔ). Διάδικος μπορεί επομένως να είναι κάθε άνθρωπος (άρθρο 34 ΑΚ), το κυοφορούμενο αν γεννηθεί ζωντανό (άρθρο 36 ΑΚ), καθώς και τα νομικά πρόσωπα (άρθρο 61 ΑΚ) μέχρι να περατωθεί η εκκαθάρισή τους (άρθρο 72 ΑΚ). Η άμεση εξάρτηση της ικανότητας διαδίκου από την ικανότητα δικαίου δικαιολογείται από την επισήμανση, ότι ο διάδικος είναι ο φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που διαγιγνώσκει η δικαστική απόφαση. Αν το πρόσωπο είναι αλλοδαπό, η ικανότητά του κρίνεται κατά το δίκαιο της ιθαγενείας του (άρθρο 5 ΑΚ), ενώ όταν πρόκειται για αλλοδαπή εταιρεία κρίνεται κατά το δίκαιο της χώρας στην οποίαν εδρεύει (άρθρο 10 ΑΚ). Αν πρόκειται για ένωση προσώπων, εφαρμόζεται το άρθρο 62 εδ. β ΚΠολΔ

3. Ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα. Για λόγους διαδικαστικής ευχέρειας αναγνωρίζεται η ικανότητα διαδίκου και σε συσσωματώσεις προσώπων (όχι περιουσίας), που όμως κατά το ουσιαστικό δίκαιο (ημεδαπό ή αλλοδαπό) δεν έχουν ικανότητα δικαίου (άρθρο 62 εδ. β ΚΠολΔ). Εμπίπτουν στη ρύθμιση αυτή οι ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό χωρίς να είναι σωματεία (άρθρο 107 ΑΚ· λ.χ. σωματεία που δεν έχουν ακόμη αναγνωρισθεί, άρθρο 83 ΑΚ· το πολιτικό κόμμα· η ομάδα συνιδιοκτητών πολυκατοικίας) και οι εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα (λ.χ. η κοινοπραξία εταιριών· η υπό ίδρυση ΑΕ· η συμπλοιοκτησία· η εταιρία που δεν πληροί τους όρους του άρθρου 784 ΑΚ, οι αδημοσίευτες ομόρρυθμες εταιρείες, η αφανής εταιρεία κ.α). Τα πρόσωπα αυτά αντιμετωπίζονται από δικονομικής πλευράς –και ειδικότερα από πλευράς διαδικαστικών προϋποθέσεων της πολιτικής δίκης– σαν να είχαν ικανότητα διαδίκου, μολονότι στερούνται της ικανότητας δικαίου. Τη δικονομική τους μεταχείριση συμπληρώνει η ρύθμιση της δικαστικής τους παραστάσεως (άρθρο 64 § 3 ΚΠολΔ) και του αντικειμένου της εκτελέσεως (άρθρο 951 § 1 εδ. β ΚΠολΔ). Επιτυγχάνεται έτσι απλή δικονομική τους εξομοίωση με τα νομικά πρόσωπα, χωρίς να (πρέπει να) επηρεάζεται η ικανότητα δικαίου τους, που κρίνεται αποκλειστικά κατά το αστικό δίκαιο. Η εισαγόμενη απόκλιση της ρυθμίσεως του ουσιαστικού δικαίου από τη δικονομική επιλογή επιβάλλει την περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 62 εδ. β ΚΠολΔ. Από αυτή την αφετηρία πρέπει να επιλυθούν τα ζητήματα σχετικώς με το εύρος της διατάξεως και την έκταση της επιφερόμενης δικονομικής εξομοιώσεως

ΙΙ. Ισότητα των διαδίκων

1. Έννοια. Αποτελώντας ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας (άρθρο 4 § 1 Συντ.), το άρθρο 110 § 1 ΚΠολΔ ορίζει ρητώς, ότι «οι διάδικοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις και είναι ίσοι ενώπιον του δικαστηρίου». Η διάταξη καθιερώνει την αρχή της δικονομικής ισότητας. Το περιεχόμενό της συνίσταται στην ανάγκη να έχουν οι διάδικοι, ανεξάρτητα από το αν είναι ημεδαποί και αλλοδαποί, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις του δικονομικού δικαίου καθώς και να γνωρίζουν ίση μεταχείριση εκ μέρους του δικαστηρίου. Ανάλογο κανόνα υπερνομοθετικής ισχύος καθιερώνει και το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ

2. Περιεχόμενο. Ισότητα απέναντι στον νόμο σημαίνει, ότι η θέση του διαδίκου ως ενάγοντος ή ως εναγομένου δεν είναι δυνατό να του προσπορίζει ευμενέστερη ή δυσμενέστερη δικονομική θέση, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από τη φύση του πράγματος και από εξιδιασμένες δικονομικές σταθμίσεις, όπως λ.χ. συμβαίνει, όταν ο ενάγων καλείται να επιλέξει μεταξύ περισσότερων αρμόδιων δικαστηρίων (άρθρο 41 ΚΠολΔ), ή όταν η κατοικία του εναγομένου προσδιορίζει, κατ’ αρχήν, τη γενική κατά τόπο αρμοδιότητα (άρθρο 22 ΚΠολΔ). Η ισότητα απέναντι στο δικαστήριο συνιστά κατ’ ουσία τρόπο συμπεριφοράς του δικαστηρίου, επιβάλλοντας σε αυτό ίση αντιμετώπιση των διαδίκων και εξασφάλιση της ισότητας των δικονομικών τους όπλων. Η ανάγκη ίσης αντιμετωπίσεως των διαδίκων εξαντλείται στην ίση δικονομική τους μεταχείριση και δεν μπορεί να συνεκτιμά εξωδικονομικές παραμέτρους, όπως λ.χ. το εάν ο ένας διάδικος είναι οικονομικά ασθενέστερος ή έχει τις οικονομικές δυνατότητες πληρέστερης δικονομικής εκπροσωπήσεως. Κρίσιμη παραμένει αποκλειστικώς η διαφύλαξη της ίσης δικονομικής θέσεως των διαδίκων σε συνδυασμό και με την ιδιότητά τους ως ενάγοντος ή ως εναγομένου

ΙΙΙ. Ικανότητα δικαστικής παραστάσεως

1. Έννοια. Το δικονομικό αντίκρισμα, ή άλλως η δικονομική αντανάκλαση, της ικανότητας προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα δικαστικής παραστάσεως. Η ύπαρξή της είναι αναγκαία προκειμένου να υφίσταται σαφήνεια και βεβαιότητα, ότι αυτός που επιχειρεί διαδικαστικές πράξεις έχει συνείδηση των συνεπειών τους. Μπορεί έτσι κάποιος να έχει ικανότητα δικαίου και επομένως διαδίκου, να είναι δηλαδή σε θέση να αποτελέσει φορέα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απαγγέλλει η δικαστική απόφαση, να μην είναι όμως σε θέση να επιχειρεί τις διαδικαστικές πράξεις για την έναρξη, διάπλαση και ολοκλήρωση της δίκης, επειδή δεν έχει συναίσθηση των συνεπειών τους. Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ανάγκη δικαστικού εκπροσώπου, ο οποίος παρίσταται στο δικαστήριο όχι στο δικό του όνομα αλλά στο όνομα του εκπροσωπουμένου, που παραμένει διάδικος. Η διάκριση ικανότητας διαδίκου και ικανότητας δικαστικής παραστάσεως αντιστοιχεί επομένως στη διάκριση μεταξύ ικανότητας δικαίου και ικανότητας δικαιοπραξίας

2. Διακρίσεις. Συναφείς είναι οι διακρίσεις της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως.

3. Εκπροσώπηση των ανικάνων. Όποιος στερείται πλήρως από την ικανότητα δικαιοπραξίας (όπως, λ.χ. ο ευρισκόμενος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση κατ’ άρθρο 128 αριθ. 2 ΑΚ), καθώς και στις περιπτώσεις που το πρόσωπο δεν εμπίπτει στην περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία, δεν έχει ικανότητα δικαστικής παραστάσεως (με εξαίρεση τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων κατ’ άρθρο 63 § 2 ΚΠολΔ). Εκπροσωπούνται τότε με τους νόμιμους αντιπροσώπους τους (άρθρο 64 § 1 ΚΠολΔ), δηλαδή από τα πρόσωπα στα οποία ο νόμος αναθέτει την εκπροσώπησή τους κατά την τέλεση δικαιοπραξιών και, επομένως, για την τέλεση της συναφούς δίκης. Διάδικος είναι ο αντιπροσωπευόμενος και όχι ο αντιπρόσωπος. Έτσι, λ.χ., ο ανήλικος εκπροσωπείται κατά κανόνα και από τους δύο γονείς (άρθρο 1510 § 1 ΑΚ) ή όταν αυτοί ελλείπουν ή δεν μπορούν να ασκήσουν τη γονική μέριμνα από τον επίτροπο (άρθρο 1589 ΑΚ), ο ευρισκόμενος υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση εκπροσωπείται από τον ορισθέντα δικαστικό συμπαραστάτη του. Κατ’ εξαίρεση ήταν (άρθρο 472 ΚΠολΔ: μικροδιαφορές· άρθρο 665 § 1 ΚΠολΔ: εργατικές διαφορές) δυνατή η δικαστική παράσταση με εκούσιο αντιπρόσωπο, όμως αυτή η δυνατότητα καταργήθηκε με το ν. 4335/2015. Σε περίπτωση που για τη διεξαγωγή δίκης από τον εκπρόσωπο απαιτείται προηγούμενη άδεια ή εξουσιοδότηση, λ.χ. ή άδεια του εποπτικού συμβουλίου κατ’ άρθρο 1621 ΑΚ, αυτή καλύπτει γενικώς τη διεξαγωγή δίκης και τη διενέργεια όλων των διαδικαστικών πράξεων (άρθρο 65 § 1 ΚΠολΔ) με εξαίρεση την κατάρτιση συμβιβασμού, την αναγνώριση ή την παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής και τη σύναψη συμφωνίας διαιτησίας, για τις οποίες απαιτείται η χορήγηση ειδικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 65 § 2 ΚΠολΔ)

4. Εκπροσώπηση των νομικών προσώπων. Τα νομικά πρόσωπα, είναι καθ’ εαυτά ικανά να είναι διάδικοι, δεν έχουν όμως βέβαια φυσική βούληση και γι’ αυτό ανακύπτει η ανάγκη εκπροσωπήσεώς τους από ορισμένο φυσικό πρόσωπο. Συγκεκριμένα, παρίστανται στη δίκη με αυτόν που κατά τον νόμο ή το καταστατικό τους τα εκπροσωπεί (άρθρο 64 § 2 εδ. α ΚΠολΔ) και επικουρικά από αυτόν που τα αντιπροσωπεύει στις συναλλακτικές τους σχέσεις (άρθρο 64 § 4 ΚΠολΔ). Οι ενώσεις προσώπων που δεν αποτελούν σωματείο και οι εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα παρίστανται στο δικαστήριο με το πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους (άρθρο 64 § 3 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση διάδικος παραμένει το εκπροσωπούμενο πρόσωπο

5. Έλεγχος της ικανότητας προς δικαστική παράσταση. Ελεγχόμενη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ) η ικανότητα δικαστικής παραστάσεως οδηγεί σε απαράδεκτο της αγωγής ή σε ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως που επιχειρήθηκε χωρίς τη συνδρομή της (άρθρο 159 αριθ. 2 σε συνδ. με άρθρο 544 αριθ. 2 ΚΠολΔ). Ακόμη και εάν το αλλοδαπό φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν έχει σύμφωνα με το δίκαιο της ιθαγένειας ή της έδρας του αντιστοίχως ικανότητα για δικαστική παράσταση, παρίσταται νομίμως, αν έχει την ικανότητα αυτή κατά το ελληνικό δίκαιο (άρθρο 66 ΚΠολΔ). Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώκεται η διευκόλυνση των αλλοδαπών, στο πλαίσιο της γενικής εξομοιώσεώς τους με τους αλλοδαπούς. Αν πάντως υπάρχουν ελλείψεις ως προς την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση στο όνομά τους ή τη νόμιμη εκπροσώπησή τους, το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων (άρθρο 67 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 5221/2025). Συγκεκριμένα, η παρ. 1 του άρθρου 67 ορίζει ότι με την επιφύλαξη των άρθρων 227 (το οποίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 163 ν. 5221/2025 και δίνει τη δυνατότητα στον διάδικο της αναπλήρωσης της τυπικής παράλειψης ως προς την απόδειξη της ικανότητας αυτοπρόσωπης δικαστικής παράστασής του, ύστερα από σχετική κλήση του δικαστηρίου) και 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή εξουσιοδότηση που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν, το δικαστήριο ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων που αποστέλλεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγόρου και αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία οι σχετικές υποθέσεις δικάζονται ερήμην. Ωστόσο, όταν δεν συμπληρώνεται η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης στην ορισθείσα από το δικαστήριο προθεσμία, δεν νοείται δυνατότητα ερήμην εκδίκασης των διαδίκων, όπως εσφαλμένα ορίζει το άρθρο 10 ν. 5221/2025, αφού δεν μπορεί να απορρίπτεται κατ’ ουσίαν η αγωγή του ενάγοντος ή να θεωρείται ότι ομολογεί ο εναγόμενος την ιστορική βάση της αγωγής του (λόγω της ερημοδικίας), διότι το ελάττωμα έγκειται απλώς στη δικαστική εκπροσώπηση του εν λόγω διαδίκου και εδώ πρέπει να υπάρξει νομοθετική αλλαγή. Αν οι ελλείψεις συμπληρωθούν, ακόμη και μετά τη πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας πριν όμως από τη συζήτηση της αγωγής, ισχυροποιούνται αναδρομικά οι διαδικαστικές πράξεις που είχαν επιχειρηθεί. Διαφορετικά το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υποθέσεως (άρθρο 67 § 2 ΚΠολΔ) και απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη

IV. Δικαστική πληρεξουσιότητα

1. Έννοια. Η ύπαρξη ικανότητας δικαστικής παραστάσεως δεν σημαίνει πάντως ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει και το δικαίωμα να εμφανίζεται αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου και να επικοινωνεί με αυτό. Το δικαίωμα αυτό ανήκει στους εν ενεργεία δικηγόρους, οι οποίοι, μόνον αυτοί, διαθέτουν την ικανότητα προς το δικολογείν (ius postulandi). Οι διάδικοι (εκτός βέβαια αν είναι και οι ίδιοι δικηγόροι) έχουν έτσι την υποχρέωση, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων –λ.χ. α) στο μονομελές πρωτοδικείο, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορές, β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος (άρθρο 94 § 2, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 ν. 5134/2024)– να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο ή διά αυτού (άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔ). Η δυνατότητα αυτοπρόσωπης συμμετοχής του διαδίκου στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, όπως πολλάκις εμφανιζόταν εξ άλλου στην πράξη, καταργήθηκε εσφαλμένως με το ν. 4335/2015, δίχως να προκύπτει ο λόγος κατάργησής της. Αν δεν τηρείται η ως άνω προϋπόθεση, είναι ανυπόστατη η αγωγή και άκυρες οι διαδικαστικές τους πράξεις (άρθρο 159 αριθ. 2 σε συνδ. με άρθρο 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ), εκτός και εάν υπάρχει έγκριση από τον διάδικο, ρητή ή σιωπηρή. Η δικαστική πληρεξουσιότητα αποτελεί έτσι όρο του ενεργού των επιχειρούμενων διαδικαστικών πράξεων. Οι πράξεις του πληρεξούσιου δικηγόρου, οι οποίες ενεργούνται στο πλαίσιο της πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε, δεσμεύουν και τον διάδικο, υπέρ του οποίου έγιναν. Ο τελευταίος, παριστάμενος με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δικαιούται όμως να ανακαλέσει τις ομολογίες εκείνου (άρθρο 99 ΚΠολΔ)

2. Χορήγηση της πληρεξουσιότητας. Η δόση της πληρεξουσιότητας αποτελεί τυπική διαδικαστική πράξη συμβατικού χαρακτήρα. Κατά κανόνα δίδεται συμβολαιογραφικώς ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο (άρθρο 96 § 1 ΚΠολΔ)· επίσης και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 743 ΚΠολΔ), μπορεί να δοθεί και με απλό ιδιωτικό έγγραφο. Σε κάθε περίπτωση πρέπει πάντως να αναφέρεται το όνομα του πληρεξούσιου δικηγόρου ή των πληρεξούσιων δικηγόρων. Πρόκειται για συστατικό και όχι αποδεικτικό τύπο. Κατ’ αρχήν, ο πληρεξούσιος δεν μπορεί πάντως να διορίσει, με δική του πρωτοβουλία, άλλον υποκατάστατο δικηγόρο, αφού κάτι τέτοιο θα έθιγε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του εντολέα του, εκτός και εάν το επιτρέψει ο διάδικος. Η πληρεξουσιότητα μιας αρχής μπορεί να δοθεί σε δικηγόρο και με έγγραφο της αρχής. Ειδικά κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και τις περιπτώσεις του άρθρου 98 ΚΠολΔ (ειδική πληρεξουσιότητα) η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

3. Παύση της πληρεξουσιότητας. Η χορηγηθείσα δικαστική πληρεξουσιότητα παύει να υφίσταται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (άρθρο 101 ΚΠολΔ), βασιζόμενες στον εξιδιασμένο χαρακτήρα της. Ειδικότερα, η δικαστική πληρεξουσιότητα παύει: α) Όταν πεθάνει ο πληρεξούσιος ή μεταβληθεί η ικανότητα για δικαστική του παράσταση, οπότε επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 286 στοιχ. δ ΚΠολΔ)· ο θάνατος όμως αυτού που χορήγησε την πληρεξουσιότητα οδηγεί σε παύση της πληρεξουσιότητας μόνον αν επήλθε διακοπή της δίκης για τον λόγο αυτό (άρθρο 101 ΚΠολΔ). β) Όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος απωλέσει τη δικηγορική ιδιότητα ή επιβληθεί σε αυτόν πειθαρχική ποινή παύσεως περισσότερο των τριών μηνών, με συνέπεια επίσης τη βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 286 στοιχ. δ ΚΠολΔ). γ) Όταν παύσει να ισχύει η συμβατική σχέση της δικαστικής πληρεξουσιότητας με την ανάκλησή της από αυτόν που την χορήγησε ή την παραίτηση του πληρεξουσίου· προβλέπονται τότε όμως πρόσθετες διατυπώσεις για την ισχύ αυτών των διαθετικών πράξεων και έναντι του αντιδίκου (άρθρο 102 ΚΠολΔ) και επιβάλλεται υποχρέωση στον παραιτηθέντα πληρεξούσιο να συνεχίσει επί ένα μήνα να επιχειρεί τις αναγκαίες πράξεις (άρθρο 103 ΚΠολΔ). δ) Επίσης, η γενική πληρεξουσιότητα παύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της (άρθρο 97 § 3 ΚΠολΔ), η μερική πληρεξουσιότητα όταν περατωθεί η δίκη, ή αντίστοιχα οι δίκες, για την οποία δόθηκε και η ειδική πληρεξουσιότητα, όταν επιχειρηθεί η πράξη για την οποία δόθηκε.

4. Έλεγχος της πληρεξουσιότητας. Η ύπαρξη και η έκταση της δικαστικής πληρεξουσιότητας ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 104 εδ. β ΚΠολΔ). Ο έλεγχος αυτός χωρεί σύμφωνα με τη lex fori, αφού πρόκειται για αμιγή θεσμό του δικονομικού δικαίου. Η ύπαρξη δικαστικής πληρεξουσιότητας τεκμαίρεται για τις προπαρασκευαστικές πράξεις (λ.χ. κατάθεση προτάσεων, επίδοση της αγωγής) έως τη συζήτηση της υποθέσεως, υπό την αίρεση όμως ότι θα αποδειχθεί η χορήγησή της κατά τη συζήτηση. Αν υπάρχουν ελλείψεις ως προς την απόδειξη της πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να τάξει σύντομη προθεσμία προτού προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως (άρθρο 105 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 ν. 5221/2025). Συγκεκριμένα ορίζεται ότι με την επιφύλαξη των άρθρων 227 και 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν αυτός που παρίσταται ως πληρεξούσιος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για τη συμπλήρωση της έλλειψης και να επιτρέψει σε εκείνον που δεν την αποδεικνύει να συμμετάσχει στη δίκη προσωρινά. Η αναφορά όμως της επιφύλαξης στο άρθρο 237 ΚΠολΔ δεν είναι ορθή, διότι δεν μπορεί ο δικαστής με απλή διάταξη να απορρίψει την αγωγή λόγω πλασματικής ερημοδικίας ως ουσία αβάσιμη, αλλά τούτο πράττει μόνον με την έκδοση δικαστικής απόφασης. Αν τελικώς η ύπαρξη δικαστικής πληρεξουσιότητας δεν αποδειχθεί, αποβαίνουν άκυρες και οι ανωτέρω προπαρασκευαστικές πράξεις. Ειδικά όμως στη δίκη της τακτικής διαδικασίας, επειδή έγινε κατάχρηση της εφαρμογής του άρθρου 105 ΚΠολΔ από τα δικαστήρια, λόγω του ότι οι διάδικοι δεν προσκόμιζαν το πληρεξούσιο έγγραφο με τις προτάσεις κατά το άρθρο 237 § 1 εδ. β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 26 ν. 5221/2025 και δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα απόδειξης της πληρεξουσιότητας, με συνέπεια την πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην εξέλιξη της δίκης, ορίστηκε ορθά ότι εδώ εφαρμόζεται το άρθρο 227 ΚΠολΔ. Δηλ. η έλλειψη του πληρεξουσίου εγγράφου αντιμετωπίζεται ως τυπική παράλειψη που μπορεί να συμπληρωθεί κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ και με τις εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις. Ως τυπική παράλειψη αντιμετωπίζεται η μη προσκομιδή του πληρεξουσίου και υπό το νόμο 5221/2025 στο άρθρο 227 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 163 αυτού. Αν συνεπώς ο διάδικος δεν συμμορφωνόταν και δεν προσκόμιζε στην οριζόμενη προθεσμία το πληρεξούσιο, η αγωγή του ενάγοντος απορριπτόταν ως ουσία αβάσιμη λόγω της πλασματικής του ερημοδικίας του ή θα γινόταν δεκτή κατ’ ουσία, εφόσον ο εναγόμενος δεν παρίστατο προσηκόντως. Διέξοδος στο άρθρο 105 ΚΠολΔ δεν υπήρχε πλέον, υπό την ισχύ του ν. 4842/2021, το οποίο εφαρμοζόταν μόνον στις άλλες δίκες. Ωστόσο, η ως άνω ρύθμιση του ν. 4842/2021 καταργήθηκε, με συνέπεια τώρα, ακόμη και μετά την πρόσκληση του διαδίκου για την προσκομιδή του πληρεξούσιου κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ και τη μη συμμόρφωσή του, να μπορεί το δικαστήριο να εκδώσει μη οριστική απόφαση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 ΚΠολΔ, κάτι που θα οδηγήσει σε μεγάλη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης

5. Ο δικαστικός πληρεξούσιος ως αντίκλητος. Αντίκλητος είναι το πρόσωπο, το οποίο νομίμως παραλαμβάνει έγγραφα απευθυνόμενα στον διάδικο (και γενικότερα στο πρόσωπο που τον ορίζει ως αντίκλητό του). Ο δικαστικός πληρεξούσιος είναι εκ του νόμου και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποίαν είναι πληρεξούσιος έως και την έκδοση της αμετάκλητης αποφάσεως, εκτός εάν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του (άρθρο 143 § 1 ΚΠολΔ). Αυτή η ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου υπηρετεί την ταχύτερη και ασφαλέστερη πρόοδο της διαδικασίας, ώστε δεν είναι δυνατός ο εκ μέρους του διαδίκου περιορισμός ή αποκλεισμός της. Με εξαίρεση ωστόσο την περίπτωση που ο παραλήπτης του εγγράφου έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 143 § 4 ΚΠολΔ), οι επιδόσεις μπορούν να γίνουν κατ’ επιλογή του επιδίδοντος είτε στον αντίκλητο είτε στο διάδικο (άρθρο 143 § 2 ΚΠολΔ). Υποχρεωτικά στον διάδικο επιδίδονται έγγραφα, που επιβάλλουν αυτοπρόσωπη ενέργειά του (όπως λ.χ. η απόφαση που διατάσσει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση ή την εξέταση των διαδίκων)

V. Η νομιμοποίηση

1. Έννοια και νομική φύση. Νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής της δίκης. Η εξουσία αυτή στην πράξη προκύπτει από τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι αυτός είναι φορέας του επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος φορέας της επίδικης υποχρεώσεως. Πρόκειται για διαδικαστική προϋπόθεση και η μη συνδρομή της συνεπάγεται την απόρριψη της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξεως ως απαράδεκτης. Αντιστοίχως, η νομιμοποίηση διακρίνεται σε ενεργητική και παθητική. Ως προς τη θεμελίωση της νομιμοποιήσεως μπορεί να λεχθεί, ότι είναι αδιάφορο αν ο ενάγων είναι πράγματι ο δικαιούχος του δικαιώματος ή αν ο εναγόμενος είναι πράγματι ο υπόχρεος (αν και κατά κανόνα ο φορέας του ουσιαστικού δικαιώματος ή της ουσιαστικής υποχρεώσεως ταυτίζεται με το διάδικο που νομιμοποιείται ενεργητικά ή αντίστοιχα παθητικά). Τα ζητήματα αυτά άπτονται του βασίμου της αγωγής και θα κριθούν τελικώς με την έκδοση της αποφάσεως. Με τη νομιμοποίηση ελέγχεται, κατά κύριο λόγο, αν ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υφίσταται μεταξύ αυτού και του εναγομένου ο ανωτέρω αφηρημένος σύνδεσμος προς το επίδικο δικαίωμα ή την επίδικη υποχρέωση, ενώ για τη συνδρομή αυτής αρκεί και πιθανολόγηση. Η εκφορά αυτού του αγωγικού ισχυρισμού (άρθρο 216 § 1 στοιχ. β ΚΠολΔ) αρκεί προκειμένου να είναι παραδεκτή η διεξαγωγή της δίκης από τον συγκεκριμένο ενάγοντα κατά του συγκεκριμένου εναγομένου. Η νομιμοποίηση ανήκει συνεπώς στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης· η έλλειψή της, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, ενώ η αμφισβήτηση της υπάρξεώς της από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση της βάσεως της αγωγής. Είναι έτσι απαράδεκτη η αγωγή, την οποία ασκεί ο μεγαλομέτοχος ανώνυμης εταιρίας για αξίωση του νομικού προσώπου κατά προμηθευτή του. Είναι επίσης απαράδεκτη η αγωγή παραδόσεως του μισθίου από τον εκμισθωτή κατά του εναγομένου, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, είναι κύριος του μισθωμένου πράγματος. Είναι, ακόμη, απαράδεκτη και όχι αβάσιμη η αγωγή στην οποία ο ενάγων εκθέτει ότι ήδη πριν από την άσκησή της είχε εκχωρήσει την επίδικη απαίτηση σε τρίτον. Πάντως σε περίπτωση που αμφισβητείται η συνδρομή της νομιμοποιήσεως, δεν αποκλείεται το δικαστήριο να διερευνήσει ήδη σε ένα πρώιμο στάδιο το αν λ.χ. ο ενάγων είναι πραγματικά ο δικαιούχος (οπότε όμως αν διαπιστωθεί ότι δεν είναι, άρα ότι δεν συντρέχει νομιμοποίηση, η αγωγή θα απορριφθεί ως απαράδεκτη). Αν ωστόσο ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι είναι φορέας του επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος δεν αποδειχθεί (π.χ. όταν ο ενάγων δεν είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου), η αγωγή θα απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη

2. Κανονική και κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση. Από τον ανωτέρω, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, σύνδεσμο του διαδίκου προς το επίδικο δικαίωμα προκύπτει η κανονική νομιμοποίηση. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις, ο νόμος απονέμει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε συγκεκριμένα πρόσωπα αποκλειστικώς λόγω ορισμένης ιδιότητάς τους ή της σχέσεώς τους προς το επίδικο αντικείμενο. Η νομιμοποίηση έχει τότε εξαιρετικό χαρακτήρα και τα πρόσωπα αυτά ενεργούν ως μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι. Η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση διακρίνεται με τη σειρά της σε στερητική και σωρευτική με κριτήριο το αν η εξουσία του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου αποκλείει την εξουσία του φορέα του δικαιώματος ή συντρέχει με αυτήν. Ειδικότερα:

3. Η πλαγιαστική αγωγή. Ειδική περίπτωση κατ’ εξαίρεση νομιμοποιήσεως προβλέπει το άρθρο 72 ΚΠολΔ, με το οποίο καθιερώνεται η πλαγιαστική αγωγή. Με την άσκησή της δημιουργείται τριμερής έννομη σχέση μεταξύ του δανειστή (Δ1), του οφειλέτη (Ο) και του δανειστή (Δ2) του πρώτου δανειστή. Στο πλαίσιο αυτής της σχέσεως, ο Δ2 ενάγει, ως μη δικαιούχος διάδικος, τον Ο ως οφειλέτη του Δ1. Αίτημα της αγωγής είναι η καταβολή της οφειλής από τον Ο απ’ ευθείας στον Δ1. Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων δανειστής επιδιώκει να δημιουργήσει τις πραγματικές και οικονομικές προϋποθέσεις, προκειμένου εν συνεχεία να ικανοποιήσει και αυτός την δική του αξίωση κατά του δικού του οφειλέτη (του Δ1). Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και το έννομο συμφέρον του δανειστή να ασκήσει πλαγιαστική αγωγή. Ελλείπει συνεπώς το έννομο συμφέρον του δανειστή να ασκήσει πλαγιαστική αγωγή, εάν λ.χ. «ζητείται η απόδοση αντικειμένου που ανήκει στον κύκλο των ακατάσχετων πραγμάτων του οφειλέτη»

VI. Το έννομο συμφέρον

1. Έννοια και λειτουργία. Δικαστική προστασία δικαιούται να ζητεί όποιος την έχει πράγματι ανάγκη. Ενεργοποίηση του δικαστικού μηχανισμού χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο δεν είναι δυνατή. Το αντίθετο θα οδηγούσε σε καταχρηστική άσκηση του ατομικού δικαιώματος για παροχή δικαστικής προστασίας. Το έννομο συμφέρον ταυτίζεται με την ανάγκη παροχής έννομης προστασίας. Αυτό ακριβώς υποδηλώνει το άρθρο 68 ΚΠολΔ, κατά το οποίο δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Πρόκειται για διαδικαστική προϋπόθεση και η μη συνδρομή της συνεπάγεται την απόρριψη της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξεως ως απαράδεκτης. Αίτηση για παροχή δικαστικής προστασίας χωρίς να θεμελιώνεται η αναγκαιότητά της είναι επομένως απορριπτέα ως απαράδεκτη. Είναι, λ.χ., απαράδεκτη η αίτηση για να διαταχθεί συντηρητική κατάσχεση, όταν ο αιτών είναι εφοδιασμένος με εκτελεστό τίτλο και θα μπορούσε έτσι να προχωρήσει στην επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως. Παρά την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου όμως παραδεκτώς ασκείται νέα καταψηφιστική αγωγή, όταν ο αιτών με τον τρόπο αυτό επιζητεί να διευκολυνθεί η εκτέλεση της αποφάσεως στην αλλοδαπή. Σε μερικές περιπτώσεις πάντως το έννομο συμφέρον επιτελεί και μία περαιτέρω λειτουργία, τη νομιμοποιητική. Όταν ανάγεται σε όρο του πραγματικού επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, η νομιμοποίηση για την άσκησή τους εξαρτάται από την ύπαρξή του. Έτσι, λ.χ., νομιμοποιείται να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή όποιος επικαλείται ότι έχει έννομο συμφέρον προς τούτο (άρθρο 70 ΚΠολΔ)

2. Τα αναγκαία στοιχεία. Για να επιτελέσει τις ανωτέρω λειτουργίες του το συμφέρον που επικαλείται ο ενάγων πρέπει να είναι ατομικό, άμεσο και έννομο. Ατομικό είναι το συμφέρον που αφορά σε ουσιαστικά δικαιώματα του διαδίκου που επιδιώκει κάποιο όφελος οικονομικό ή ηθικό. Άμεσο είναι το συμφέρον, όταν αναφέρεται σε προστασία έννομης σχέσεως ενεστώσας και όχι απλώς μελλοντικής ή ενδεχόμενης. Εξ άλλου, το συμφέρον είναι και έννομο, όταν συμπορεύεται εν γένει με τους σκοπούς της πολιτικής δίκης και η ύπαρξή του στηρίζεται σε κανόνες δικαίου. Δεν συντρέχει έννομο συμφέρον όταν αυτό δεν είναι άξιο δικαστικής προστασίας ή όταν προβλέπεται άλλη εναλλακτική δικαστική ή εξώδικη πράξη που οδηγεί στην επίτευξη του ίδιου σκοπού με αποτελεσματικότερο τρόπο. Απλώς ηθικό ή οικονομικό συμφέρον του ενάγοντος κατά κανόνα δεν αρκεί, εκτός αν προβλέπεται και αυτού η έννομη προστασία.

§ 15. Η πλειονότητα των διαδίκων

Ι. Έννοια και είδη της ομοδικίας

ΙΙ. Η απλή ομοδικία

1. Η δομή της απλής ομοδικίας. Χαρακτηριστικό της απλής ομοδικίας είναι η ύπαρξη περισσότερων δικών, τόσων όσοι είναι οι περισσότεροι διάδικοι από την ενάγουσα ή την εναγόμενη πλευρά. Οι δίκες αυτές, συνεκδικαζόμενες, ευρίσκονται σε ουσιαστικό δεσμό που δικαιολογεί, χωρίς όμως και να επιβάλλει, την υποβολή τους σε κοινή διαδικασία. Γι’ αυτό η δημιουργία της απλής ομοδικίας, ενεργητικής ή παθητικής, αποτελεί δυνατότητα της ενάγουσας πλευράς (άρθρο 74 ΚΠολΔ). Πρόκειται για αμιγώς δικονομικό θεσμό, δικαιολογούμενο από δικονομικές σκοπιμότητες· οι προϋποθέσεις του ευρίσκονται όμως στο ουσιαστικό δίκαιο, και ειδικότερα στις ουσιαστικές σχέσεις που ιδρύουν (και συνδέουν μεταξύ τους) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ομοδίκων

2. Περιπτώσεις απλής ομοδικίας. Σε τρεις περιπτώσεις ο νόμος (άρθρο 74 ΚΠολΔ) επιτρέπει τη θεμελίωση απλής ομοδικίας. Κατ’ αρχήν, οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν εξαίρεση από τον κανόνα, ότι η δίκη διεξάγεται μεταξύ δύο διαδίκων. Εφόσον όμως η απλή ομοδικία συμβάλλει στην καλύτερη διευθέτηση των περισσότερων υποθέσεων, οι προϋποθέσεις της είναι ερμηνευτέες κατά τρόπο μάλλον ευρύ. Αν πάντως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας, το δικαστήριο διατάζει τη χωριστή εκδίκαση των περισσότερων δικών (άρθρο 78 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, υφίσταται απλή ομοδικία:

3. Συνέπειες της απλής ομοδικίας. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της απλής ομοδικίας, σύνηθες είναι να διεξάγονται οι δίκες των περισσότερων ομοδίκων από κοινού, όπως συμβαίνει όταν αυτοί παρίστανται με τον ίδιο δικηγόρο και καταθέτουν κοινές προτάσεις. Ο δικαστής όμως που δικάζει την υπόθεση εξαιρείται για όλους τους ομοδίκους, έστω και ο λόγος εξαιρέσεως συντρέχει στο πρόσωπο του ενός απ’ αυτούς. Αυτή η κοινή διαδικαστική εμφάνιση δεν αίρει όμως τον κανόνα της υποκειμενικής ενέργειας των διαδικαστικών πράξεων, τις οποίες επιχειρεί κάθε ομόδικος. Κατ’ αρχήν, η διαδικαστική θέση κάθε ομοδίκου κρίνεται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τη θέση των ομοδίκων του. Έτσι, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις εξετάζονται ξεχωριστά για κάθε δίκη των ομοδίκων, οι πράξεις (λ.χ. η πρόταση ενστάσεων) και οι παραλείψεις (λ.χ. η έλλειψη απαντήσεως στην αγωγή) του καθενός δεν επηρεάζουν τους άλλους (άρθρο 75 § 1 ΚΠολΔ)· κάθε ομόδικος δικαιούται να επισπεύσει τη δίκη χωρίς να καλεί και τους υπολοίπους, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει αναγκαία την ενιαία διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 75 § 2 ΚΠολΔ)· η συζήτηση της υποθέσεως μπορεί να ματαιωθεί μόνον για μερικούς ομοδίκους, αν δεν εμφανιστούν στη δίκη αυτοί και ο αντίδικός τους ή μπορεί να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση για μερικούς απ’ αυτούς, κάθε ομόδικος είναι τρίτος σε σχέση με τη δίκη του ομοδίκου του και μπορεί να ασκήσει παρέμβαση, σ’ αυτήν και να εξεταστεί ως μάρτυρας και η εξαίρεση των μαρτύρων κρίνεται χωριστά για κάθε ομόδικο. Οι επιδόσεις από ή προς κάποιο ομόδικο κινούν τις προθεσμίες μόνον γι’ αυτόν, και η δίκη διακόπτεται μόνο για τον ομόδικο στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει νόμιμος λόγος και η ερημοδικία του ενός απλού ομοδίκου επιφέρει συνέπειες μόνον γι’ αυτόν. Η απόφαση, που μπορεί να είναι διάφορη για κάθε ομόδικο, προσβάλλεται με ένδικα μέσα ακόμη και αν δεν έχει κρίνει για όλες τις συνεκδικαζόμενες δίκες, ορίζεται παράβολο ερημοδικίας για κάθε ομόδικο, ενώ η τελεσιδικία και το αμετάκλητο της αποφάσεως κρίνεται για κάθε ομόδικο. Τα ένδικα μέσα του ενός ομοδίκου κατ’ αρχήν δεν στρέφονται και κατά του ομοδίκου του.

ΙΙΙ. Η αναγκαία ομοδικία

1. Η δομή της αναγκαίας ομοδικίας. Και επί αναγκαίας ομοδικίας υφίστανται περισσότερες έννομες σχέσεις δίκης συνεκδικαζόμενες στο πλαίσιο κοινής διαδικασίας. Υποστηρίχθηκε και στο πεδίο της ελληνικής επιστήμης του αστικού δικονομικού δικαίου άποψη καθιερωμένη νομοθετικώς στο αυστριακό δίκαιο, ότι δηλαδή οι αναγκαίοι ομόδικοι συγκροτούν ως ομάδα δικονομική κοινωνία και συναποτελούν έναν ενιαίο διάδικο (κατά τον αντίστοιχο αυστριακό όρο «Einheitspartei»). Εν τούτοις, ο έλληνας δικονομικός νομοθέτης συνειδητά απέφυγε να καθιερώσει το σύστημα του ενιαίου διαδίκου. Ορθότερο είναι ότι και επί αναγκαίας ομοδικίας συνεκδικάζονται περισσότερες δίκες, τόσες όσοι είναι οι αναγκαίοι ομόδικοι. Ενώ όμως επί απλής ομοδικίας η προβλεπόμενη δυνατότητα «υποκειμενικής σωρεύσεως αγωγών» ανατρέχει σε σκέψεις δικονομικής σκοπιμότητας, ο σκοπός της αναγκαίας ομοδικίας, συναρτώμενος εν γένει προς την ανάγκη εκδόσεως ενιαίας αποφάσεως, συνδέεται προς την κατά περίπτωση επιβαλλόμενη συνεργασία περισσοτέρων για την ουσιαστική κρίση επί της διαφοράς. Ο δεσμός που συνοδεύει τις περισσότερες δίκες των αναγκαίων ομοδίκων είναι, επομένως, πολύ στενότερος –αναγόμενος στο ουσιαστικό δίκαιο– από τον απλώς τεχνικό σύνδεσμο των δικών των απλών ομοδίκων (που ανάγεται στο δικονομικό δίκαιο).

2. Περιπτώσεις αναγκαίας ομοδικίας. Το άρθρο 76 ΚΠολΔ προβλέπει τέσσερις περιπτώσεις αναγκαίας ομοδικίας. Πρόκειται για περιπτώσεις, στις οποίες λόγοι του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου επιβάλλουν την ανάγκη ενιαίας κρίσεως της διαφοράς με τη συμμετοχή περισσοτέρων κατά την επίλυσή της. Υποχρεωτική συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων προβλέπεται όμως μόνο σε μία περίπτωση, σε αυτήν της υποχρεωτικής κοινής νομιμοποιήσεως. Στις άλλες τρεις περιπτώσεις η υποχρεωτική συμμετοχή μπορεί απλώς να εκβιασθεί επιγενομένως μέσω της προσεπικλήσεως (άρθρο 86 ΚΠολΔ), δεν επιβάλλεται όμως ως όρος του παραδεκτού της αγωγής. Ειδικότερα, υφίσταται αναγκαία ομοδικία:

3. Συνέπειες της αναγκαίας ομοδικίας. Σε αντίθεση προς την απλή ομοδικία, επί αναγκαίας ισχύει ο κανόνας της αντικειμενικής ενέργειας των πράξεων, τις οποίες επιχειρεί ο κάθε ομόδικος: οι πράξεις αυτές ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, με εξαίρεση τον συμβιβασμό, την αναγνώριση, την παραίτηση από τη δίκη και τη συμφωνία διαιτησίας (άρθρο 76 § 2 ΚΠολΔ), που, σύμφωνα με τη δικονομική ρύθμιση, ενεργούν μόνο υποκειμενικά. Εξ άλλου, ο σκοπός της αναγκαίας ομοδικίας καθορίζει τη διαδικαστική θέση των αναγκαίων ομοδίκων. Ο κανόνας της ενιαίας διαδικασίας, δηλαδή της κοινής διαδικαστικής πορείας όλων των συνεκδικαζόμενων δικών, επιτυγχάνεται με την καθιερούμενη αντιπροσώπευση των απολιπόμενων, αλλά κληθέντων στη διαδικαστική πράξη ομοδίκων (άρθρο 76 § 3 ΚΠολΔ), από εκείνους που παρίστανται. Ο ίδιος κανόνας επιβεβαιώνεται και στις περιπτώσεις της ασκήσεως ανταγωγής από ή εναντίον των ομοδίκων (άρθρο 268 § 2 ΚΠολΔ) και της διακοπής της δίκης (άρθρο 288 ΚΠολΔ). Η προθεσμία υπολογίζεται από την επίδοση στον τελευταίο ομόδικο. Η άσκηση του ενδίκου μέσου από τον αναγκαίο ομόδικο επιφέρει αποτελέσματα για τους αδρανήσαντες (άρθρο 76 § 4 ΚΠολΔ) και αυτοί πρέπει επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως ως προς όλους να κλητεύονται στη σχετική δίκη (άρθρο 76 § 3 ΚΠολΔ) και το ένδικο μέσο που ασκείται από τους άλλους ομοδίκους είναι απαράδεκτο, εκτός και εάν περιέχει διαφορετικούς λόγους. Το ένδικο μέσο που ασκείται από τον αναγκαίο ομόδικο στρέφεται κατά των αντιδίκων του και όχι κατά των ομοδίκων του και η τελεσιδικία και το αμετάκλητο της αποφάσεως προκύπτει μόνον όταν όλοι οι ομόδικοι έχουν χάσει το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων

§ 16.

Συμμετοχή τρίτων στη δίκη

Ι. Έννοια και διακρίσεις της παρεμβάσεως τρίτων

ΙΙ. Η κύρια παρέμβαση

1. Έννοια και νομική φύση. Με την άσκηση της κύριας παρεμβάσεως ο τρίτος «αντιποιείται» (άρθρο 79 § 1 ΚΠολΔ) ολόκληρο το αντικείμενο της εκκρεμούς δίκης ή μέρος αυτού. Ο τρίτος προβάλλει δηλαδή δικά του δικαιώματα επί του εκκρεμούς αντικειμένου με σκοπό να το διεκδικήσει από τους αρχικούς διαδίκους (διεξάγει δηλαδή «διμέτωπο αγώνα»). Έτσι, π.χ., σε δίκη μεταξύ των Α και Β με αντικείμενο την αναγνώριση του ενάγοντος ως κυρίου ακινήτου δυνάμει συμβατικής μεταβιβάσεως παρεμβαίνει κυρίως ο Γ, ο οποίος ζητεί να αναγνωρισθεί η δική του κυριότητα επί του ακινήτου δυνάμει τακτικής χρησικτησίας.

2. Προϋποθέσεις της κύριας παρεμβάσεως. Για την παραδεκτή άσκηση κύριας παρεμβάσεως απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

3. Άσκηση και συνέπειες της κύριας παρεμβάσεως. Η κύρια παρέμβαση ασκείται σε κάθε περίπτωση με δικόγραφο που στρέφεται κατά των αρχικών διαδίκων και περιέχει τα στοιχεία κάθε αγωγής, όπως και προσδιορισμό του δικαιώματος, βάσει του οποίου ο παρεμβαίνων αντιποιείται το επίδικο αντικείμενο (άρθρο 81 § 1 ΚΠολΔ). Το δικόγραφο της παρεμβάσεως στη δίκη της τακτικής διαδικασίας πρέπει να κατατίθεται στο δικαστήριο και να επιδίδεται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία σαράντα ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, η οποία παρατείνεται σε 70 ημέρες και σε 100 ημέρες αντίστοιχα, εάν κάποιος από τους αντιδίκους του κυρίως παρεμβάντος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 § 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 ν. 5221/2025). Το ερώτημα που ανακύπτει από την ως άνω τροποποίηση (με το ν. 4842/2021 οριζόταν ως έναρξη της προθεσμίας η κατάθεση της αγωγής) είναι το πώς θα γνωρίζει ο τρίτος τον χρόνο επίδοσης της αγωγής που ενεργεί ο ενάγων κατά το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, έτσι ώστε ο κυρίως παρεμβαίνων να ασκεί εμπρόθεσμα την κύρια παρέμβαση. Ο δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ για την έναρξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων μετά την πάροδο της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, που είχε οριστεί με το ν. 4842/2021 και ήταν η τήρηση της αρχής της ισότητας μεταξύ των διαδίκων ως προς το ζήτημα αυτό, εδώ δεν συντρέχει. Μάλλον η πρακτική συνέπεια της ρυθμίσεως θα είναι η συρρίκνωση ή η πλήρης απουσία της κύριας παρεμβάσεως από τη δικαστηριακή πρακτική.

ΙΙΙ. Πρόσθετη παρέμβαση

1. Έννοια και είδη.– Όταν ο τρίτος προσέρχεται στη δίκη, εκουσίως ή ύστερα από προσεπίκληση ή ανακοίνωση, και υιοθετεί τα αιτήματα του ενός των αρχικών διαδίκων καθιστάμενος αντίδικος του άλλου, ασκεί πρόσθετη παρέμβαση. Επιχειρεί έτσι ο παρεμβαίνων να συμβάλει, ώστε το περιεχόμενο της αποφάσεως που θα εκδοθεί να προστατεύει δικαίωμά του ή να αποτρέπει τη δημιουργία υποχρεώσεώς του. Σε αυτό το σημείο έγκειται και το έννομο συμφέρον, που απαιτείται να υφίσταται για την παραδεκτή άσκηση της πρόσθετης παρεμβάσεως. Ανάλογα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο του εννόμου συμφέροντος, η πρόσθετη παρέμβαση διακρίνεται σε απλή και αυτοτελή. Απλή πρόσθετη παρέμβαση (άρθρο 80 ΚΠολΔ) πρόκειται, όταν ο τρίτος με την παρέμβασή του επιχειρεί να διαμορφώσει υπέρ αυτού το περιεχόμενο των αντανακλαστικών κατά κύριο λόγο συνεπειών της αποφάσεως. Έτσι, λ.χ. ο ενυπόθηκος δανειστής παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ του οφειλέτη του σε δίκη, στην οποία αμφισβητείται η κυριότητά του επί του ενυπόθηκου ακινήτου· και η ασφαλιστική εταιρία παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ του ασφαλισμένου, ο οποίος ενάγεται από τον τραυματισθέντα σε αυτοκινητικό ατύχημα για καταβολή αποζημιώσεως. Αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση (άρθρο 83 ΚΠολΔ) ασκείται εξ άλλου όταν ο τρίτος με τη συμμετοχή του επιχειρεί να διαμορφώσει υπέρ αυτού το περιεχόμενο των κύριων συνεπειών της αποφάσεως (που όμως ούτως ή άλλως θα επέλθουν, δηλαδή και χωρίς την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως εκ μέρους του, σε βάρος του), δηλαδή του δεδικασμένου (λ.χ. όταν παρεμβαίνει ο πτωχός υπέρ του συνδίκου σε δίκη για την πτωχευτική περιουσία ή όταν παρεμβαίνει στη δίκη ο ειδικός διάδοχος μετά την εκκρεμοδικία κατ’ άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), της εκτελεστότητας (λ.χ. όταν παρεμβαίνει ο υπομισθωτής υπέρ του μισθωτή στην εξωστική δίκη) ή της διαπλαστικής ενέργειας (λ.χ. όταν εταίρος παρεμβαίνει υπέρ της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης σε δίκη για ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως)

2. Προϋποθέσεις της πρόσθετης παρεμβάσεως. Για την παραδεκτή άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως απαιτείται να υπάρχει εκκρεμής δίκη μεταξύ των διαδίκων, ο παρεμβαίνων να είναι τρίτος και να έχει έννομο συμφέρον. Για τις δύο πρώτες προϋποθέσεις ισχύουν όσα αναφέρθηκαν κατά την ανάλυση της κύριας παρεμβάσεως. Το έννομο συμφέρον συνδέεται εξ άλλου με τον επηρεασμό της έννομης θέσεως του τρίτου από την έκβαση της δίκης. Ανάλογα με την ένταση αυτού του επηρεασμού, ανάλογα δηλαδή με το αν τον τρίτο πρόκειται να θίξουν κατ’ αποτέλεσμα οι αντανακλαστικές ή οι κύριες συνέπειες της αποφάσεως που θα εκδοθεί, η πρόσθετη παρέμβαση διακρίνεται, όπως αναφέρθηκε, σε απλή και αυτοτελή. Η επίκληση από τον παρεμβαίνοντα γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων δεν αρκεί. Όπως δεν αρκεί επίσης το συμφέρον που επικαλείται ο παρεμβαίνων να είναι απλώς οικονομικό, χωρίς συγχρόνως να είναι και έννομο. Δεν θεμελιώνεται δηλαδή έννομο συμφέρον, όταν από την έκβαση της δίκης δεν πρόκειται να επηρεασθεί η έννομη θέση του τρίτου, αλλά θα θιγούν απλώς οικονομικά του συμφέροντα ή θα υποστεί οικονομική βλάβη η κατά τα άλλα ανεπηρέαστη έννομη θέση του. Έτσι, δεν παρεμβαίνει παραδεκτώς ο μέτοχος υπέρ της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, αφού η έκβαση της δίκης μπορεί εν δυνάμει να επηρεάσει την οικονομική αξία της μετοχής όχι όμως αμέσως και τη μετοχική του ιδιότητα· ούτε πρέπει να γίνει δεκτή η παρέμβαση εγχειρόγραφου δανειστή υπέρ διαδίκου σε δίκη, στην οποία κρίνεται υποχρέωση του τελευταίου, αφού η εντεύθεν επιζητούμενη δυνατότητα ικανοποιήσεως του παρεμβαίνοντος θεμελιώνει πραγματικό συμφέρον που όμως δεν είναι συγχρόνως και έννομο.

3. Άσκηση και συνέπειες της πρόσθετης παρεμβάσεως. Η πρόσθετη παρέμβαση, απλή ή αυτοτελής, ασκείται έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση (και ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου) με κατάθεση δικογράφου και επίδοσή του σε όλους τους αρχικούς διαδίκους μέσα σε προθεσμία σαράντα ημερών από την πάροδο της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, η οποία παρατείνεται σε εβδομήντα ημέρες και εκατό ημέρες αντίστοιχα, εάν κάποιος από τους αντιδίκους του προσθέτως παρεμβάντος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 § 1 ΚΠολΔ). Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση δίκης στην τακτική διαδικασία κατατίθεται και επιδίδεται σ’ όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία εβδομήντα ημερών από την πάροδο της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής (άρθρο 238 § 1 εδ. β ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 ν. 5221/2025), η οποία παρατείνεται σε 70 και 100 ημέρες εάν κάποιος από τους αντιδίκους του προσθέτως παρεμβάντος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 § 1 εδ. γ ΚΠολΔ). Στις δίκες των ειδικών διαδικασιών η προθεσμία ασκήσεως πρόσθετης παρεμβάσεως αλλάζει εκ βάθρων. Αυτή ασκείται με κατάθεση και επίδοση του δικογράφου της μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον δέκα ημερών πριν από τη συζήτηση της αγωγής. Η δε συζήτησή της ορίζεται υποχρεωτικά με την ημερομηνία συζητήσεως της κύριας υποθέσεως. Η πρόσθετη παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση της δίκης στις δίκες αυτές ασκείται με κατάθεση του δικογράφου και επίδοσή του στους διαδίκους πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση της κύριας υποθέσεως (άρθρο 591 § 1 εδ. β ΚΠολΔ)

IV. Προσεπίκληση

1. Έννοια και είδη. Προσεπίκληση είναι η μορφή αναγκαστικής συμμετοχής τρίτου προσώπου σε εκκρεμή δίκη. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η προστασία του τρίτου, τα συμφέροντα του οποίου συναρτώνται προς το εκκρεμές αντικείμενο· συγχρόνως επιζητείται η επίλυση όλων των διαφορών σε ενιαία δίκη προς εξοικονόμηση χρόνου και αποφυγή αντιφατικών αποφάσεων. Εκτός από τις προηγούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή την ιδιότητα του προσεπικαλουμένου ως τρίτου και την ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, για το παραδεκτό της προσεπικλήσεως απαιτείται και έννομο συμφέρον. Αυτό υφίσταται στις τρεις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις. Ειδικότερα, είναι παραδεκτή προσεπίκληση μόνον των ακολούθων προσώπων:

2. Άσκηση και συνέπειες. Η προσεπίκληση ασκείται με κατάθεση δικογράφου στο δικαστήριο που εκκρεμεί η αγωγή και επίδοση δικογράφου στον προσεπικαλούμενο (όχι στον αντίδικο του προσεπικαλούντος) μέσα σε προθεσμία σαράντα ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, η οποία παρατείνεται σε εβδομήντα και εκατό ημέρες εάν ο προσεπικαλούμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρα 89 εδ. α, 238 § 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 ν. 5221/2025). Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται, σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 238 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, σε προθεσμία 100 ημερών από την πάροδο της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής και όταν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στο εξωτερικό η προθεσμία είναι 160 ημέρες από την πάροδο της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Με το άρθρο 17 ν. 5282/2026 οι τελευταίες ως άνω προθεσμίες τροποποιήθηκαν σε ενενήντα (90) και εκατόν είκοσι (120) ημέρες αντίστοιχα. Η προσθήκη γίνεται στην προθεσμία του άρθρου 237 παρ. 2 ΚΠολΔ. Μέσα στην προθεσμία της καταθέσεως των προτάσεων προσκομίζονται και όλα τα επικαλούμενα μ’ αυτές αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 238 § 2 ΚΠολΔ). Στις δίκες των ειδικών διαδικασιών η άσκηση της προσεπικλήσεως αλλάζει εκ βάθρων. Αυτή ασκείται με κατάθεση και επίδοση του δικογράφου της μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον δέκα ημερών πριν από τη συζήτηση της αγωγής. Η δε συζήτησή της ορίζεται υποχρεωτικά με την ημερομηνία συζητήσεως της κύριας υποθέσεως (άρθρο 591 § 1 β ΚΠολΔ).

V. Ανακοίνωση της δίκης

1. Έννοια και προϋποθέσεις. Ενώ με την προσεπίκληση ο τρίτος καλείται ρητώς να μετάσχει στην εκκρεμή δίκη και κατά περίπτωση διευρύνονται τα υποκειμενικά της όρια, με την ανακοίνωση γνωστοποιείται/ ανακοινώνεται απλώς ο εκκρεμής δικαστικός αγώνας σε τρίτον, του οποίου τα συμφέροντα μπορεί να πληγούν από τη δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί. Ο τρίτος αυτός πάντως χωρίς την άσκηση παρεμβάσεως δεν καταλαμβάνει κάποια ενεργό διαδικαστική θέση στην εκκρεμή δίκη. Κατά τούτο η ανακοίνωση της δίκης αποτελεί μία απισχνασμένη μορφή προσεπικλήσεως με μάλλον περιορισμένο πεδίο εφαρμογής

2. Άσκηση και συνέπειες. Η ανακοίνωση γίνεται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της δίκης και επιδίδεται στον τρίτο (όχι στον αντίδικο του ανακοινούντος) έως ότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό (άρθρο 91 § 2 ΚΠολΔ). Αποκλείεται, επομένως, η ανακοίνωση να γίνει παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι ο τρίτος, στον οποίο γνωστοποιήθηκε η εκκρεμής δίκη κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν δικαιούται να παρέμβει σε αυτήν κυρίως ή προσθέτως, εφ’ όσον έχει έννομο συμφέρον. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τη δίκη της τακτικής διαδικασίας εν όψει της επιφυλάξεως του άρθρου 91 § 1 ΚΠολΔ, που παραπέμπει στο άρθρο 238 ΚΠολΔ. Έτσι, όταν η ανακοίνωση ασκείται στη δίκη της τακτικής διαδικασίας αυτή πρέπει να ασκείται μέσα σε προθεσμία σαράντα ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, η οποία παρατείνεται σε εβδομήντα ή σε εκατό ημέρες εάν ο προς ον η ανακοίνωση διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής αντίστοιχα (άρθρα 89 εδ. α, 238 § 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 ν. 5221/2025). Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται μέσα στην προθεσμία της προαναφερθείσας § 1 του άρθρου 238 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 ν. 5221/2025, της δε προσθήκης στην προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Μέσα στην προθεσμία της καταθέσεως των προτάσεων προσκομίζονται και όλα τα επικαλούμενα μ’ αυτές αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 238 § 2 ΚΠολΔ). Στις δίκες των ειδικών διαδικασιών η άσκηση της ανακοινώσεως αλλάζει εκ βάθρων. Αυτή ασκείται με κατάθεση και επίδοση του δικογράφου της μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον δέκα ημερών πριν από τη συζήτηση της αγωγής. Η δε συζήτησή της ορίζεται υποχρεωτικά με την ημερομηνία συζητήσεως της κύριας υποθέσεως (άρθρο 591 § 1 β ΚΠολΔ)

Κεφάλαιο Πέμπτο

Το αντικείμενο της δίκης

§ 17. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις και το αντικείμενο της δίκης

Ι. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις

1. Έννοια και διακρίσεις. Προτού το δικαστήριο εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, εξετάζει κατ’ ανάγκη αν συντρέχουν οι τυπικοί όροι που απαιτούνται για την εν γένει απονομή της δικαιοσύνης. Κατά το στάδιο αυτό εξετάζονται έτσι οι λεγόμενες διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, που κατά κυριολεξία αποτελούν όχι προϋποθέσεις για τη γένεση της έννομης σχέσεως της δίκης –όπως ίσως θα μπορούσε να συναχθεί από τη χρησιμοποιούμενη ορολογία– αλλά όρους για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις αναφέρονται είτε στο δικαστήριο (δικαιοδοσία, διεθνής ή εσωτερική, και αρμοδιότητα, λειτουργική, καθ’ ύλη, κατά τόπο), είτε στους διαδίκους (ικανότητα διαδίκου, δικαστικής παραστάσεως και διεξαγωγής της δίκης στο όνομα του διαδίκου, νομιμοποίηση και έννομο συμφέρον), είτε, τέλος, στο ίδιο το αντικείμενο της δίκης (ορισμένο της αγωγής, δεδικασμένο, εκκρεμοδικία). Από άλλη οπτική γωνία, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές. Οι πρώτες πρέπει να υφίστανται, οι δεύτερες πρέπει να ελλείπουν για να εισέλθει το δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας. Αρνητικές είναι το δεδικασμένο και η εκκρεμοδικία, θετικές οι υπόλοιπες. Τέλος, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις διακρίνονται σε γενικές, που αφορούν κάθε είδος αγωγής, και ειδικές, αναφερόμενες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών των εμπράγματων αγωγών (άρθρο 220 ΚΠολΔ) ως προς τις διαδικαστικές προϋποθέσεις εφαρμόζεται η lex fori, εν προκειμένω το Ελληνικό Αστικό Δικονομικό Δίκαιο

2. Έλεγχος. Το δικαστήριο εξετάζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις και αυτεπαγγέλτως (εξαίρεση η κατά τόπον αναρμοδιότητα, η οποία εξετάζεται κατ’ ένσταση, εκτός αν δεν παρίσταται ο εναγόμενος ή δεν επιτρέπεται παρέκταση· άρθρα 42 § 2, 263 στοιχ. α ΚΠολΔ). Κατά τον έλεγχο αυτό το δικαστήριο βασίζεται στα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και σε όσα έχει προσκομίσει ο διάδικος ο βαρυνόμενος με την απόδειξή τους. Τις θετικές διαδικαστικές προϋποθέσεις φέρει το βάρος να αποδείξει ο ενάγων, ενώ ο εναγόμενος βαρύνεται με την απόδειξη των αρνητικών. Για τον έλεγχο των προϋποθέσεων ο νόμος δεν προδιαγράφει ορισμένη σειρά. Κατά κανόνα, ελέγχονται πρώτα αυτές που αφορούν το δικαστήριο, ακολουθεί η εξέταση αυτών που αναφέρονται στους διαδίκους και έπονται οι σχετιζόμενες με το αντικείμενο της δίκης. Δεν αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγοι οικονομίας της δίκης να επιβάλλουν αναδιάταξη της σειράς εξετάσεως. Αν λ.χ. αποδεικνύεται η ύπαρξη δεδικασμένου, το δικαστήριο είναι ενδεδειγμένο να προχωρήσει σε απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης προτού εξετάσει αν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί και να αμφισβητείται. Επίσης, τυχόν προδήλως αβάσιμη αγωγή θα μπορούσε να απορριφθεί και πριν από τον έλεγχο των αμφισβητούμενων διαδικαστικών προϋποθέσεων

3. Τα διαδικαστικά κωλύματα. Εμποδίζεται να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς το δικαστήριο και όταν ο διάδικος προτείνει την ύπαρξη των διαδικαστικών κωλυμάτων (άρθρο 263 ΚΠολΔ). Ο έλεγχός τους χωρεί πάντοτε κατ’ ένσταση, η οποία πρέπει να προτείνεται εγκαίρως, δηλαδή με τις νομίμως κατατιθέμενες προτάσεις. Διαδικαστικά κωλύματα είναι: η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία, οπότε η διαφορά παραπέμπεται σε διαιτησία και συγχρόνως διατηρούνται οι συνέπειες της αγωγής (άρθρα 263 στοιχ. β, 264 ΚΠολΔ)· η έλλειψη εγγυοδοσίας (άρθρα 263 στοιχ. γ, 171, 172 ΚΠολΔ)· η μη καταβολή των εξόδων της προηγούμενης δίκης, οπότε ο εναγόμενος δικαιούται να αρνηθεί να απαντήσει στην αγωγή έως ότου αυτά καταβληθούν (άρθρα 263 στοιχ. δ, 295 ΙΙ ΚΠολΔ)· η ύπαρξη προθεσμίας για την αποποίηση κληρονομίας (άρθρα 263 στοιχ. ε, 265 ΚΠολΔ)· τέλος, η άσκηση προσεπικλήσεως προκειμένου ο προσεπικαλούμενος να εμφανισθεί στη συζήτηση της αγωγής (άρθρο 263 στοιχ. στ, 266 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Το αντικείμενο της δίκης

1. Έννοια και σημασία. Σύμφωνα με ορισμένη εκδοχή –η οποία μπορεί να θεωρηθεί ορθή– οι διαδικαστικές προϋποθέσεις και τα διαδικαστικά κωλύματα συνθέτουν το λεγόμενο δικονομικό αντικείμενο της δίκης. Η αυτοτελής αναγωγή αυτών των όρων για την εξέταση της ουσίας της διαφοράς σε αντικείμενο του δικαστικού αγώνα κατά μία άλλη άποψη μάλλον υπερτονίζει τα πράγματα και οδηγεί σε μία υπερβολική αναβάθμιση της σημασίας και της λειτουργίας τους. Η δίκη διεξάγεται για την ύπαρξη ουσιαστικού δικαίου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι βέβαια πρωτίστως για να κριθούν τα διαδικαστικά τους προαπαιτούμενα. Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί, ότι με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας επιδιώκεται πράγματι η ελεύθερη πρόσβαση στα δικαστήρια για έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως (δηλαδή για το αντίστοιχο ουσιαστικό δικαίωμα ή για την αντίστοιχη ουσιαστική υποχρέωση) και όχι για έκδοση αποφάσεως σχετικά με οποιοδήποτε δικονομικό ζήτημα. Πλην όμως είναι δυνατόν να μην εκδοθεί τελικά δικαστική απόφαση για την ουσία της υποθέσεως, επειδή ανακύπτει ένα δικονομικό κώλυμα ή προαπαιτούμενο, οπότε θα εκδοθεί εκ των πραγμάτων δικαστική απόφαση μόνο για το κρίσιμο δικονομικό ζήτημα, το οποίο με τον τρόπο αυτό θα συνιστά και το δικονομικό αντικείμενο της δίκης. Επομένως ορθώς γίνεται λόγος για το δικονομικό αντικείμενο της δίκης, έστω και αν τα κρίσιμα δικονομικά ζητήματα / προαπαιτούμενα συνιστούν απλώς όρους για την κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς και όχι «αυθύπαρκτο» –δηλαδή εξ υπαρχής αυτοτελές προβλεπόμενο και επιδιωκόμενο– αντικείμενο δίκης. Ο σκοπός τους παραμένει στενά εξαρτημένος προς την ουσία της διαφοράς, ακόμη και όταν το δικαστήριο αποφαίνεται αυτοτελώς, καταφάσκοντας αυτούς, επί των διαδικαστικών αυτών όρων (άρθρο 263 ΚΠολΔ, δυνατότητα που πάντως μένει μάλλον ανεφάρμοστη)

2. Η θεωρητική συζήτηση. Η μεγάλη σημασία της συζητήσεως για το αντικείμενο της δίκης φαίνεται και από την ποικιλία των θεωριών που διατυπώθηκαν για τον καθορισμό του. Γενικώς, μπορούμε να τις κατατάξουμε σε δύο κατηγορίες. Σύμφωνα με τις ουσιαστικές θεωρίες, αντικείμενο της δίκης είναι τα δικαιώματα που ο ενάγων κατάγει σε δίκη, όπως αυτά προσδιορίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο. Έτσι, όταν ο ενάγων ζητεί αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και για ηθική βλάβη, προβάλλει δύο διακεκριμένες αξιώσεις του, οι οποίες φέρονται στη δίκη με τη μορφή της αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών. Το ίδιο συμβαίνει, τουλάχιστον στο πλαίσιο της παλαιότερης θεωρίας, αλλά και της πάγιας νομολογίας, και τότε όταν ασκούνται αξιώσεις από παραβίαση συμβάσεως και αδικοπραξία, οι οποίες γεννήθηκαν από το ίδιο ιστορικό γεγονός. Γενικά, στο πλαίσιο αυτής της θεωρητικής κινήσεως, κάθε αυτοτελής και διακεκριμένη νομική βάση θεμελιώνει ίδιο αντικείμενο δίκης. Έτσι, υπάρχουν περισσότερα αντικείμενα, όταν ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας συμβάσεως επικαλούμενος περισσότερους λόγους ακυρότητας ή επιδιώκει την ακύρωση συμβάσεως στηριζόμενος σε περισσότερους λόγους (λ.χ. πλάνη και απάτη).

§ 18. Η αγωγή

Ι. Έννοια και διακρίσεις

ΙΙ. Η αναγνωριστική αγωγή

1. Έννοια και αντικείμενο. Η δυνατότητα να ασκηθεί αγωγή με αίτημα την αναγνώριση έννομων σχέσεων δεν ήταν πάντοτε αυτονόητη στο ελληνικό δίκαιο. Υπήρξε το αποτέλεσμα προϊούσας εξελίξεως νομολογιακών θέσεων, θεωρητικής επεξεργασίας και εν τέλει νομοθετικής παρεμβάσεως (άρθρο 127 ΕισΝΑΚ). Ανάλογη ήταν και η πορεία από την απόλυτη επικουρικότητα της αναγνωριστικής αγωγής έναντι της καταψηφιστικής έως την αποδοχή της ισοτιμίας τους και αυτοτέλειάς τους. Τελικώς, το άρθρο 70 ΚΠολΔ καθιέρωσε ρητώς την αναγνωριστική αγωγή, προβλέποντας ότι «όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή». Η διάταξη καθιερώνει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες είναι παραδεκτή η άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής.

2. Προϋποθέσεις και μορφές αναγνωριστικής αγωγής. Βασική προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής είναι ο ενάγων να δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Ως τέτοιο νοείται γενικώς η αβεβαιότητα, η οποία προκαλείται ως προς την έννομη θέση του ενάγοντος είτε από την αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγομένου υπάρχουσας έννομης σχέσεως είτε από την εκ μέρους του καύχηση για έννομη σχέση που δεν υπάρχει. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενη διακινδύνευση της έννομης θέσεως του ενάγοντος δεν χρειάζεται να αντανακλά αποκλειστικώς στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του· μπορεί ακόμη να οδηγεί και σε προσβολή οικονομικών ή ηθικών του συμφερόντων, αρκεί αυτά να εκπηγάζουν από την έννομη θέση του. Με αυτό το περιεχόμενο το έννομο συμφέρον, που πρέπει και εδώ να είναι ατομικό, άμεσο, περιουσιακό ή ηθικό, και έννομο, επιτελεί συγχρόνως και νομιμοποιητική λειτουργία, προσδίδοντας στον ενάγοντα την αναγκαία εξουσία για διεξαγωγή της σχετικής δίκης. Η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, ελλείπει όμως το έννομο συμφέρον όταν η υπό αναγνώριση αξίωση έχει παραγραφεί. Τα γεγονότα που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον, ιδίως την αμφισβήτηση της έννομης σχέσεως, πρέπει να επικαλούνται από τον ενάγοντα και να αναφέρονται στο δικόγραφό της, επί ποινή αοριστίας της. Υπόκειται δε και στο άρθρο 281 ΑΚ

3. Συνέπειες της ασκήσεως αναγνωριστικής αγωγής. Με την άσκηση θετικής αναγνωριστικής αγωγής διακόπτονται η παραγραφή ως προς την αναγνωριστέα αξίωση και η χρησικτησία· επιδεινώνεται επίσης η θέση του εναγόμενου νομέα στις σχέσεις του προς τον κύριο του πράγματος. Αντιθέτως, η επίδοση αναγνωριστικής αγωγής για αξίωση δεν συνιστά όχληση ούτε γεννά τόκους υπερημερίας (άρθρο 345 ΑΚ) ή επιδικίας (άρθρο 346 ΑΚ). Η μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν αίρει τη συνέπεια της οχλήσεως ως συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, η τελεσίδικη απόφαση επί της αναγνωριστικής αγωγής δεν δημιουργεί εκτελεστό τίτλο, έστω και αν αναφέρεται στην ύπαρξη αξιώσεως. Ειδικότερα, όπως δέχεται η κρατούσα και ορθότερη άποψη, εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 904 ΚΠολΔ αποτελούν μόνο οι τελεσίδικες καταψηφιστικές αποφάσεις και όχι οι τελεσίδικες αναγνωριστικές αποφάσεις

ΙΙΙ. Η καταψηφιστική αγωγή

1. Έννοια και περιεχόμενο. Ενώ η αναγνωριστική αγωγή μπορεί να έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση αξιώσεως του δανειστή, δηλαδή του δικαιώματός του να απαιτήσει πράξη ή παράλειψη από τον οφειλέτη (άρθρο 247 ΑΚ), άσκηση του δικαιώματος αυτού με αίτημα και σκοπό την ικανοποίηση του δανειστή είναι δυνατή αποκλειστικά με την καταψηφιστική αγωγή. Με την αγωγή αυτή ασκείται αυτό ακριβώς το δικαίωμα του δανειστή· και η καταψηφιστική απόφαση, δηλαδή η απόφαση που δέχεται την καταψηφιστική αγωγή, υποχρεώνει τον εναγόμενο οφειλέτη να προβεί στην οφειλόμενη πράξη ή παράλειψη, εν ανάγκη και με τη χρήση των μέσων αναγκαστικής εκτελέσεως. Ειδικώς, όταν αντικείμενο της καταψηφιστικής αγωγής είναι χρηματική αξίωση ή αξίωση χρηματικώς αποτιμητή, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τέλος δικαστικού ενσήμου (αγωγόσημο) ανερχόμενο σε ποσοστό 4ο/00 επί του αντικειμένου της διαφοράς. Πρόκειται για μέτρο φορολογικού χαρακτήρα συναρτώμενο προς την παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια. Αν ο ενάγων δεν καταβάλει το τέλος αυτό, προβλέπεται ως κύρωση η πλασματική ερημοδικία του ενάγοντος και η εντεύθεν κατ’ ουσία απόρριψη της αγωγής

2. Οι συνέπειες της ασκήσεως καταψηφιστικής αγωγής. Η άσκηση καταψηφιστικής αγωγής επιφέρει τα αποτελέσματα ουσιαστικού δικαίου, που επέρχονται και με την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής. Επί πλέον, η επίδοση καταψηφιστικής αγωγής επιφέρει δικαστική όχληση του οφειλέτη, η οποία τον καθιστά υπερήμερο (άρθρο 340 ΑΚ) και γεννά σε βάρος του τόκους υπερημερίας (άρθρο 345 ΑΚ). Σε κάθε περίπτωση, γεννώνται σε βάρος του τόκοι επιδικίας (άρθρο 345 ΑΚ). Αν τυχόν, συνεπώς, ο ενάγων ανακαλέσει την καταψηφιστική αγωγή ή την περιορίσει σε αναγνωριστική, δεν ανατρέπεται η όχληση και η βάσει αυτής επελθούσα υπερημερία του οφειλέτη. Αυτός οφείλει εφεξής τόκους υπερημερίας, όχι όμως και τόκους επιδικίας, οι οποίοι δημιουργούνται συνεπεία της ασκήσεως της καταψηφιστικής αγωγής.

3. Η ωρίμανση της αξιώσεως και οι εξαιρέσεις της. Όπως συμβαίνει με κάθε δικαίωμα, έτσι και η αξίωση, η οποία ασκείται με την καταψηφιστική αγωγή, πρέπει, κατ’ αρχήν, να είναι ώριμη, δηλαδή να έχει γεννηθεί και να είναι απαιτητή, να μην τελεί δηλαδή υπό αίρεση ή προθεσμία. Πότε συμβαίνει αυτό, κρίνεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Κατά το δικονομικό δίκαιο κρίνεται όμως πότε πρέπει να συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις. Η αντίληψη που επικράτησε κατά την επεξεργασία και τη σύνταξη του ΚΠολΔ θέτει ως βάση της την παρατήρηση, ότι για την παροχή δικαστικής προστασίας με την έκδοση καταψηφιστικής αποφάσεως δεν απαιτείται η αξίωση να είναι οπωσδήποτε γεννημένη και απαιτητή κατά την άσκηση της αγωγής. Για το παραδεκτό της καταψηφιστικής αγωγής αρκεί η αξίωση να καταστεί απαιτητή κατά τον χρόνο της καταδίκης του εναγομένου και όχι κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο. Καθιερώθηκε έτσι –αν και με τη μορφή της εξαιρέσεως από τον κανόνα– σε ευρεία έκταση η «προκαθεστηκυία» (άλλως «προκαταβολική») παροχή ένδικης προστασίας (άρθρο 69 ΚΠολΔ), βάσει της οποίας επιτρέπεται η άσκηση και εκδίκαση καταψηφιστικής αγωγής και για απαιτήσεις που ακόμη δεν είναι ώριμες στις ακόλουθες περιπτώσεις:

IV. Η διαπλαστική αγωγή

1. Έννοια και περιεχόμενο.– Η αλλοίωση των εννόμων σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή η σύσταση, μεταβολή ή κατάργησή τους επιχειρείται κατά κανόνα συμβατικώς. Κατ’ εξαίρεση, η έννομη τάξη αναγνωρίζει διαπλαστικά δικαιώματα, η μονομερής άσκηση των οποίων από τον δικαιούχο τους επιφέρει το ίδιο διαπλαστικό αποτέλεσμα. Στην ουσία του διαπλαστικού δικαιώματος ανήκουν ακριβώς η εξουσία του δικαιούχου να προκαλέσει μονομερώς μεταβολή στις έννομες σχέσεις και η υποχρέωση του φορέα της να ανεχθεί αυτή τη μεταβολή

2. Γνωρίσματα της διαπλαστικής αγωγής. Λόγω της ιδιαίτερης αποστολής της διαπλαστικής αγωγής συχνά τίθενται όρια και προϋποθέσεις στην άσκησή της. Η δυνατότητα να επέλθει μονομερής διάπλαση των εννόμων σχέσεων, ακόμη και όταν αυτό συμβαίνει με τα εχέγγυα που παρέχει η δικαστική απόφαση, συνιστά εξαίρεση από τον κανόνα του συμβατικού προσδιορισμού των εννόμων σχέσεων. Επομένως, πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί βεβαιότητα ως προς τους όρους της δικαστικής διαπλάσεως. Αυτόν ακριβώς τον στόχο επιτελούν δύο βασικές επιλογές κατά τη ρύθμιση στον ΚΠολΔ της διαπλαστικής αγωγής. Πρώτον, ότι νομιμοποιούνται να την ασκήσουν συγκεκριμένα πάντοτε πρόσωπα, λ.χ. μόνο αυτός που πλανήθηκε, απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους δικαιούνται να ζητήσουν την ακύρωση της δικαιοπραξίας (άρθρο 154 εδ. β ΑΚ), ενώ μόνο τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1469 ΑΚ δικαιούνται να προσβάλουν την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο. Αποφεύγεται έτσι η αβεβαιότητα που θα προκαλούνταν, αν ήταν δυνατή η άσκησή της από ακαθόριστο αριθμό προσώπων. Και δεύτερον, ότι η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπόκειται συνήθως σε αποσβεστική προθεσμία, λ.χ. δύο ετών για την ακύρωση της δικαιοπραξίας (άρθρο 157 εδ. α ΑΚ) ή ενός έτους (κατά τις ειδικότερες διακρίσεις του άρθρου 1470 ΑΚ) για την προσβολή της πατρότητας. Τίθενται έτσι, σε όφελος της ασφάλειας του έννομου βίου και των συναλλαγών, και συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια ως προς τη δικαστική ενάσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος. Αντίθετα, η ex nunc (για το μέλλον) ή η ex tunc (αναδρομικώς) ενέργεια της επιφερόμενης διαπλάσεως δεν αποτελεί κατ’ ακρίβεια γνώρισμα της ίδιας της διαπλαστικής αγωγής, αλλά αναφέρεται στη φύση και τα αποτελέσματα της διαπλαστικής αποφάσεως.

Κεφάλαιο Έκτο

Οι θεμελιώδεις δικονομικές αρχές

§ 19. Έννοια και λειτουργία των θεμελιωδών δικονομικών αρχών

1. Έννοια. Στα άρθρα 106-116 ΚΠολΔ καθιερώνονται οι λεγόμενες «θεμελιώδεις δικονομικές αρχές», δηλαδή οι θεμελιώδεις επιλογές του νομοθέτη ως προς την έναρξη, κίνηση και διαμόρφωση της διαδικασίας για την παροχή έννομης προστασίας. Με αυτή την έννοια, οι βασικές αυτές επιλογές εκφράζουν την εμπρόθετη δικονομική στάση για την καθόλου διάπλαση της διαδικασίας των πολιτικών δικαστηρίων. Το περιεχόμενό τους μπορεί επομένως να παραλλάσσει από τόπο σε τόπο και ανά εποχή. Για το λόγο αυτό και από αυτή την οπτική γωνία θα μπορούσε ίσως να λεχθεί, ότι δεν είναι απόλυτα δόκιμος ο ενίοτε χρησιμοποιούμενος όρος «δικονομικά αξιώματα», ο οποίος παραπέμπει σε αξιωματικώς καταστρωμένο τρόπο δικονομικής προσεγγίσεως. Πάντως και ο όρος «θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα» δεν μπορεί να θεωρηθεί δογματικά εσφαλμένος

2. Διακρίσεις. Συστηματική διάκριση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών μπορεί να γίνει ανάλογα με το βασικό τους περιεχόμενο και τη λειτουργία τους στην εξέλιξη της δίκης. Βάσει του κριτηρίου αυτού είναι δυνατή η διάκριση των θεμελιωδών αρχών σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αναφέρεται γενικώς στο φαινόμενο της δίκης· ειδικότερα συμπεριλαμβάνει τις αρχές που ρυθμίζουν την έναρξη, την εν γένει εξέλιξη και το υλικό της δίκης. Η δεύτερη αφορά ειδικώς τη διαδικασία, και ειδικώς τον τρόπο διεξαγωγής της. Η επόμενη ανάπτυξη ακολουθεί αυτήν ακριβώς τη διαίρεση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών.

§ 20. Θεμελιώδεις δικονομικές αρχές που αφορούν τη δίκη

Ι. Η αρχή της διαθέσεως

1. Έννοια και περιεχόμενο. Η θεμελιώδης αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας ή της αυτονομίας της βουλήσεως, η οποία αποτελεί τη βάση του αστικού δικαίου, εκδηλώνεται στο αστικό δικονομικό δίκαιο με την αρχή της διαθέσεως, η οποία προστατεύεται συνταγματικώς στο άρθρο 20 Σ. Σημασία έχει εν προκειμένω και το άρθρο 5 του Συντάγματος. Την αρχή καθιερώνει ρητώς το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο ενεργεί «μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση … τις αιτήσεις που υποβάλλουν» οι διάδικοι. Η διάταξη καθορίζει το βασικό περιεχόμενο της αρχής της διαθέσεως. Πρώτον, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση του διαδίκου (judex ne procedat ex officio). Επομένως, απαγορεύεται το δικαστήριο να κινηθεί αυτεπαγγέλτως και να ενεργοποιήσει τον δικαστικό μηχανισμό προκειμένου να προστατευθούν δικαιώματα του διαδίκου. Η αίτηση αποτελεί εδώ τον κινητήριο μοχλό της δικαστικής δράσεως. Τυχόν απόφαση που εκδόθηκε χωρίς να έχει υποβληθεί αίτηση από τον διάδικο είναι αναιρετέα (άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ). Δεύτερον, το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τις αιτήσεις που υποβάλλουν οι διάδικοι (judex ne eat ultra petita partium). Εδώ οι αιτήσεις συγκεκριμενοποιούν, ποσοτικά και ποιοτικά, το αντικείμενο του δικαστικού αγώνα. Ποσοτικά ο ενάγων (ή ο εναγόμενος που ασκεί ανταγωγή ή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού) καθορίζει το ακριβές αντικείμενο της έννομης προστασίας, λ.χ. αν ασκεί το σύνολο ή μέρος μόνο της απαιτήσεώς του ή αν ζητεί μόνο το οφειλόμενο κεφάλαιο ή και τους τόκους που αντιστοιχούν σε αυτό. Επειδή ακριβώς το αίτημα εξατομικεύει τη ζητούμενη δικαστική προστασία, απαιτείται αυτό να είναι ορισμένο (άρθρο 216 § 1 στοιχ. γ ΚΠολΔ). Ο ενάγων επίσης με τα αιτήματά του προσδιορίζει, ποιοτικά, το είδος της δικαστικής προστασίας που ζητεί, λ.χ. αν ζητεί την έκδοση καταψηφιστικής ή απλώς αναγνωριστικής αποφάσεως. Οποιαδήποτε απόκλιση από τα αιτήματα αυτά εκ μέρους του δικαστηρίου, λ.χ. αν επιδικάζεται όλο το ποσό παρά το ότι ζητήθηκε μόνο μέρος της απαιτήσεως ή αν εκδίδεται καταψηφιστική απόφαση, αν και ζητήθηκε μόνο αναγνωριστική, δημιουργεί επίσης λόγο αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ). Το ίδιο ισχύει δηλ. παραβίαση της αρχής της διαθέσεως, όταν το δικαστήριο αφήνει αίτημα αδίκαστο

2. Έκταση της αρχής. Η αρχή της διαθέσεως του αντικειμένου της πολιτικής δίκης διατρέχει το σύνολο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και καταλαμβάνει όλο το μήκος της πολιτικής δίκης, από την έναρξη έως την ολοκλήρωσή της. Ο ενάγων μπορεί λ.χ. να περιορίσει το αρχικώς υποβληθέν αίτημα, να το μεταβάλει στα επιτρεπόμενα όρια (άρθρο 223 ΚΠολΔ) ή να παραιτηθεί από αυτό συμβιβαζόμενος ή καταργώντας τη δίκη (άρθρα 293, 294 ΚΠολΔ). Ο διάδικος αποφασίζει επίσης, αν θα ασκήσει ένδικα μέσα ή όχι ή αν θα χάσει τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ασκώντας απ’ ευθείας έφεση κατά της ερήμην αποφάσεως. Εξ άλλου, στην έκταση της αρχής εμπίπτουν όλες οι δίκες ανεξάρτητα από το είδος του ασκούμενου δικαιώματος, ακόμη και αυτές που δεν φέρουν προς διάγνωση απαλλοτριωτά δικαιώματα. Και εδώ ισχύουν οι βασικές εκδηλώσεις του διαθετικού συστήματος, κατά περίπτωση συστελλόμενες ουδέποτε όμως αναιρούμενες. Έτσι, λ.χ., στη διαδικασία των γαμικών διαφορών αποκλείεται ο συμβατικός καθορισμός του αντικειμένου της δίκης, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι η έναρξη και η οριοθέτησή της χωρούν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο

ΙΙ. Η αρχή της συζητήσεως

1. Έννοια και περιεχόμενο. Στο θεμελιώδες για κάθε δικαστηριακή διαδικασία ερώτημα, ποιος εισφέρει στη δίκη το πραγματικό υλικό, βάσει του οποίου καλείται να κρίνει το δικαστήριο, ο ΚΠολΔ ακολουθεί τον κανόνα, ότι είναι ευθύνη των διαδίκων να το συγκεντρώσουν και να το θέσουν υπ’ όψιν του δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 106 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή της συζητήσεως, το δικαστήριο «αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι». Η διάταξη επιβάλλει στους διαδίκους τρία δικονομικά βάρη: πρώτον, να εισφέρουν στη δίκη τους πραγματικούς τους ισχυρισμούς, να εκφέρουν δηλαδή την κρίση τους για την αλήθεια της πραγματικής παραστάσεως την οποία έχουν· δεύτερον, να τους προτείνουν ή να τους επικαλεσθούν, δηλαδή να εκφράσουν προς το δικαστήριο τη βούλησή τους οι ισχυρισμοί αυτοί να συγκαταλεχθούν στο πραγματικό υλικό της δίκης· και τρίτον, να τους αποδείξουν με τα διαθέσιμα μέσα αποδείξεως. Το τρίτο από τα ανωτέρω δικονομικά βάρη, το βάρος αποδείξεως (άρθρο 338 Ι ΚΠολΔ), ανήκει στην ύλη του δικαίου της αποδείξεως και δεν συμπεριλαμβάνεται στην προκείμενη ανάπτυξη. Τα άλλα δύο δικονομικά βάρη συνιστούν την ουσία του συστήματος συζητήσεως, όπως αυτό καθιερώνεται στο άρθρο 106 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος δεν ανταποκριθεί σε ένα από αυτά, δεν συγκροτείται νομίμως εισφερόμενο πραγματικό υλικό και δεν επιτρέπεται να το λάβει υπ’ όψιν του το δικαστήριο· διαφορετικά η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ). Δεν αποτελεί, λ.χ., νομίμως εισφερόμενο υλικό η απλή εκφορά της παραστάσεως του διαδίκου για ορισμένο γεγονός, η οποία όμως δεν συνοδεύεται και από την κρίση του, ότι αυτό είναι αληθές. Πρόκειται τότε για απλώς διηγηματικώς αναφερόμενο περιστατικό, το οποίο δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό και δεν επιτρέπεται να ενταχθεί στο οικοδόμημα της δικαστικής αποφάσεως. Δεν εντάσσεται επίσης νομίμως στο υλικό της δίκης πραγματικός ισχυρισμός, όταν ο διάδικος τον επικαλείται επικουρικώς, εκφράζει δηλαδή τη βούλησή του να ληφθεί υπ’ όψιν μόνο αν απορριφθεί ο κυρίως προβαλλόμενος. Εκτός υλικού της δίκης μένουν επίσης οι ιδιωτικές γνώσεις του δικαστή, δηλαδή οι παραστάσεις, ότι τελέσθηκε ορισμένο γεγονός, όταν αυτές δεν τις προσκόμισε ένας από τους διαδίκους. Ούτε μπορεί ο δικαστής να λάβει υπ’ όψιν του γεγονός που προέκυψε από τη διαδικασία, χωρίς να το επικαλεσθεί νομίμως ο ωφελούμενος διάδικος. Αν, λ.χ., από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος προκύψει, ότι εξοφλήθηκε το επίδικο χρέος και ο εναγόμενος δεν έχει ισχυρισθεί, ότι η οφειλή του προς τον ενάγοντα έχει αποσβεσθεί λόγω καταβολής, ο δικαστής δεν δικαιούται να συνυπολογίσει το γεγονός της εξοφλήσεως κατά την έκδοση της αποφάσεώς του. Μπορεί πάντως ο εναγόμενος, εφ’ όσον αυτό είναι διαδικαστικώς δυνατό, να ιδιοποιηθεί εκ των υστέρων το γεγονός της καταβολής που ανεδείχθη κατά τη διαδικασία και να ζητήσει από το δικαστήριο να το λάβει υπ’ όψιν του

2. Έκταση της αρχής. Η αρχή της συζητήσεως με τις επί μέρους εκδηλώσεις της –με εξαίρεση αυτές που εντάσσονται στο βάρος αποδείξεως- διατρέχει όλη τη διαγνωστική διαδικασία ανεξάρτητα από το είδος του δικαιώματος που κατάγεται σε δίκη. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος καθιερώνει μερική απόκλιση από την ίδια αρχή, προβλέποντας τη δυνατότητα του δικαστηρίου να λαμβάνει και αυτεπαγγέλτως υπ’ όψιν ορισμένους ισχυρισμούς. Η έννοια του αυτεπάγγελτου ελέγχου συνιστά μετριασμό της αρχής της συζητήσεως, όχι όμως πλήρη ανατροπή της. Το νόημα της αυτεπάγγελτης έρευνας μπορεί να θεωρηθεί, ότι κατ’ ακρίβεια εντοπίζεται στην εξουσία του δικαστηρίου να συνεκτιμά και το πραγματικό υλικό που έχει εισαχθεί στη δίκη με τη μορφή ισχυρισμού, ακόμη και όταν ελλείπει η πράξη επικλήσεώς του. Έτσι με την έννοια αυτή, πασίδηλα γεγονότα και γεγονότα γνωστά στο δικαστήριο (άρθρο 336 §§ 1, 2 ΚΠολΔ) λαμβάνονται υπ’ όψιν εφ’ όσον την ύπαρξή τους ισχυρίσθηκε ο διάδικος, έστω και αν δεν τα επικαλέσθηκε. Η καθιέρωση του αυτεπάγγελτου ελέγχου δεν απαλλάσσει όμως τους διαδίκους από το βάρος να εισφέρουν στη δίκη με τη μορφή πραγματικού ισχυρισμού την κρίση τους για τα πράγματα. Αν αυτό ήταν ακριβές, θα επρόκειτο για πλήρη υποχώρηση του συστήματος συζητήσεως υπέρ της αρχής της ανακρίσεως, η οποία όμως δεν φαίνεται να γνωρίζει –τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη νόμιμη συγκρότηση του πραγματικού υλικού– πεδίο εφαρμογής της στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία

§ 21. Θεμελιώδεις δικονομικές αρχές που αφορούν τη διαδικασία

Ι. Η αρχή της πρωτοβουλίας των διαδίκων

ΙΙ. Η αρχή της συγκεντρώσεως

1. Έννοια και περιεχόμενο. Ενώ η αρχή της συζητήσεως προβλέπει, ότι το δικαστήριο στηρίζεται αποκλειστικά στους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν οι διάδικοι, η αρχή της συγκεντρώσεως ή το λεγόμενο σύστημα του «άνευ επικουρίας δικάζεσθαι» καθορίζει σε ποιο διαδικαστικό στάδιο πρέπει να προβάλλονται οι ισχυρισμοί. Καθιερώνοντας την υποχρέωση να αποκαλύπτουν οι διάδικοι το «δικονομικό οπλοστάσιό» τους με τις προτάσεις ο δικονομικός νομοθέτης επιδίωξε την ευθύς εξ αρχής συγκέντρωση του κρίσιμου πραγματικού υλικού, ώστε να καταστεί δυνατό στο δικαστήριο να σχηματίσει εικόνα της πραγματικής καταστάσεως σε πρώιμο διαδικαστικό στάδιο· συγχρόνως, οι διάδικοι αποφεύγουν τους αιφνιδιασμούς, αντιδικώντας κατά κάποιον τρόπο «με ανοικτά χαρτιά» και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, αφού αν επιτρεπόταν η κατά δόσεις άμυνα κατ’ ανάγκη θα επιμηκυνόταν αναπόφευκτα ο δικαστικός αγώνας. Από την άλλη πλευρά, ανελαστική πρώιμη συγκέντρωση όλων ανεξαιρέτως των ισχυρισμών θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα, συχνά και σε λύσεις αποκλίνουσες από το ουσιαστικό δίκαιο. Ο νομοθέτης επιδίωξε έτσι να χαράξει τη χρυσή τομή. Αποκρούοντας τελικά το σύστημα της ελεύθερης προβολής των ισχυρισμών ακολούθησε το συγκεντρωτικό σύστημα με ικανές εξαιρέσεις.

2. Έκταση της αρχής. Το σύστημα αυτό καθιερωνόταν ρητά στο άρθρο 269 ΚΠολΔ, το οποίο όριζε ότι «Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Ο όρος «μέσα επιθέσεως και άμυνας». καταγόμενος από τον αντίστοιχο γερμανικό, προκάλεσε ερμηνευτικές δυσχέρειες ως προς την επακριβή έκτασή του. Συμπεριλαμβάνει όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μπορούν να προταθούν είτε από τον εναγόμενο σε αντίκρουση των ισχυρισμών που αποτελούν τη βάση της αγωγής είτε από τον ενάγοντα σε αντίκρουση αυτών των τελευταίων. Εδώ εμπίπτουν οι αντίθετοι πραγματικοί ισχυρισμοί του εναγομένου, λ.χ. ο ισχυρισμός περί αφέσεως χρέους, η προβολή της ενστάσεως παραγραφής ή η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος για ακύρωση της συμβάσεως λόγω πλάνης, καθώς επίσης και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προτείνει ο ενάγων σε αντίκρουση αυτών, λ.χ. ότι η σύμβαση αφέσεως χρέους ήταν άκυρη ή ότι η παραγραφή είχε ανασταλεί. Δεν εμπίπτουν στα «μέσα επιθέσεως και άμυνας» οι μη αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, δηλαδή οι αρνήσεις των αυτοτελών, οι νομικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, τα νομικά και πραγματικά τους επιχειρήματα, η ανταγωγή και οι ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής. Εξαιρούνται επίσης από τον κύκλο της ρυθμίσεως του άρθρου 269 ΚΠολΔ οι αυτοτελείς δικονομικοί ισχυρισμοί, η πρόταση των οποίων γνωρίζει ίδια ρύθμιση, καθώς και η επίκληση και προσκόμιση αποδεικτικών μέσων, για την οποία επίσης υπάρχει αυτοτελής πρόβλεψη.

3. Εξαιρέσεις. Από τον κανόνα της προκαταβολικής συγκεντρώσεως των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών με τις προτάσεις καθιερώνονταν δύο ομάδες εξαιρέσεων. Η πρώτη αφορούσε ειδική κατηγορία ισχυρισμών, οι οποίοι γι’ αυτό εξαιρούνταν από τη γενική ρύθμιση ως προς τον χρόνο προβολής τους και αποκαλούνται δικονομικά προνομιακοί. Η δεύτερη ομάδα επιχειρούσε να αντιμετωπίσει συγκεκριμένες περιπτώσεις, στις οποίες ο αποκλεισμός της προβολής των ισχυρισμών δυνάμει του γενικώς ισχύοντος κανόνα θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα

4. Το ισχύον νομοθετικό καθεστώς κατά το ν. 4335/2015. Μετά την κατάργηση των περισσότερων της μιας συζητήσεων της υποθέσεως με το Ν. 2915/2001 και την εισαγωγή της νέας ρυθμίσεως της τακτικής διαδικασίας η αρχή της συγκεντρώσεως εξακολουθεί να ισχύει, με διαφορετικό όμως χρονικό καταληκτικό σημείο για την υποβολή ισχυρισμών στις δίκες των ειδικών διαδικασιών και στην τακτική διαδικασία και μάλιστα δίχως να ορίζεται κάποια εξαίρεση. Έτσι, στη δίκη της τακτικής διαδικασίας καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 269 ΚΠολΔ και πλέον οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων προτείνονται με το δικόγραφο των προτάσεων σε προθεσμία 90 ή 120 ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας επιδόσεως της αγωγής (άρθρο 237 § 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 ν. 4842/2021), ενώ νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προβληθούν με την προσθήκη στις προτάσεις εντός 15 ημερών από την κατάθεση των προτάσεων μόνον για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις (άρθρο 237 § 2 ΚΠολΔ). Έτσι, αυτό ήταν το απώτατο χρονικό σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να προβληθεί ένας ισχυρισμός, έστω και εάν αυτός έχει γεννηθεί μετά απ’ αυτό ή ομολογείται από τον αντίδικο ή αποδεικνύεται από έγγραφο, ακόμη και όταν χρονικά έχει διαταχθεί με διάταξη του αρμόδιου οργάνου η διεξαγωγή εμμάρτυρης αποδείξεως κατά το άρθρο 237 § 8 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 ν. 4842/2021, ή έχει εκδοθεί απόφαση επαναλήψεως της διαδικασίας κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ (πριν την τροποποίησή του με το ν. 4842/2021). Μόνη διέξοδος για τον διάδικο να υποβάλλει τέτοιο ισχυρισμό ήταν με το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του οποίου εμπλουτίστηκε με αυτό του καταργηθέντος άρθρου 269 ΚΠολΔ, και βέβαια μετά την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως. Έτσι, όμως, μεταξύ του ορισθέντος ως άνω απώτατου χρονικού σημείου προβολής των ισχυρισμών των διαδίκων και της συζητήσεως της υποθέσεως την ορισθείσα δικάσιμο ή μετά από έκδοση αποφάσεως επαναλήψεως της συζητήσεως ή διατάξεως εμμάρτυρης αποδείξεως μεσολαβούσε ικανός χρόνος, εντός του οποίου μπορούσε να γεννηθούν τα πραγματικά περιστατικά ενός καταλυτικού ισχυρισμού για τον εναγόμενο κατά της επίδικης αξιώσεως του αντιδίκου του. Για το λόγο αυτό με το άρθρο 12 ν. 4842/2021 δόθηκε η δυνατότητα υποβολής σε προθεσμία είκοσι ημερών πριν από τη συζήτηση της αγωγής με κατάθεση συμπληρωματικών προτάσεων, ισχυρισμών που γεννήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας προσθήκης αντικρούσεως καθώς και αποδεικνυόμενων με δικαστική ομολογία ή έγγραφα (άρθρο 237 § 5 ΚΠολΔ), ενώ ταυτόχρονα το περιεχόμενο του άρθρου 527 ΚΠολΔ τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 ν. 4842/2021 λόγω της ως άνω νομοθετικής μεταρρύθμισης. Άλλη δυνατότητα υποβολής ισχυρισμών δεν ορίζεται και σε εφαρμογή καλείται το άρθρο 527 ΚΠολΔ

5. Το ισχύον νομοθετικό καθεστώς κατά το ν. 5221/2025

ΙΙΙ. Η αρχή της δημοσιότητας

1. Έννοια και περιεχόμενο.– Η δημοσιότητα των δικών υπήρξε ανέκαθεν παράγοντας ενδυναμώσεως της δικαιοσύνης και ασφαλιστική δικλείδα για την ορθότητα των εκδιδόμενων αποφάσεων. Εξασφαλίζει τη διαφάνεια της διαδικασίας και συντελεί εν γένει στην πραγμάτωση της χρηστής δίκης. Για το λόγο αυτό η καθιέρωση της αρχής γίνεται με κανόνες συνταγματικής (άρθρο 93 § 2 Συντ.) και υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 6 ΕΣΔΑ). Ειδικότερες εκφάνσεις της αρχής είναι η δημοσιότητα έναντι των διαδίκων και η δημοσιότητα έναντι του κοινού. Η πρώτη αντανακλά το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι διάδικοι δικαιούνται να παρίστανται κατά την εξέλιξη και τη διάρκεια της διαδικασίας, που τους αφορά αμέσως. Η δεύτερη εκδήλωση σχετίζεται με τον έλεγχο της κοινής γνώμης και την ανάγκη να εντείνεται η ευθύνη των δικαστικών λειτουργών κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Η δημοσιότητα έναντι του κοινού είναι πάντως αφ’ εαυτού πρόσφορη να οδηγήσει σε καταχρήσεις ή ανεπιεική αποτελέσματα για τους διαδίκους. Για το λόγο αυτό είναι δυνατός ο περιορισμός ή και ο αποκλεισμός της «αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων» (άρθρο 93 § 2 Συντ.). Προβλέπεται έτσι σε ποιες ειδικότερες περιπτώσεις και με ποια διαδικασία μπορεί να διαταχθεί η συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών (άρθρο 114 ΚΠολΔ). Αυτό μπορεί να γίνει (§ 1 εδ. α του άρθρου 114 ΚΠολΔ), αν η συζήτηση μπορεί να αποβεί επιβλαβής για τα χρηστά ήθη, όπως συμβαίνει κυρίως σε διαφορές οικογενειακού δικαίου, ή για τη δημόσια τάξη. Ο τελευταίος περιορισμός είναι όμως αμφίβολο εν όψει της ρυθμίσεως του άρθρου 93 § 2 Συντ., και όπως έχει υποστηριχθεί από ιδιαιτέρως έγκυρα χείλη, αν είναι συνταγματικά ανεκτός. Σε κάθε περίπτωση η περιστολή της έναντι του κοινού δημοσιότητας δεν θίγει τη δημοσιότητα έναντι των διαδίκων (άρθρο 114 § 1 εδ. β ΚΠολΔ). Η υψηλή αξιολογική αποτίμηση της δημοσιότητας καταφαίνεται πάντως και από το γεγονός, ότι η ορθή εφαρμογή των διατάξεων που επιτρέπουν τον αποκλεισμό της ελέγχεται και αναιρετικώς (άρθρο 559 αριθ. 7 ΚΠολΔ). Πλήγμα στην αρχή της δημοσιότητας είναι η διάταξη του άρθρου 237 παρ. 6 εδ. γ ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 ν. 5221/2025 σύμφωνα με την οποίαν αν δεν εκδοθεί διάταξη για την απόδειξη, η συζήτηση της αγωγής μπορεί, με πράξη του προϊσταμένου του αρμόδιου Πρωτοδικείου, να γίνει και στο γραφείο του δικαστή ή του προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Η τελευταία ρύθμιση ελέγχεται ως αντισυνταγματική λόγω μη τηρήσεως της δημοσιότητας της συνεδριάσεως (άρθρα 93 παρ. 2 Σ, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, βλ. και άρθρο 113 παρ. 1 ΚΠολΔ)

3. Έκταση της αρχής. Η αρχή της δημοσιότητας υλοποιείται γενικώς με τη δυνατότητα των διαδίκων ή των τρίτων να λαμβάνουν γνώση των τεκταινομένων κατά τα διάφορα διαδικαστικά στάδια. Αντίρροπη αξία αποτελεί όμως ο σεβασμός και η προστασία της αξιοπρέπειας του ανθρώπου (άρθρο 2 § 1 Συντ.). Προέκταση της αρχής αυτής αποτελεί ασφαλώς η δυνατότητα των δημοσιογράφων –δυνατότητα που δημιουργεί όμως και πολλά ερωτηματικά ή επιφυλάξεις λόγω των ενδεχομένων αρνητικών αμέσων ή εμμέσων / αντανακλαστικών συνεπειών– να παρευρίσκονται κατά τη συζήτηση των υποθέσεων και να αναμεταδίδουν όσα συμβαίνουν στον χώρο των δικαστηρίων. Είναι όμως εξαιρετικά αμφίβολο, αν δικαιούνται συγχρόνως να δημοσιεύουν και φωτογραφίες των διαδίκων. Διότι η δημοσιότητα νοείται έναντι της διαδικασίας και των διαδικαστικών πράξεων που την απαρτίζουν, όχι όμως έναντι των υποκειμένων της. Ήδη εξ άλλου το άρθρο 8 Ν. 3090/2002 απαγορεύει –και ορθώς– κατ’ αρχήν την ολική ή μερική μετάδοση πολιτικής δίκης από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, όπως και την κινηματογράφηση ή μαγνητοσκόπησή της

IV. Η αρχή της προφορικότητας και της έγγραφης διεξαγωγής της διαδικασίας

1. Έννοια και περιεχόμενο. Η δημοσιότητα της δίκης είναι στενά συνυφασμένη με την προφορικότητα της διαδικασίας, δηλαδή με την εκατέρωθεν ανάπτυξη των ισχυρισμών εκ μέρους των διαδίκων. Η σημασία της προφορικότητας τονίσθηκε στη Συντακτική Επιτροπή. Ο Εισηγητής των σχετικών διατάξεων –ο αείμνηστος Γεώργιος Ράμμος– εξήρε τη συμβολή της στην άμεση επικοινωνία μεταξύ των παραγόντων της δίκης και τη σημασία της για τον περιορισμό της τάσεως να υποστηρίζονται ψευδείς ισχυρισμοί. Συγχρόνως όμως επιβεβαιώθηκε η αξία της έγγραφης διεξαγωγής της διαδικασίας με την ανάγκη υποβολής έγγραφων προτάσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η βεβαιότητα ως προς τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων και η ακρίβεια ως προς τους διατυπούμενους ισχυρισμούς. Επελέγη έτσι ένα μικτό σύστημα, μέσω του οποίου επιχειρήθηκε να αξιοποιηθούν τα πλεονεκτήματα και των δύο μεθόδων / συστημάτων. Το μικτό αυτό σύστημα διατηρήθηκε απαράλλακτο στις δίκες των ειδικών διαδικασιών (άρθρο 591 επ. ΚΠολΔ), ελαστικοποιήθηκε όμως έντονα, αν δεν θεωρηθεί ότι έχει καταργηθεί στη δίκη της τακτικής διαδικασίας βάσει του ν. 4335/2015 ως προς το σκέλος της προφορικότητας της συζητήσεως. Η προφορική διαδικασία είναι πλέον υποχρεωτική σε όλο τον πρώτο βαθμό των δικών των ειδικών διαδικασιών, εκτός και εάν οι διάδικοι καταθέσουν κοινή δήλωση για τη διεξαγωγή της δίκης στις περιουσιακές διαφορές δίχως την παρουσία τους, όπως και στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, ενώ δεν είναι υποχρεωτική η προφορικότητα στον δεύτερο βαθμό, όπου επιτρέπεται η παράσταση και με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων κατ’ άρθρο 242 § 2 εδ. α ΚΠολΔ (με εξαίρεση του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όταν την έφεση ασκεί ο ερημοδικασθείς διάδικος), αλλά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στην έφεση κατά της αποφάσεως εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 115 § 1, 591, 764 όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 3, 39 και 53 ν. 4842/2021). Το ίδιο ισχύει και για τις μικροδιαφορές, εφόσον παρίστανται οι διάδικοι (άρθρο 469 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 ν. 4842/2021.Πρβλ. και άρθρο 469 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 ν. 5221/2025 για τις αγωγές που ασκούνται μετά την 1-1-2026). Προφορικότητα κατ’ αρχήν στην τακτική διαδικασία δεν ισχύει και γι’ αυτό είχε τεθεί η σχετική επιφύλαξη στο ήδη τροποποιηθέν άρθρο 115 § 2 ΚΠολΔ με την τότε αναφορά των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, όπου ο νομοθέτης επέλεξε το μοντέλο της τυπικής συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο, εφόσον οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί έχουν προταθεί με τις προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ. Παράλληλα οι διάδικοι έχουν υποχρέωση, εκτός του πρωτοδικείου, όταν εκδικάζει μικροδιαφορές όπου έχουν δικαίωμα, να υποβάλουν προτάσεις. Από την άλλη πλευρά, η προδικασία και η εκτός του ακροατηρίου κύρια διαδικασία έχουν ανάγκη περισσότερο από βεβαιότητα και ασφάλεια ως προς τις ασκούμενες διαδικαστικές πράξεις και το περιεχόμενό τους. Για το λόγο αυτό προβλέπεται (άρθρα 111 § 1, 115 § 1 ΚΠολΔ) η αμιγώς έγγραφη μορφή της προδικασίας (λ.χ. η αγωγή ασκείται πάντοτε με δικόγραφο) και της εκτός του ακροατηρίου κύριας διαδικασίας (λ.χ. αίτηση εξαιρέσεως πραγματογνώμονα ενώπιον εντεταλμένου δικαστή· άρθρο 377 § 1 εδ. α ΚΠολΔ)

2. Έκταση της αρχής. Η προφορικότητα της διαδικασίας υλοποιείται με την προφορική διεξαγωγή της συζητήσεως στις δίκες μόνον των ειδικών διαδικασιών (άρθρο 591 § 2 ΚΠολΔ) και όχι στη δίκη της τακτικής διαδικασίας, εκτός και εάν οι διάδικοι έχουν καταθέσει κοινή δήλωση στις δίκες των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 591 § 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 ν. 4842/2021). Η συζήτηση αποτελεί διαδικαστική πράξη και αρχίζει μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και τη δήλωση των παραστάσεών τους. Στη συζήτηση έχουν δικαίωμα να λάβουν μέρος οι διάδικοι, που παρίστανται νομίμως (άρθρο 242 § 1 ΚΠολΔ). Τη συζήτηση διευθύνει ο πρόεδρος του δικαστηρίου δίνοντας τον λόγο στα πρόσωπα που μετέχουν σε αυτήν (άρθρο 233 § 1 εδ. β ΚΠολΔ) και φροντίζοντας με την υποβολή των κατάλληλων ερωτήσεων, ώστε αυτά να εκφράζονται σαφώς για όλα τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών (άρθρο 236 ΚΠολΔ). Η συζήτηση περατώνεται όταν σύμφωνα με την κρίση του δικαστή που τη διευθύνει η υπόθεση διευκρινίσθηκε όσο χρειάζεται (άρθρο 233 § 1 εδ. β i.f.). Δικαιούται πάντως το δικαστήριο να διατάξει την επανάληψη της περαιωμένης συζητήσεως, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση (άρθρο 254 § 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 ν. 4842 /2021)

V. Η αρχή τηρήσεως προδικασίας

1. Έννοια και περιεχόμενο. Από τα αμέσως προηγούμενα δύο συστήματα διεξαγωγής της διαδικασίας ρητώς προβλέπεται (άρθρο 111 § 1 ΚΠολΔ) η ανάγκη έγγραφης προδικασίας, στην οποία στηρίζεται η διαδικασία στο ακροατήριο. Μεταξύ προδικασίας και κύριας διαδικασίας υπάρχει έτσι σχέση στενή: η προδικασία προετοιμάζει τη διαδικασία στο ακροατήριο· και η δεύτερη δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν έχει προηγηθεί η πρώτη. Η χρονική διαδοχή προδικασίας και κύριας διαδικασίας ανυψώνεται έτσι σε σχέση μέσου-σκοπού: η προδικασία αποτελεί το μέσο για να οργανωθεί λυσιτελώς η διαδικασία στο ακροατήριο, στην οποία και κρίνονται τα επίδικα δικαιώματα. Με την πρόβλεψη για έγγραφη προδικασία επιδιώκεται να διασφαλισθεί βεβαιότητα ως προς το αντικείμενο της διαφοράς, αφού με τη γραπτή αποτύπωση των υποβαλλόμενων αιτημάτων καθορίζεται με ακρίβεια και πληρότητα το πλαίσιο του δικαστικού αγώνα. Επί πλέον, αποφεύγονται οι αιφνιδιασμοί των διαδίκων, ιδίως του εναγομένου, και διαφυλάσσεται έτσι πληρέστερα το δικαίωμα ακροάσεώς τους. Για τους λόγους αυτούς, η τήρηση της προδικασίας αφορά τη δημόσια τάξη και ελέγχεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως

2. Έκταση της αρχής. Σύμφωνα με το άρθρο 111 § 2 ΚΠολΔ, στις απαιτήσεις της αρχής της προδικασίας εμπίπτουν οι αιτήσεις, κύριες ή παρεμπίπτουσες, για παροχή δικαστικής προστασίας. Στον όρο αυτό εμπίπτουν όλες οι αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας ως προς ορισμένο δικαίωμα, όπως είναι τα αιτήματα που προβάλλονται λ.χ. με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, έφεση, αντέφεση κ.ο.κ. Δεν ανήκουν στην εμβέλεια της αρχής της προδικασίας αιτήματα δικονομικού περιεχομένου, όπως λ.χ. η αίτηση για εξαίρεση του δικαστή ή αίτηση επιδείξεως εγγράφων. Αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας υποβαλλόμενες προς εκδίκαση με τις προτάσεις, χωρίς να έχει προηγηθεί το στάδιο της προδικασίας, είναι συνεπώς απορριπτέες ως απαράδεκτες. Για τον ίδιο λόγο είναι επίσης απαράδεκτη και η μεταβολή της βάσεως της αγωγής (άρθρο 223 ΚΠολΔ). Ρητώς προβλέπεται πάντως, ότι ο νόμος μπορεί να προβλέπει και διαφορετικά (άρθρο 111 § 2 εδ. α’ ΚΠολΔ), να επιτρέπει δηλαδή την υποβολή της αιτήσεως και χωρίς να έχει προηγηθεί το στάδιο της προδικασίας. Τέτοιες εξαιρέσεις προβλέπονταν στο προϊσχύον δίκαιο λ.χ. για την ανταγωγή (της οποίας ήταν δυνατή η άσκηση και με τις προτάσεις· άρθρο 268 § 4 ΚΠολΔ) ή για την αντέφεση και τους πρόσθετους λόγους, όταν επιτρεπόταν η άσκησή τους και με τις προτάσεις (λ.χ. στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών του προϊσχύοντος άρθρου 654 § 1 ΚΠολΔ). Κάτι που με το ν. 4335/2015 δεν ισχύει πλέον όπου τόσον η ανταγωγή, όσον και οι ως άνω λοιπές διαδικαστικές πράξεις ασκούνται μόνον με δικόγραφο (άρθρα 268, 591 § 1 ζ ΚΠολΔ)

VI. Αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως

1. Έννοια και περιεχόμενο. Η υλοποίηση των απαιτήσεων που θέτει η αρχή της προδικασίας σκοπό έχει να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να προετοιμασθούν καταλλήλως προκειμένου να διατυπώσουν τις απόψεις για τα θέματα που έχουν δημιουργηθεί στο πλαίσιο της ήδη εκκρεμούς δίκης, ανεξάρτητα από τη διαδικασία εκδικάσεως που ακολουθείται κάθε φορά. Η αρχή της προδικασίας προετοιμάζει επομένως την πραγματοποίηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, η οποία, καθιερούμενη γενικώς με κανόνες υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρα 20 § 1 Συντ., 6 ΕΣΔΑ, 47 § 2 ΧΘΔ της ΕΕ), επισφραγίζεται και στο άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή καθιερώνει το δικαίωμα (όχι όμως και την υποχρέωση) των διαδίκων να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως· και για την υλοποίηση του δικαιώματος αυτού καθιερώνεται επίσης η υποχρέωση κλητεύσεως πριν από κάθε συζήτηση από αυτόν που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να κινήσει τη δίκη. Το δικαίωμα παραστάσεως από μόνο του δεν έχει όμως κάποια αξία, αν δεν συνοδεύεται και από τη δυνατότητα του διαδίκου να ακουσθεί από το δικαστήριο κατά τη συγκεκριμένη συζήτηση. Για το λόγο αυτό στο δικαίωμα παραστάσεως ενυπάρχει και το δικαίωμα ακροάσεως του διαδίκου, το οποίο έτσι ευρίσκει έμμεση μόνο θεμελίωση στο άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ.

2. Έκταση της αρχής. Η έκταση του δικαιώματος ακροάσεως είναι ευρύτατη. Καταλαμβάνει κάθε είδους διαδικαστική πράξη, η οποία επιχειρείται στο πλαίσιο της δίκης για να συγκροτηθεί το υλικό βάσει του οποίου θα αποφασίσει το δικαστήριο. Προτού το υλικό αυτό ληφθεί υπ’ όψιν, θα πρέπει ο αντίδικος εκείνου που επιχειρεί την πράξη να είχε τη δυνατότητα να ακουσθεί και να εκφέρει την άποψή του. Έτσι, κάθε διάδικος έχει δικαίωμα ακροάσεως ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνει και επικαλείται ο αντίδικός του, ως προς τις αποδεικτικές αιτήσεις που υποβάλλονται και τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται, ως προς δικονομικά ζητήματα που ανακύπτουν και, σύμφωνα με διαρκώς επεκτεινόμενη γνώμη, ως προς τα νομικά προβλήματα που αναφύονται. Η παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως οδηγεί κατά κανόνα σε απαράδεκτο της συζητήσεως ή της συγκεκριμένης διαδικαστικής πράξεως. Είναι συνεπώς απαράδεκτη η εξέταση μάρτυρα, αν δεν κλήθηκε σε αυτήν εγκαίρως ο αντίδικος του διαδίκου που τον προσάγει και δεν λαμβάνεται παραδεκτώς υπ’ όψιν ισχυρισμός ως προς τον οποίο δεν διασφαλίσθηκε το δικαίωμα ακροάσεως του αντιδίκου

VIΙ. Αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης

1. Έννοια και περιεχόμενο. Με αφετηρία την επισήμανση ότι, η πολιτική δίκη δεν ενδιαφέρει μόνο την ιδιωτική ζωή των διαδίκων αλλά έχει και μεγάλη κοινωνική σημασία ιδίως ως προς τον τρόπο της απονομής της δικαιοσύνης, ο δικονομικός νομοθέτης εισήγαγε για πρώτη φορά στον ΚΠολΔ τη ρητή υποχρέωση των διαδίκων να τηρούν την αρχή της καλής πίστεως και επέβαλε σε αυτούς το καθήκον αληθείας (άρθρο 116 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα υποκείμενα της δίκης, δηλαδή οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους (όχι όμως και οι δικαστές, με την έννοια δηλαδή ότι ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να τηρεί το Σύνταγμα και τους Νόμους και να αποφασίζει κατά συνείδηση) έχουν την υποχρέωση: α) να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως (άρθρο 281 ΑΚ), πράγμα που μπορεί να μη συμβεί όταν επιλέγεται συγκεκριμένη δικονομική συμπεριφορά για να καταστρατηγηθούν δικονομικές διατάξεις, όπως λ.χ. όταν ο ενάγων κατατεμαχίζει τις αξιώσεις του για να θεμελιώσει την καθ’ ύλην αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου και να επιτύχει μεγαλύτερη δικαστική δαπάνη ή ενάγει ξένο προς την υπόθεση άτομο για να θεμελιώσει αρμοδιότητα (άρθρο 37 § 1 ΚΠολΔ)· β) να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης, περίπτωση που ανακύπτει όταν σκοπίμως επιχειρείται διαδικαστική πράξη για να καθυστερήσει η ολοκλήρωση της δίκης και να αποφευχθεί εν τέλει η αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης, όπως λ.χ. όταν ασκείται ανακοπή σε αναρμόδιο δικαστήριο για να καθυστερήσει η εκδίκαση της αιτήσεως αναστολής· γ) να εκθέτουν τα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τις απαιτήσεις του καθήκοντος αληθείας, δηλαδή με πληρότητα (βλ. και άρθρο 261 ΚΠολΔ) και όπως ακριβώς τα γνωρίζουν –αποφεύγοντας συνεπώς την ενσυνείδητη προβολή αναληθών πραγματικών ισχυρισμών (όχι των νομικών) και αμφισβήτηση αληθών ισχυρισμών του αντιδίκου–, χωρίς να μεταχειρίζονται διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις. Από αυτές τις ρητώς καθιερούμενες δικονομικές υποχρεώσεις συνάγονται δύο ακόμη ευρύτερες δικονομικές απαγορεύσεις. Πρώτον, η απαγόρευση αντιφατικής συμπεριφοράς των διαδίκων, η οποία υλοποιείται με την προβολή αντιφατικών αναμεταξύ τους πραγματικών ισχυρισμών, όπως λ.χ. όταν ο ίδιος διάδικος αρνείται ότι καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου και συγχρόνως προτείνει ότι κατεβλήθη το οφειλόμενο ποσό ή όταν προτείνει ταυτοχρόνως ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας ενός συμβαλλομένου μέρους και λόγω εικονικότητας ή όταν ο διάδικος ισχυρίζεται πλαστότητα του εγγράφου και με το ότι η συν/κή ήταν ευκολίας. Και δεύτερον, η απαγόρευση καταχρηστικής ασκήσεως των δικονομικών δικαιωμάτων, η οποία γενικώς επιχειρείται όταν ορισμένο δικονομικό δικαίωμα ασκείται κατά τρόπο μη συμβιβαζόμενο με τον σκοπό για τον οποίο έχει θεσπισθεί. Η νομολογία παραμένει επιφυλακτική να δεχθεί γενικώς την ισχύ της απαγορεύσεως των δικονομικών δικαιωμάτων. Όπως όμως συμβαίνει με τα ουσιαστικά δικαιώματα, και των δικονομικών δικαιωμάτων η καταχρηστική άσκηση δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Οι διατάξεις των άρθρων 25 § 3 Συντ., 281 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ παρέχουν επαρκείς νομοθετικές βάσεις για την ανεπιφύλακτη θεμελίωση της απαγορεύσεως καταχρηστικής δικονομικής συμπεριφοράς

2. Κυρώσεις. Η ρητή καθιέρωση των προηγούμενων δικονομικών υποχρεώσεων συνοδεύθηκε πάντως μάλλον από αναποτελεσματικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβιάσεώς τους. Προβλέπεται έτσι απλώς ότι μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή στον διάδικο που εν γνώσει του διεξήγαγε τη δίκη παρελκυστικά και δεν τήρησε τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστεως ή το καθήκον αληθείας (άρθρο 205 αριθ. 2 ΚΠολΔ), καθώς και ότι είναι δυνατό να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και σε βάρος του διαδίκου που νίκησε, αν δεν τήρησε το καθήκον αληθείας (άρθρο 185 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Γνήσιες δικονομικές κυρώσεις θα υπήρχαν όμως αν προβλεπόταν απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που ενεργήθηκαν κατά παράβαση των ανωτέρω δικονομικών υποχρεώσεων, και ιδίως κατά τρόπο καταχρηστικό. Τέτοια δικονομική κύρωση γίνεται δεκτή σε περίπτωση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν αυτοί προτείνονται κατά τρόπο συμπλεκτικό. Ως απαράδεκτος απορρίπτεται τότε ο κατά σειρά δεύτερος ισχυρισμός, που αντιφάσκει προς τον πρώτο. Είναι όμως παραδεκτή η προβολή και των αντιφατικών ισχυρισμών, όταν η πρότασή τους γίνεται κατά τρόπο επικουρικό

Κεφάλαιο Έβδομο

Οι διαδικαστικές πράξεις

§ 22. Έννοια και ρύθμιση των διαδικαστικών πράξεων

Ι. Έννοια και διακρίσεις

1. Η έννοια και η σημασία των διαδικαστικών πράξεων. Η δίκη αρχίζει και εξελίσσεται ως σύνολο διαδικαστικών πράξεων, οι οποίες τελούν σε ενότητα και αποβλέπουν στην πραγμάτωση του δικαίου. Σχετικά γίνεται λόγος για τη «διαδικαστική αλυσίδα», οι κρίκοι της οποίας αναπαριστούν τις εκάστοτε διενεργούμενες διαδικαστικές πράξεις: όπως κάθε κρίκος συνδέει τον προηγούμενο με τον επόμενο, έτσι και στη διαδικαστική αλυσίδα κάθε διαδικαστική πράξη είναι συνέπεια της προηγουμένης και προϋπόθεση της επομένης. Είναι προφανές, ότι η έννοια της διαδικαστικής πράξεως κατέχει κεντρική θέση στο δικονομικό δίκαιο καθόλου

2. Είδη διαδικαστικών πράξεων. Διακρίσεις των διαδικαστικών πράξεων επιχειρούνται βάσει διαφόρων κριτηρίων. Ειδικότερα:

ΙΙ. Η ρύθμιση των διαδικαστικών πράξεων

1. Προϋποθέσεις του κύρους. Οι διαδικαστικές πράξεις ενεργούνται με σκοπό την έναρξη, την πρόοδο ή την περάτωση της διαδικασίας. Οι υποκειμενικές προϋποθέσεις του κύρους τους συνδέονται επομένως με τις δικονομικές προϋποθέσεις, από τις οποίες το δικονομικό δίκαιο εξαρτά τη διαδικαστική ανέλιξη εν γένει. Η ικανότητα προς επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως εξαρτάται επομένως από την ικανότητα δικαστικής παραστάσεως (άρθρο 63 § 1 ΚΠολΔ). Ειδικώς δε για τις πράξεις, αποδέκτης των οποίων είναι το δικαστήριο, απαιτείται επί πλέον η ικανότητα προς το δικολογείν. Η παράσταση λ.χ. είναι άκυρη ως διαδικαστική πράξη, αν δεν επιχειρείται από τον δικαστικό πληρεξούσιο του διαδίκου, ο οποίος στερείται από την ικανότητα αυτή. Η χορήγηση όμως της δικαστικής πληρεξουσιότητας εξαρτάται από την ικανότητα δικαστικής παραστάσεως αυτού που την δίδει

2. Ανατροπή διαδικαστικών πράξεων. Τα δικονομικά αποτελέσματα, τα οποία επέφερε η άσκηση διαδικαστικής πράξεως, είναι δεκτικά ανατροπής, αν ο διάδικος που την επιχείρησε αποστεί από αυτήν. Κατά κανόνα, αυτό επιτρέπεται υπό τον όρο ότι έτσι δεν θίγεται ευνοϊκή δικονομική κατάσταση που δημιουργήθηκε υπέρ του αντιδίκου· στην περίπτωση αυτή απαιτείται και η δική του συναίνεση για να είναι η ανατροπή αυτή έγκυρη

3. Ελαττώματα βουλήσεως των διαδικαστικών πράξεων. Η ανάγκη για ασφάλεια της διαδικασίας και βεβαιότητα ως προς την εξέλιξη της δίκης επιβάλλει, κατ’ αρχήν, να μην γνωρίζουν ανάλογη εφαρμογή στις διαδικαστικές πράξεις οι διατάξεις του ΑΚ περί ελαττωμάτων βουλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως. Το αντίθετο θα κλόνιζε τη σταθερότητα της διαδικασίας και δεν θα εναρμονιζόταν προς την αλληλοεξάρτηση των διαδικαστικών πράξεων. Κατά κανόνα άλλωστε τυχόν σφάλματα της βουλήσεως, η οποία εμπεριέχεται σε κάθε διαδικαστική πράξη, αντιμετωπίζονται μέσω της δυνατότητας είτε προς ανάκλησή της είτε προς συμπλήρωση ή διόρθωσή της. Όταν πάντως η διαδικαστική πράξη δεν υπόκειται σε ανάκληση (λ.χ. η παραίτηση από την αγωγή ή η αποδοχή της) οι γνώμες διίστανται. Η θεωρία συνηγορεί υπέρ της ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων του ΑΚ περί ελαττωμάτων βουλήσεως, η νομολογία εμμένει όμως στον κανόνα, ότι τέτοια ελαττώματα είναι αδιάφορα για την έγκυρη επιτέλεση των διαδικαστικών πράξεων.

4. Η έγγραφη αποτύπωση των διαδικαστικών πράξεων. Λόγοι ασφάλειας της διαδικασίας επιβάλλουν οι διαδικαστικές πράξεις του δικαστηρίου και των διαδίκων να αποτυπώνονται εγγράφως. Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για τη γραπτή σύνταξη της δικαστικής αποφάσεως (άρθρα 304-306 ΚΠολΔ). Οι λοιπές διαδικαστικές πράξεις καταχωρίζονται στα δικόγραφα υπό ευρεία έννοια. Πιο συγκεκριμένα, τα δικόγραφα σε ευρεία έννοια διακρίνονται ανάλογα προς το αν συντάσσονται από δημόσια όργανα για να καταγράψουν διαδικαστικές πράξεις τελούμενες ενώπιόν τους ή αν συντάσσονται από διαδίκους στο πλαίσιο των αιτήσεών τους προς απονομή δικαιοσύνης. Στην πρώτη περίπτωση τα σχετικά έγγραφα καλούνται πρακτικά ή εκθέσεις. Τα πρακτικά καταγράφουν όσα γίνονται ενώπιον του ακροατηρίου (άρθρο 256 ΚΠολΔ), ενώ για όσες πράξεις επιχειρούνται εκτός του ακροατηρίου συντάσσεται έκθεση (άρθρο 117 ΚΠολΔ). Τα έγγραφα που υπογράφονται από τους διαδίκους καλούνται δικόγραφα (άρθρα 118-121 ΚΠολΔ).

§ 23. Οι δικονομικές συμβάσεις

§ 24. Η δικονομική ακυρότητα

Κεφάλαιο Όγδοο

Γνωστοποίηση διαδικαστικών πράξεων επιδόσεις

§ 25. Έννοια, διαδικασία, τόπος και τρόπος επιδόσεως

§ 26.

Είδη, διακρίσεις και εναλλακτικοί τρόποι επιδόσεως

Κεφάλαιο Ένατο

Χρόνος ασκήσεως των διαδικαστικών πράξεων

§ 27. Προθεσμίες

§ 28.

Επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση

Κεφάλαιο Δέκατο

Άσκηση και εκδίκαση της αγωγής

§ 29. Άσκηση της αγωγής

Ι. Τρόπος ασκήσεως της αγωγής

ΙΙ. Περιεχόμενο της αγωγής

1. Η ιστορική βάση της αγωγής. Το περιεχόμενο της αγωγής διακρίνεται σε υποχρεωτικό (άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ) και δυνητικό (άρθρο 216 § 2 ΚΠολΔ). Υποχρεωτικά το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ (π.χ. το είδος του δικογράφου, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη, τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, τη χρονολογία και την υπογραφή του δικηγόρου) μεταξύ των οποίων και ο αριθμός φορολογικού μητρώου και τη διεύθυνση του ενάγοντος (άρθρο 118 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015), «σαφή έκθεση των γεγονότων» που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο (§ 1 στοιχ. α). Υιοθετήθηκε έτσι ρητώς η θεωρία του «ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού», σύμφωνα με την οποία στο δικόγραφο πρέπει να παρατίθενται αποκλειστικώς τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. Δεν ακολουθήθηκε αντιθέτως η λεγόμενη θεωρία της «εξατομικεύσεως», σύμφωνα με την οποία την ιστορική βάση της αγωγής συγκροτεί η έννομη σχέση που επικαλείται ο ενάγων, προσδιορισμένη όμως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διακρίνεται σαφώς από άλλες όμοιες με αυτήν

2. Άλλα υποχρεωτικά στοιχεία της αγωγής. Εκτός από την ιστορική βάση η αγωγή πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση γεγονότων που «δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου» (άρθρο 216 § 1 στοιχ. α ΚΠολΔ). Απαιτείται δηλαδή να εκτίθενται και τα γεγονότα, που θεμελιώνουν την ενεργητική και την παθητική νομιμοποίηση για την παραδεκτή εκδίκαση της αγωγής. Στη συνήθη νομιμοποίηση τα στοιχεία αυτά αντλούνται κατά κανόνα από το περιεχόμενο της ιστορικής βάσεως της αγωγής. Στην κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση όμως απαιτείται η αγωγή να περιέχει ειδική μνεία των νομιμοποιητικών γεγονότων, λ.χ. του διορισμού του ενάγοντος ως συνδίκου ή της ιδιότητας του ενάγοντος ως δανειστή του αδρανούντος οφειλέτη επί πλαγιαστικής αγωγής. Και στην αναγνωριστική αγωγή, όπου το έννομο συμφέρον επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία, απαιτείται ειδική επίσης θεμελίωσή του.

3. Μη υποχρεωτικό / δυνητικό περιεχόμενο. Δεν είναι υποχρεωτικό να αναφέρονται στην αγωγή (216 § 2 ΚΠολΔ) η χρηματική αξία του επιδίκου αντικειμένου, προκειμένου δηλαδή να προσδιορισθεί η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου και τα στοιχεία που στοιχειοθετούν την τοπική του αρμοδιότητα. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών δεν προκαλεί κάποια δικονομική κύρωση, λ.χ. απαράδεκτο της αγωγής. Σε περίπτωση πάντως που αμφισβητηθεί η καθ’ ύλην ή η κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου, ο ενάγων βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των στοιχείων που τη θεμελιώνουν. Τα δικαστικά έξοδα που ενδέχεται τότε να προκληθούν από τις επί πλέον δικαστικές ενέργειες μπορεί να μην του αποδοθούν (189 § 2 στοιχ. α ΚΠολΔ)

§ 30. Συνέπειες της ασκήσεως της αγωγής

Ι. Είδη των συνεπειών της ασκήσεως της αγωγής

ΙΙ. Οι δικονομικές συνέπειες της ασκήσεως της αγωγής

1. Αμετάβλητο δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας. Η κατάθεση της αγωγής (με την προϋπόθεση ότι θα ασκηθεί η αγωγή) παγιοποιεί τη δικαιοδοσία και την (καθ’ ύλην και κατά τόπο) αρμοδιότητα του δικαστηρίου (perpetuatio fori· άρθρο 221 § 1 στοιχ. β ΚΠολΔ). Αυτό σημαίνει, ότι οποιαδήποτε μεταβολή επέλθει μετά την άσκηση της αγωγής που θα επηρεάσει το forum legitimum παραμένει χωρίς σημασία για τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα. Έτσι, το γεγονός, λ.χ., ότι ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν κάτοικος Ελλάδος όταν ασκήθηκε η αγωγή, αποκτά εν συνεχεία κατοικία στην αλλοδαπή, δεν επηρεάζει τη διεθνή δικαιοδοσία και την κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Ούτε επηρεάζεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου από τυχόν συμφωνία παρεκτάσεως που τα μέρη κατήρτισαν μετά την άσκηση της αγωγής. Και το γεγονός, ότι η αξία του επιδίκου πράγματος αυξήθηκε μετά την άσκηση της αγωγής, δεν επηρεάζει την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου. Η αποκρυστάλλωση της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας ισχύει και έναντι τυχόν νομοθετικών μεταβολών που τις μεταβάλλουν, εκτός αν ο νόμος προσδώσει ρητώς αναδρομική δύναμη στις νέες διατάξεις. Εν πάση περιπτώσει, το αμετάβλητο ισχύει εφ’ όσον η επελθούσα μεταβολή δεν αναιρεί την ίδια τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, όπως λ.χ. αν κατά τη διάρκεια της δίκης ο εναγόμενος αποκτήσει το προνόμιο της ετεροδικίας

2. Προτίμηση μεταξύ των περισσότερων αρμόδιων δικαστηρίων. Όταν περισσότερα δικαστήρια είναι κατά τόπο αρμόδια, ο ενάγων έχει το δικαίωμα να επιλέξει ανάμεσα σε αυτά (άρθρο 41 ΚΠολΔ)· το δικαίωμα αυτό ασκείται με την κατάθεση της αγωγής στη γραμματεία του επιλεγέντος δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό δηλώνεται η βούληση του διαδίκου να προτιμήσει το συγκεκριμένο δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς (άρθρο 221 § 1 στοιχ. γ ΚΠολΔ). Συγκεκριμενοποιείται έτσι το αρμόδιο δικαστήριο και αποκλείεται εφεξής η άσκηση της αγωγής σε ένα από τα λοιπά αρμόδια δικαστήρια. Η προτίμηση αυτή μπορεί πάντως να ανατραπεί, αν ο ενάγων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και την επανασκήσει σε άλλο αρμόδιο δικαστήριο

ΙΙΙ. Ειδικώς, η επέλευση της εκκρεμοδικίας

1. Έννοια και νομική φύση. Η κατάθεση της αγωγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων προκαλεί επίσης εκκρεμοδικία (άρθρο 221 § 1 στοιχ. α ΚΠολΔ), συνέπεια της οποίας είναι ότι δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε (πολιτικό) δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους (άρθρο 222 § 1 ΚΠολΔ). Η εκκρεμοδικία ανήκει στους θεσμούς, που υπηρετούν την οικονομία δικαστικής ενέργειας, καθώς και την ανάγκη αποφυγής αντιφατικών αποφάσεων. Με την ενεργοποίησή της αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της νέας, παραλλήλως προς την πρώτη, βαίνουσας δίκης έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη (άρθρο 222 § 2 ΚΠολΔ). Με τον τρόπο αυτό ο μηχανισμός της εκκρεμοδικίας λειτουργεί ως «προενέργεια» του δεδικασμένου. Ανήκει συνεπώς και η εκκρεμοδικία στις αρνητικές διαδικαστικές προϋποθέσεις, και ο ισχυρισμός περί υπάρξεώς της αποτελεί δικονομική ένσταση, το βάρος αποδείξεως της οποίας το φέρει ο διάδικος που την επικαλείται. Λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, εφόσον προκύπτει από τα προσκομιζόμενα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, μπορεί δε να προταθεί σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης

2. Προϋποθέσεις. Για τη βασιμότητα της ενστάσεως εκκρεμοδικίας και την επέλευση των δικονομικών αποτελεσμάτων της απαιτείται η συνδρομή περισσότερων προϋποθέσεων σχετιζόμενων με την ύπαρξη και τα (αντικειμενικά και υποκειμενικά) όριά της. Ειδικότερα:

IV. Αμετάβλητο της βάσεως και του αιτήματος της αγωγής

1. Αμετάβλητο της βάσεως της αγωγής. Ρητώς ορίζεται, ότι είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής (άρθρο 224 εδ. α ΚΠολΔ), να μεταβληθεί δηλαδή το σύμπλεγμα πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση (όχι τη νομική βάση) της αγωγής (και όλων των εισαγωγικών δικογράφων, όπως λ.χ. της κύριας παρεμβάσεως ή της ανταγωγής) και θεμελιώνουν το αίτημά της. Το αντίθετο θα σήμαινε ουσιαστικά μεταβολή του αντικειμένου της δίκης χωρίς να τηρηθούν οι αρχές της προδικασίας. Είναι συνεπώς απαράδεκτη η επίκληση νέων γεγονότων, βάσει των οποίων λ.χ. μεταβάλλεται η βάση της έκτακτης χρησικτησίας σε τακτική ή αλλάζει ο λόγος ακυρότητας της συμβάσεως ή όταν προστίθεται νέα επικουρική βάση της αγωγής (π.χ. αδικαιολόγητος πλουτισμός). Απαράδεκτη είναι και η προβολή οψιγενών νέων γεγονότων, δηλαδή γεγονότων που γεννήθηκαν μετά την κατάθεση της αγωγής. Τέτοια γεγονότα μπορούν μόνο να αποτελέσουν βάση νέας παρεμπίπτουσας αγωγής, όχι όμως να συμπληρώσουν το δικόγραφο της αγωγής

2. Αμετάβλητο του αιτήματος της αγωγής. Απαράδεκτη είναι επίσης κάθε μεταβολή του αιτήματος της αγωγής (άρθρο 223 εδ. α ΚΠολΔ), η οποία το μεταλλάσσει ποιοτικά ή το μεγεθύνει ποσοτικά. Το αντίθετο θα οδηγούσε σε ευθεία καταστρατήγηση των αρχών της προδικασίας. Δεν είναι δυνατό επομένως να ζητηθούν περισσότερα (λ.χ. να ζητηθεί η καταψήφιση ολόκληρης της αξιώσεως αντί του μισού αυτής που είχε αρχικώς ζητηθεί) ή άλλα (λ.χ. το αρχικώς υποβληθέν αναγνωριστικό αίτημα να τραπεί σε καταψηφιστικό) από όσα ζητήθηκαν αρχικά. Το αρχικό αίτημα παραμένει προς εκδίκαση και δεν συνεπάγεται η μεταβολή του εγκατάλειψη.

V. Οι ουσιαστικές συνέπειες της ασκήσεως της αγωγής

§ 31. Αντικειμενική σώρευση αγωγών

Ι. Έννοια και περιεχόμενο

ΙΙ. Προϋποθέσεις

ΙΙΙ. Η επικουρική σώρευση αγωγών

1. Έννοια και περιεχόμενο. Εξάρτηση των ενεργειών ορισμένης διαδικαστικής πράξεως, και ειδικώς της αγωγής, από αιρέσεις δεν είναι επιτρεπτή. Το αντίθετο θα προσέκρουε στον κανόνα, ότι η διαδικασία πρέπει να διακρίνεται από βεβαιότητα ως προς τις επιχειρούμενες πράξεις που την συνθέτουν. Γι’ αυτό γενικώς η άσκηση διαδικαστικών πράξεων υπό αίρεση δεν επιτρέπεται. Της αρχής αυτής εφαρμογή αποτελεί το απαράδεκτο της επικουρικής εναγωγής, δηλαδή η άσκηση της αγωγής από ορισμένο πρόσωπο και επικουρικώς από ορισμένο άλλο ή η απεύθυνση της αγωγής κατά ορισμένου εναγομένου και επικουρικώς κατά ορισμένου άλλου. Η εντεύθεν δημιουργούμενη αοριστία ως προς τα πρόσωπα των διαδίκων καθιστά την αγωγή απαράδεκτη στο σύνολό της και όχι μόνον ως προς τον επικουρικώς ενάγοντα ή εναγόμενο. Στην περίπτωση, που δεν είναι εκ των προτέρων σαφή τα πρόσωπα του ενάγοντος ή του εναγόμενου ενδεδειγμένη δικονομική λύση είναι η άσκηση περισσοτέρων χωριστών (ξεχωριστών) αγωγών, στις οποίες οι διάδικοι ενάγουν ή ενάγονται κυρίως και όχι επικουρικά

2. Προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 § 1 ΚΠολΔ για την συμπλεκτική σώρευση αγωγών δεν ισχύουν όταν πρόκειται για επικουρική τους διάταξη. Η επικουρική βάση ή το επικουρικό αίτημα δεν αποκλείεται έτσι να τελεί σε αντιφατική σχέση προς την κύρια βάση ή το κύριο αίτημα. Παραδεκτώς επομένως ο μισθωτός ζητεί κυρίως τους οφειλόμενους μισθούς λόγω άκυρης καταγγελίας και επικουρικώς αποζημίωση θεωρώντας την καταγγελία έγκυρη. Ή η συχνά εμφανιζόμενη στη δικαστηριακή πρακτική αγωγή με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη και επικουρικώς, αν η σύμβαση κριθεί άκυρη, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί επικουρικής σωρεύσεως εξ άλλου δεν ισχύει ο κανόνας του συνυπολογισμού των περισσότερων απαιτήσεων. Το δικαστήριο που είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για το κύριο αίτημα εκδικάζει το επικουρικό αίτημα βάσει των άρθρων 31 § 2 και 47 ΚΠολΔ. Αν, όμως, το αρμόδιο για το κύριο αίτημα δικαστήριο είναι κατώτερο από αυτό που θα ήταν αρμόδιο για το επικουρικό, τότε πρέπει να παραπέμψει τη διαφορά στο αρμόδιο δικαστήριο σε περίπτωση που ενεργοποιηθεί η διαδικαστική αίρεση, υπό την οποία εξαρτάται η εξέταση του επικουρικού αιτήματος. Τέλος, το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για το κύριο αίτημα έχει αρμοδιότητα και για το επικουρικό βάσει του άρθρου 31 § 3 ΚΠολΔ.

§ 32. Η διάθεση του επιδίκου αντικειμένου

Ι. Έννοια

ΙΙ. Η δικονομική σημασία της μεταβιβάσεως του επιδίκου

§ 33. Εισαγωγή της αγωγής προς συζήτηση

Ι. Προπαρασκευαστικές πράξεις

1. Η εγγραφή στο πινάκιο. Η συζήτηση της αγωγής αποτελεί διαδικαστική πράξη, για την προετοιμασία της οποίας προβλέπονται ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις. Οι όροι αυτοί είτε έχουν οργανωτικό χαρακτήρα είτε αποβλέπουν στην αποτελεσματικότερη προπαρασκευή των διαδίκων για συμμετοχή τους σε αυτή. Οργανωτική αποστολή έχει, κατ’ αρχήν, η εγγραφή της αγωγής και κάθε άλλου εισαγωγικού δικογράφου στο πινάκιο. Πρόκειται για βιβλίο με αριθμημένες σελίδες, στο οποίο καταχωρίζονται οι υποθέσεις που θα συζητηθούν (άρθρο 226 § 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 9 ν. 4842/2021 προστέθηκε εδ. β στην § 3 του άρθρου 226 ΚΠολΔ σύμφωνα με το οποίο στα ενταγμένα στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως δικαστικών υποθέσεων δικαστήρια, το πινάκιο τηρείται ηλεκτρονικά

2. Κλήτευση του εναγομένου. Για την αποτελεσματική προστασία των διαδίκων προκειμένου να (μπορούν να) συμμετάσχουν στη συζήτηση, ώστε να πραγματώνεται και στην πράξη το δικαίωμα ακροάσεως, προβλέπεται περαιτέρω, ως όρος της προδικασίας της αγωγής, η κλήτευσή τους από τον διάδικο που επισπεύδει τη δίκη (άρθρο 230 § 2 ΚΠολΔ), π.χ. στις δίκες των ειδικών διαδικασιών ή των ασφαλιστικών μέτρων. Ειδικώς μάλιστα, όταν καλείτο ο εναγόμενος στη συζήτηση της αγωγής, η κλήτευσή του συνοδευόταν με αντίγραφο της αγωγής με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού της δικασίμου κατά το προϊσχύον άρθρο 229 ΚΠολΔ, το οποίο καταργήθηκε με το ν. 4335/2015. Το ίδιο ισχύει πλέον για τις αγωγές που ασκούνται μετά την 1-1-2026 και ορίζεται δικάσιμος, η οποία γνωστοποιείται στον εναγόμενο με την επίδοσή τους σ’ αυτόν κατ’ άρθρο 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 ν. 5221/2025. Πρέπει να σημειωθεί πάντως, ότι αυτή η σύμπτωση της επιδόσεως της αγωγής στον εναγόμενο ως πράξεως ασκήσεως της αγωγής και της κλητεύσεως του εναγομένου ως όρου για τη νομιμότητα της συζητήσεως κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που εμπεριέχεται στο κάτω τμήμα της αγωγής, υπάρχει μόνο όταν πρόκειται για την πρώτη συζήτηση και όχι για τη μετά από ματαίωση ορισθείσα εκ νέου (στην τελευταία αυτή περίπτωση η κλήτευση δεν συνοδεύεται με αντίγραφο της αγωγής). Η προθεσμία κλητεύσεως είναι τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση, εκτός εάν ο καλούμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία αυξάνεται σε εξήντα ημέρες (άρθρα 228 ΚΠολΔ, 591 § 1 α ΚΠολΔ). Οι προπαρασκευαστικές αυτές προθεσμίες κρίνονται απαραίτητες για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ακροάσεως του καλουμένου. Αν δεν τηρηθούν, η συζήτηση είναι, κατ’ αρχήν, απαράδεκτη. Ειδικότερα, απαράδεκτη κηρύσσεται η συζήτηση στις δίκες των ειδικών διαδικασιών ή σε άλλες δίκες των ασφαλιστικών μέτρων, αν δεν παραστεί ο εκπροθέσμως κληθείς διάδικος. Αν όμως αυτός παραστεί, το απαράδεκτο της συζητήσεως εξαρτάται από την εκ μέρους του επίκληση δικονομικής βλάβης συναρτώμενης προς την αδυναμία του να προπαρασκευασθεί επαρκώς λόγω της εκπρόθεσμης κλητεύσεως

ΙΙ. Πρόσθετες διατυπώσεις για τη συζήτηση

1. Διατυπώσεις φορολογικού χαρακτήρα. Τη συλλογή φορολογητέας ύλης επιδιώκουν ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις για τη συζήτηση ειδικής κατηγορίας διαφορών. Προβλέπεται έτσι λ.χ. ότι δεν μπορεί να συζητηθεί εμπράγματη αγωγή ακινήτου αν δεν προσκομιστεί από τον υπόχρεο σε ΕΝΦΙΑ και ΦΑΠ πιστοποιητικό ότι το ακίνητο περιλαμβάνεται στις σχετικές δηλώσεις για πέντε προηγούμενα έτη (άρθρο 54 Α § 5 ν. 4174/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 § 5 ν. 4474/2017). Ωστόσο κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή λόγω του αμιγούς φορολογικού της χαρακτήρα δεν είναι εφαρμοστέα ως ευθέως αντιτιθέμενη τόσο στα άρθρα 17, 20 και 25 του Συντάγματος όσο και στο άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα, ώστε να επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, αποτελώντας ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας· Και δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε ενέργεια του δικαστηρίου επί αγωγής ως προς αντικείμενο εκ χαριστικής αιτίας (λ.χ. βάσει κληρονομίας, δωρεάς, λαχείου), εφ’ όσον ο ενάγων δεν προσκομίζει πιστοποιητικό του οικονομικού εφόρου, ότι υπεβλήθη η κατά νόμο δήλωση (άρθρο 106 ν.δ. 118/1973). Ή η μη προσκομιδή βεβαιώσεως για την προηγούμενη επίδοση αντιγράφου αγωγής για αποζημίωση (απώλεια εισοδήματος) από αυτοκινητικό ατύχημα στην αρμόδια ΔΟΥ του ενάγοντος (άρθρο 10 ν. 489/1976). Η μη προσκομιδή των ανωτέρω πιστοποιητικών συνιστά πάντως «τυπική έλλειψη» κατά την έννοια του άρθρου 227 ΚΠολΔ, για τη συμπλήρωση της οποίας μέσα σε ορισμένη προθεσμία μπορεί να κληθεί ο διάδικος ή ο δικηγόρος του και μετά τη συζήτηση, ακόμη και ενώπιον του εφετείου. Αν τελικώς τα πιστοποιητικά αυτά δεν προσκομισθούν, η συζήτηση αποβαίνει απαράδεκτη

2. Ειδικώς, η εγγραφή της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων. Δραστικότερη είναι η δικονομική κύρωση, αν αγωγή (ή ανακοπή) αναφερόμενη σε ακίνητα εμπράγματου (λ.χ. διεκδικητική, αναγνωριστική ή αρνητική) ή μεικτού χαρακτήρα (λ.χ. αγωγή διανομής, κανονισμού ορίων ή παροχής διόδου) δεν εγγραφεί, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή της, στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου (άρθρο 220 § 1 ΚΠολΔ). Η αγωγή (ή το αντίστοιχο εισαγωγικό δίκης ένδικο βοήθημα· λ.χ. η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η ανακοπή τρίτου, η τριτανακοπή) απορρίπτεται τότε και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Υποχρέωση εγγραφής υπάρχει επίσης για τις αγωγές νομής επί ακινήτων, εκτός από την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής. Δεν εγγράφονται όμως οι ενοχικές αγωγές, με τις οποίες ασκείται ενοχικό δικαίωμα με περιεχόμενο την εκπλήρωση παροχής που ανάγεται στη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος, όπως λ.χ. η αγωγή για αναγνώριση της αγοραπωλησίας ακινήτου ως εικονικής ή η αγωγή του εντολέα να υποχρεωθεί ο εντολοδόχος να του μεταβιβάσει τα ακίνητα που απέκτησε κατόπιν σχετικής εντολής ή η αγωγή εξάλειψης υποθήκης που ήδη έχει αποσβεσθεί, η αγωγή καταδίκης σε δήλωσης βουλήσεως. Κατ’ εξαίρεση πρέπει να εγγράφονται οι αγωγές διαρρήξεως δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, όταν αφορούν ακίνητα. Η ρύθμιση αυτή είχε προταθεί από την Επιτροπή Ν. Κλαμαρή και στη συνέχεια από την επιτροπή Ι. Παπανικολάου και τελικά υιοθετήθηκε αυτολεξεί από τον Ν. 3994/ 2011 (άρθρο 21 που τροποποίησε το άρθρο 220 ΚΠολΔ), χωρίς βέβαια στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3994/2011 να γίνεται κάποια συγκεκριμένη σχετική αναφορά περί αυτού

ΙΙΙ. Απόπειρα διευθετήσεως της διαφοράς

IV. Οι προδικαστικές ενέργειες του δικαστηρίου

§34. Διαμεσολάβηση

Ι. Νόμος 3898/2010

ΙΙ. Νόμος 4055/2012

ΙΙΙ. Η νομοθετική ρύθμιση μέχρι το ν. 4512/2018

IV. Νόμος 4512/2018

V. Νόμος 4640/2019

VI. Αναστολή Παραγραφής και Προθεσμιών

VII. Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολαβήσεως

VIII. Πρακτικό Διαμεσολαβήσεως

IX. Νομική Φύση της Ρήτρας Διαμεσολαβήσεως

X. Δικονομικές Συνέπειες

§ 35. Η συζήτηση στο ακροατήριο

Ι. Έννοια και διεξαγωγή της συζητήσεως

ΙΙ. Η τακτική διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια με βάση το ν. 4335/2015

III. Η προαπόδειξη και η απορρέουσα από το άρθρο 107 ΚΠολΔ εξουσία του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή αποδείξεως υπό την ισχύ των ν. 4842/2021 και 5221/2025

IV. Ειδικότερα: η διάταξη επαναλήψεως της συζητήσεως για τη διεξαγωγή αποδείξεων υπό την ισχύ του ν. 4842/2021

V. Η τακτική διαδικασία υπό την ισχύ του ν. 5221/2025

Α. Διαχρονικό δίκαιο

Β. Η προθεσμία καταθέσεως προτάσεων και της προσθήκης - αντικρούσεως

Γ. Οι ενέργειες του δικαστηρίου μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και μετά τη συζήτησή της

VI. Η συμπλήρωση των τυπικών ελλείψεων

VΙΙ. Ερημοδικία του διαδίκου

VΙΙΙ. Η ματαίωση της συζητήσεως

IX. Η αναβολή και αναστολή της συζητήσεως

X. Η επανάληψη της συζητήσεως

Κεφάλαιο Ενδέκατο

Η άμυνα του εναγομένου

§ 36. Η απάντηση στην αγωγή

Ι. Έννοια και διακρίσεις

ΙΙ. Ειδικώς, η άρνηση της αγωγής

1. Έννοια και περιεχόμενο. Άρνηση της αγωγής είναι η απάντηση του εναγομένου, με την οποία αυτός αμφισβητεί την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που επικαλείται ο ενάγων. Η άρνηση φέρει και αυτή τη (λογική) μορφή του ισχυρισμού, ο οποίος όμως διαφέρει κατά λειτουργία από τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Οι ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την αγωγή είναι αυτοτελείς, προτείνονται δηλαδή για να προκαλέσουν την εφαρμογή ορισμένου κανόνα δικαίου στο πραγματικό του οποίου θα μπορούν να υπαχθούν. Αντιθέτως, οι αρνητικοί ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς με την προηγούμενη έννοια, δεν προβάλλονται για να επισύρουν την εφαρμογή κάποιου κανόνα δικαίου· η επίκλησή τους γίνεται απλώς και μόνο για να αποτραπεί η εφαρμογή του κανόνα, στον οποίο αποβλέπουν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί.

2. Έλλειψη αρνήσεως. Η άρνηση διακρίνεται επίσης σε γενική, όταν ο εναγόμενος αντικρούει την αγωγή στο σύνολό της, και ειδική, όταν αμφισβητεί συγκεκριμένο δικαιοπαραγωγικό στοιχείο της αγωγής. Κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ συζητήθηκε εκτενώς και το αν ο διάδικος ανταποκρίνεται στο βάρος απαντήσεώς του και όταν απλώς περιορίζεται σε γενική άρνηση ή αναγκαία είναι σε κάθε περίπτωση η ειδική άρνηση. Επικράτησε τελικώς η θέση, ότι αρκεί και η προβολή γενικής αρνήσεως. Η έλλειψη όμως ειδικής αρνήσεως παρέχει στο δικαστήριο την αναιρετικώς ανέλεγκτη ευχέρεια να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών του διαδίκου, αν συνάγεται σιωπηρή ομολογία ή άρνηση (άρθρο 261 εδ. β ΚΠολΔ). Μολονότι επομένως ο εναγόμενος επιτρεπτώς περιορίζει την άμυνά του στην προβολή γενικής αρνήσεως, δεν αποκλείεται το δικαστήριο, εκτιμώντας την καθόλου δικονομική του συμπεριφορά, να θεωρήσει, ότι συνάγεται ομολογία του ως προς συγκεκριμένους αγωγικούς ισχυρισμούς. Η έμμεση αυτή ομολογία υπερισχύει της γενικής αρνήσεως

§ 37. Η κατ’ ένσταση άμυνα

Ι. Έννοια και περιεχόμενο

ΙΙ. Διακρίσεις της κατ’ ένσταση άμυνας

1. Ισχυρισμοί περί ανυπαρξίας του δικαιώματος. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, σκοπό έχουν να δείξουν ότι, κατ’ εφαρμογή ορισμένου κανόνα δικαίου, το δικαίωμα κατά του οποίου στρέφονται δεν υφίσταται, είτε γιατί δεν μπόρεσε να παραγάγει τις συνέπειές του είτε γιατί γεννήθηκε μεν πλην όμως μεταγενέστερα αποσβέσθηκε. Στη νομική φιλολογία και στη νομολογία οι ισχυρισμοί αυτοί είναι γνωστοί ως «καταχρηστικές ενστάσεις», όρος που πάντως έχει μεμονωμένως επικριθεί γιατί οδηγεί σε διάφορες εννοιολογικές και λειτουργικές συγχύσεις

2. Ισχυρισμοί περί αδυναμίας ασκήσεως του δικαιώματος. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που ανήκουν στην κατηγορία αυτή προτείνονται για να εφαρμοσθεί κανόνας δικαίου θεμελιωτικός ενστάσεως κατά την έννοια του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή ενός δικαιώματος του αμυνομένου, το οποίο αντιτάσσεται κατά άλλου ασκούμενου δικαιώματος και παραλύει, οριστικά ή πρόσκαιρα, την ενέργειά του (δικαιοανασταλτικοί). Το δικαίωμα αυτό αντιπαρατίθεται δηλαδή στο από τον ενάγοντα ασκούμενο δικαίωμα και γι’ αυτό αποκαλείται αντίθετο δικαίωμα ή αντιδικαίωμα. Στη νομολογία και θεωρία οι ισχυρισμοί αυτοί είναι γνωστοί ως «γνήσιες ενστάσεις». Σε σχέση προς την προηγούμενη κατηγορία ισχυρισμών, οι οποίοι επιφέρουν ως συνέπεια την ανυπαρξία του δικαιώματος, οι ισχυρισμοί οι θεμελιωτικοί (γνήσιας) ενστάσεως οδηγούν σε αδυναμία του υφιστάμενου δικαιώματος να παραγάγει τις έννομες συνέπειές του. Η αδυναμία αυτή μπορεί να είναι μόνο προσωρινή, οπότε γίνεται λόγος για ένσταση αναβλητική (όπως λ.χ. είναι η ένσταση μη εκπληρώσεως της συμβάσεως, 374 ΑΚ). Η ίδια αδυναμία μπορεί όμως να παραλύει οριστικά την έννομη ενέργεια του δικαιώματος, οπότε πρόκειται για ένσταση ανατρεπτική (όπως π.χ. η ένσταση παραγραφής, άρθρο 272 § 1 ΑΚ)

3. Ισχυρισμοί περί διαπλάσεως του δικαιώματος. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορίας αυτής προτείνονται για την εφαρμογή κανόνα δικαίου θεμελιωτικού διαπλαστικού δικαιώματος που είτε αλλοιώνουν το ασκούμενο δικαίωμα (λ.χ. δικαίωμα μειώσεως της ποινικής ρήτρας· άρθρο 409 ΑΚ) είτε το καταργούν (λ.χ. ακύρωση συμβάσεως λόγω πλάνης· 140 ΑΚ, πρόταση ανταπαιτήσεως σε συμψηφισμό· άρθρο 440 ΑΚ). Η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος γίνεται τότε κατ’ ένσταση και επιφέρει πλήρως τα διαπλαστικά του αποτελέσματα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι στην περίπτωση αυτή το αμυντικώς ασκούμενο διαπλαστικό δικαίωμα μεταλλάσσεται και κατατάσσεται πλέον στην αμέσως προηγούμενη κατηγορία της ενστάσεως. Συχνά απαντά λ.χ. η ορολογία «ένσταση πλάνης» ή «ένσταση συμψηφισμού». Η ορολογία αυτή δεν πρέπει να οδηγήσει σε παρερμηνεία: η αμυντική δραστηριότητα του εναγομένου δεν συνίσταται τότε στην προβολή ενστάσεως κατά την έννοια του ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην επιτρεπτή κατ’ ένσταση άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος ακυρώσεως της συμβάσεως λόγω πλάνης ή του διαπλαστικού δικαιώματος προβολής ανταπαιτήσεως σε συμψηφισμό

4. Οι διακρίσεις των ενστάσεων και οι κανόνες που ισχύουν στις ενστάσεις με βάση την κρατούσα θεωρία του αστικού δικονομικού δικαίου. Ήδη υπό το κράτος ισχύος της Πολιτικής Δικονομίας 1834 ο Γ. Ράμμος όριζε την ένσταση ως ακολούθως:

§ 38. Η ανταγωγή

Ι. Έννοια και προϋποθέσεις

ΙΙ. Άσκηση της ανταγωγής

1. Χρόνος και τρόπος ασκήσεως. Η ανταγωγή στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, τόσο στην τακτική διαδικασία όσον και στις δίκες των ειδικών διαδικασιών ασκείται πλέον μόνο με χωριστό δικόγραφο (άρθρο 268 § 4 εδ. α, 591 § 1 ζ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015) και όχι με τις προτάσεις, επειδή ο νομοθέτης θεώρησε ότι οι τελευταίες δεν μπορεί να θεωρηθούν ως εισαγωγικό δίκης δικόγραφο. Υπό την ισχύ του ν. 4841/2021 το δικόγραφο αυτό στη δίκη της τακτικής διαδικασίας πρέπει να κατατεθεί στο δικαστήριο και να επιδοθεί στον αντεναγόμενο μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεση της αγωγής (άρθρο 238 ΚΠολΔ), ώστε να παρασχεθεί σ’ αυτόν μεγαλύτερη ευχέρεια άμυνας. Η ως άνω προθεσμία παρατείνεται κατά τριάντα ημέρες, εάν ο αντεναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 εδ. β ΚΠολΔ). Υπό την ισχύν του ν. 5221/2025 η προθεσμία ασκήσεως της ανταγωγής που ασκείται μετά την 1-1-2026 είναι 40 ημέρες μετά το πέρας της προθεσμίας επιδόσεως της αγωγής κατά το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ορίζεται προθεσμία 70 ημέρων από το πέρας της προθεσμίας επιδόσεως της αγωγής, όταν ο αντεναγόμενος είναι κάτοικος εξωτερικού ή άγνωσης διαμονής (άρθρο 238 ΚΠολΔ εδ. β). Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης γίνεται σε προθεσμία της παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 υπό την ισχύ του ν. 4842/2021, ενώ υπό την ισχύ του ν. 5221/2025 σε προθεσμία 90 ημερών από το πέρας της επιδόσεως της αγωγής και στην ίδια προθεσμία προσκομίζονται όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 238 § 2 ΚΠολΔ). Στις δίκες όμως των ειδικών διαδικασιών κατ’ άρθρο 591 επ. ΚΠολΔ, η προθεσμία για την επίδοση της ανταγωγής είναι οκτώ ημέρες (όχι εργάσιμες) πριν από τη συζήτηση της αγωγής (άρθρο 591 § 1 ζ ΚΠολΔ) και ορίζεται υποχρεωτικά να συζητηθεί την ίδια δικάσιμο με την κύρια αγωγή. Η ανταγωγή επιδίδεται μόνον στους αντιδίκους απλούς ομοδίκους και όχι στους ομοδίκους του αντενάγοντος. Ανταγωγή απαγορεύεται στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ακόμη και εάν συναινεί ο αντίδικος (άρθρο 525 § 2 ΚΠολΔ) ή αν αυτή ασκείται από τον ερημοδικασθέντα στον πρώτο βαθμό διάδικο

2. Επικουρική ανταγωγή. Κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα της απαγορεύσεως να ασκείται διαδικαστική πράξη υπό αίρεση είναι επιτρεπτή η άσκηση επικουρικής ανταγωγής (άρθρο 219 § 3 ΚΠολΔ). Κατά κανόνα ο εναγόμενος ασκεί ανταγωγή υπό την αίρεση, ότι η αγωγή θα γίνει δεκτή. Αν στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορριφθεί, η ανταγωγή δεν εξετάζεται. Δεν αποκλείεται πάντως η άσκηση της ανταγωγής να τεθεί υπό την αίρεση της απορρίψεως της αγωγής. Έτσι, λ.χ. επί αγωγής για αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος ασκείται παραδεκτά επικουρική ανταγωγή από τον εναγόμενο για την περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή, ώστε να μη κριθεί μόνον ότι ο ενάγων δεν είναι κύριος έναντι του εναγομένου αλλά, στην περίπτωση αυτή, και ότι ο εναγόμενος είναι κύριος έναντι του ενάγοντος

Κεφάλαιο Δωδέκατο

Η εξέλιξη της δίκης

§ 39. Διακοπή και επανάληψη της δίκης

Ι. Έννοια

ΙΙ. Λόγοι διακοπής της δίκης

ΙΙΙ. Επέλευση της διακοπής και συνέπειές της

1. Επέλευση της διακοπής της δίκης. Όταν επέλθει ένας από τους ανωτέρω λόγους, η δίκη δεν διακόπτεται αυτοδικαίως. Ο νομοθέτης έκρινε, ότι η διακοπή, αποβλέποντας γενικώς στην παροχή εύλογου διαστήματος για την επαρκή προετοιμασία του προσώπου που δικαιούται να συνεχίσει τη δίκη μετά την επέλευση του διακοπτικού γεγονότος, πρέπει να εξαρτηθεί από την εκ μέρους του γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, διαφορετικά δηλ. δεν επέρχεται διακοπή και η δίκη συνεχίζεται κανονικά χωρίς οποιαδήποτε επιρροή στη διαδικασία, ακόμη και αν ο αντίδικος γνώριζε το λόγο της διακοπής. Σε περίπτωση πάντως αναγκαίας ομοδικίας, λόγος διακοπής που επέρχεται στο πρόσωπο ενός των ομοδίκων οδηγεί, από τη γνωστοποίησή του, σε διακοπή της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους (άρθρο 288 ΚΠολΔ). Η λύση αυτή, που δεν ισχύει επί απλής ομοδικίας, επιβάλλεται από την ανάγκη ενιαίας προόδου της δίκης ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους

2. Συνέπειες της διακοπής. Από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής επέρχονται συνέπειες δικονομικού δικαίου. Η εκκρεμής δίκη διακόπτεται και κάθε διαδικαστική πράξη (λ.χ. η άσκηση πρόσθετων λόγων εφέσεως ή η κλήση προς περαιτέρω συζήτηση), εκτός από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, είναι πλέον άκυρη (άρθρα 289, 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Η δικονομική αυτή ακυρότητα επέρχεται όμως μόνο μετά από ένσταση του διαδίκου (άρθρο 160 § 1 ΚΠολΔ), αφού αυτός θα κρίνει, αν χρειάζεται την προστασία που του παρέχει ο νόμος μέσω της διακοπής. Ακυρότητα δεν επέρχεται όμως, αν η διαδικαστική πράξη επιχειρήθηκε από τον διάδικο, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ή εγκρίθηκε εν συνεχεία από αυτόν, ακριβώς γιατί αυτού η προστασία επιχειρείται με την προκαλούμενη διαδικαστική αδράνεια. Ειδικώς ο θάνατος διαδίκου επιφέρει, από την επέλευσή του και ανεξάρτητα από το αν διεκόπη η δίκη συνεπεία του, διακοπή των δικονομικών προθεσμιών (άρθρο 146 § 1 ΚΠολΔ)

IV. Επανάληψη της δίκης

§ 40. Κατάργηση και περάτωση της δίκης

I. Τρόποι καταργήσεως της δίκης

ΙΙ. Ο δικαστικός συμβιβασμός

1. Έννοια και νομική φύση. Δικαστικός συμβιβασμός είναι η συμφωνία των διαδίκων, με την οποία αυτοί με αμοιβαίες υποχωρήσεις λύουν τη διαφορά και καταργούν τη δίκη. Ο συμβιβασμός των διαδίκων κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας συνιστά περίπτωση της συμβάσεως του συμβιβασμού κατά το άρθρο 871 ΑΚ. Για το λόγο αυτό και επιτρέπεται μόνο αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου για την έγκυρη κατάρτιση της συμβάσεως αυτής (άρθρο 293 § εδ. α ΚΠολΔ), απαιτείται δηλαδή να αναφέρεται σε αντικείμενο δεκτικό διαθέσεως· δεν χωρεί επομένως δικαστικός συμβιβασμός στις γαμικές διαφορές και στις διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων. Επιτρεπτός είναι ο δικαστικός συμβιβασμός και εργατικών διαφορών υπό προϋποθέσεις, εφόσον δηλ. δεν οδηγεί σε παραίτηση από δικαιώματα του εργαζομένου, είτε όταν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ως προς τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις και τα απορρέοντα δικαιώματα, εφόσον υπάρχουν αμοιβαίες υποχωρήσεις. Επί πλέον όμως ο συμβιβασμός αυτός επιφέρει «αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης» (άρθρο 293 § 1 εδ. β ΚΠολΔ), επενεργεί δηλαδή και στο δικονομικό πεδίο και με αυτή την έννοια ανήκει στις δικονομικές συμβάσεις. Γι’ αυτό και απαιτείται το πρόσωπο που συνάπτει το δικαστικό συμβιβασμό να έχει ικανότητα δικαστικής παραστάσεως. Συνολικά ο δικαστικός συμβιβασμός αποτελεί διφυή πράξη, μετέχουσα του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου.

2. Τρόπος καταρτίσεως και συνέπειες του δικαστικού συμβιβασμού

3. Ελαττώματα του δικαστικού συμβιβασμού. Από το διφυή χαρακτήρα του δικαστικού συμβιβασμού συνάγεται, ότι ελαττώματα πλήττοντα τη δικονομική ή την ουσιαστική του πλευρά επηρεάζουν το κύρος και τις έννομες συνέπειές του. Ειδικότερα, αν ο δικαστικός συμβιβασμός παρουσιάζει ελάττωμα υπό την ιδιότητά του ως διαδικαστικής πράξεως (λ.χ. δεν καταρτίσθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου που έχει την έδρα του στην περιφέρεια του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή) είναι άκυρος (άρθρο 159 ΚΠολΔ) και δεν αναπτύσσει τα δικονομικά του αποτελέσματα, αλλά κρίνεται ως εξώδικος συμβιβασμός. Αν πάλι ο δικαστικός συμβιβασμός παρουσιάζει ελάττωμα ως σύμβαση ουσιαστικού δικαίου, αν λ.χ. πλήττεται λόγω ελλείψεως συμφωνίας των μερών ως προς τα ουσιώδη σημεία της διαφοράς, λόγω πλάνης ή επειδή συντρέχει περίπτωση διαρρήξεώς του (άρθρο 872 ΑΚ), αδυνατεί και πάλι να παραγάγει τα δικονομικά του αποτελέσματα. Και στις δύο περιπτώσεις δεν επέρχεται κατάργηση της εκκρεμοδικίας. Ο επιμελέστερος διάδικος μπορεί να ζητήσει τη συνέχιση της διαδικασίας με κλήση προς περαιτέρω συζήτηση, οπότε το δικαστήριο θα κληθεί να ελέγξει παρεμπιπτόντως το (δικονομικό ή ουσιαστικό) ελάττωμα του δικαστικού συμβιβασμού

ΙΙΙ. Παραίτηση από την αγωγή

1. Έννοια και διακρίσεις. Παραίτηση (από ένδικο βοήθημα γενικά ή από διαδικαστική πράξη) είναι γενικώς η μονομερής διαδικαστική πράξη, με την οποία ο διάδικος δηλώνει, ότι επιθυμεί να αναιρεθούν οι έννομες συνέπειες διαδικαστικής πράξεως που είχε ασκήσει. Παραίτηση νοείται έτσι όχι μόνο από την αγωγή αλλά και από κάθε είδους ένδικο βοήθημα (όπως λ.χ. από κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, προσεπίκληση, ένδικα μέσα, ανακοπή ή τριτανακοπή) αλλά και από κάθε διαδικαστική πράξη (λ.χ. από την κλήση προς συζήτηση ή από τη δήλωση παραστάσεως). Στο πλαίσιο της εξουσίας διαθέσεως του ενάγοντος η παραίτηση νοείται όμως όχι μόνο από τις διαδικαστικές πράξεις, αλλά και από το δικαίωμα που ασκείται με αυτές. Αναλόγως διακρίνεται η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως διαδικαστικής πράξεως –ακριβέστερα γίνεται τότε λόγος για ανάκληση της αγωγής ή της διαδικαστικής πράξεως– και η παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής («από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή», άρθρο 296 ΚΠολΔ). Πρόκειται για μονομερή απευθυντέα διαδικαστική πράξη μη επιδεχόμενη αιρέσεως ή προθεσμίας ή προσβολής για ελαττώματα βουλήσεως ή ανακλήσεώς της

2. Ανάκληση της αγωγής. Και ως προς τη ρύθμιση της ανακλήσεως της αγωγής –άλλως παραιτήσεως από το δικόγραφο της αγωγής– υφίσταται σοβαρή διαφοροποίηση μετά τον ν. 4335/2015. Στις μεν ειδικές διαδικασίες ο ενάγων μπορεί να ανακαλέσει την αγωγή ή άλλη διαδικαστική πράξη που έχει ασκήσει οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας δίκης (όχι όμως και ενόσω τρέχει η προθεσμία για άσκηση ενδίκων μέσων ή στην κατ’ αναίρεση δίκη), χωρίς να απαιτείται να συναινέσει σε αυτό ο εναγόμενος, εφόσον ο εναγόμενος δεν έχει προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως. Ειδικά όμως στη δίκη της τακτικής διαδικασίας κατά τα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 294 ΚΠολΔ η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου μόνο πριν από την κατάθεση των προτάσεων από τον εναγόμενο (άρθρο 294 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015). Δηλαδή άλλο είναι το κριτήριο στην τακτική διαδικασία («κατάθεση προτάσεων») και άλλο είναι πλέον στις ειδικές διαδικασίες («συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως»). Η παραίτηση επομένως που επιχειρείται μετά από το χρονικό σημείο που ο εναγόμενος έχει προχωρήσει στην (προφορική) συζήτηση στην ουσία της υποθέσεως (στις ειδικές διαδικασίες), ή αντιστοίχως μετά την κατάθεση των προτάσεων (στην τακτική διαδικασία), είναι απαράδεκτη, αν ο εναγόμενος προβάλλει αντιρρήσεις, επικαλούμενος ότι έχει έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση αποφάσεως (άρθρο 294 ΚΠολΔ). Η αληθής έννοια της διατάξεως, η οποία ως κρίσιμο χρονικό σημείο ορίζει «πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως» –όπερ ισχύει πλέον μόνο για τις ειδικές διαδικασίες– με βάση την τελολογική αυτής ερμηνεία είναι, ότι η παραίτηση είναι παραδεκτή χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως. Αντίθετα, στην τακτική διαδικασία ο εναγόμενος μπορεί να προβάλλει αντιρρήσεις εφόσον ο ενάγων ανακάλεσε την αγωγή του, ενώ ο εναγόμενος είχε ήδη καταθέσει προτάσεις (χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει ακόμα το Δικαστήριο στη συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως). Αυτό μπορεί να συμβεί, αν ο εναγόμενος έχοντας ήδη καταθέσει προτάσεις στην ουσία της υποθέσεως διαβλέπει, ότι η αγωγή θα απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη ή αν εκτιμά, ότι η αποδεικτική διαδικασία αποβαίνει υπέρ αυτού ή όταν έχει ασκήσει ανταγωγή με συναφή πραγματική βάση. Η ανάκληση της διαδικαστικής πράξεως γίνεται από τον ενάγοντα –ανεξάρτητα από το αν έχει ή όχι εξουσία διαθέσεως του επίδικου ουσιαστικού δικαιώματος, κατ’ ακριβολογία δε χωρίς να ερευνάται, αν ο συγκεκριμένος ενάγων έχει ή δεν έχει εξουσία διαθέσεως από το επικαλούμενο, στο συγκεκριμένο δικόγραφο αγωγής από το οποίο παραιτείται, ουσιαστικό δικαίωμα– είτε με ρητή δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του ή με τις προτάσεις (άρθρο 297 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015), μολονότι αυτές δεν επιδίδονται στον αντίδικο όπως τα δικόγραφα, επιλύοντας καταφατικά το ζήτημα που είχε διχάσει θεωρία και νομολογία. Παραίτηση δεν επιχειρείται εγκύρως, αν γίνει με απλή εξώδικη δήλωση, που δεν αποτελεί δικόγραφο κατά την έννοια του άρθρο 118 ΚΠολΔ ή με την προσθήκη στις προτάσεις. Παραίτηση μπορεί να γίνει και μετά την αναβίωση της εκκρεμοδικίας με την άσκηση εφέσεως, εφόσον δεν αντιλέγει ο αντίδικος και πρωτοβάθμια απόφαση καθίσταται ανενεργός. Όχι όμως όταν εκκρεμεί αναίρεση, διότι η υπόθεση δεν κρίνεται κατ’ ουσίαν

3. Παραίτηση από το δικαίωμα. Με ανάλογες προϋποθέσεις ο ενάγων μπορεί επίσης να παραιτηθεί και από το δικαίωμα που είχε ασκήσει με την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβασή του. Η παραίτηση αυτή είναι διαδικαστική πράξη επιχειρούμενη από πληρεξούσιο εφοδιασμένο με ειδική πληρεξουσιότητα (άρθρο 98 στοιχ. β ΚΠολΔ). Συγχρόνως όμως συνιστά και πράξη διαθέσεως κατά το ουσιαστικό δίκαιο· για το λόγο αυτό ρητώς απαιτείται, ότι ο ενάγων πρέπει, για να είναι έγκυρη η παραίτηση, να πληροί τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου, να έχει δηλαδή την εξουσία διαθέσεως του δικαιώματος (άρθρο 296 εδ. α ΚΠολΔ). Επομένως, αν μετά ταύτα ο ενάγων ασκήσει εκ νέου αγωγή για το ίδιο δικαίωμα, αυτή είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, χωρεί πάντως να επέρχεται και κατά το ουσιαστικό δίκαιο απόσβεση του δικαιώματος. Κατά τα λοιπά, η παραίτηση από το δικαίωμα χωρίς επίσης, σε οποιοδήποτε στάδιο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας διαδικασίας, κατά τον τύπο της ανακλήσεως της αγωγής (άρθρο 297 ΚΠολΔ) και μπορεί να παρεμποδισθεί από τον εναγόμενο, ο οποίος προβάλλει αντιρρήσεις επικαλούμενος έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής αποφάσεως (άρθρο 296 εδ. β ΚΠολΔ).

IV. Αποδοχή της αγωγής

§ 41. Παρεμπίπτοντα ζητήματα

Ι. Έννοια και διακρίσεις

ΙΙ. Η παρεμπίπτουσα αγωγή

1. Έννοια και διακρίσεις. Ως παρεμπίπτουσα νοείται η αγωγή, η οποία εμπεριέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός διαδίκου κατά του άλλου. Χαρακτηριστικό δικονομικό γνώρισμα της παρεμπίπτουσας αγωγής είναι δηλαδή, πρώτον ότι αυτή ασκείται μεταξύ των διαδίκων της ήδη υφιστάμενης δίκης και δεύτερον ότι ο ένας διάδικος υποβάλλει νέα αίτηση, μεταγενέστερη χρονικά της αρχικής, εναντίον του άλλου διαδίκου. Με τη δυνατότητα αυτή αντιμετωπίζεται κυρίως το πρόβλημα, ότι μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν είναι δυνατόν ο ενάγων να μεταβάλει το αίτημα της αγωγής του (άρθρο 223 εδ. α ΚΠολΔ). Έτσι, π.χ. μετά την άσκηση της αγωγής για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας ο ενάγων υποστεί και νέες ζημίες, δεν είναι δυνατό να μεταβάλει το αίτημα της αγωγής, μπορεί όμως να ζητήσει την αποκατάσταση και αυτών με παρεμπίπτουσα αγωγή

2. Άσκηση και εκδίκαση. Η παρεμπίπτουσα αγωγή υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της κύριας δίκης (άρθρο 31 § 1 ΚΠολΔ), ασκείται με δικόγραφο και υποβάλλεται σε κάθε περίπτωση στις απαιτήσεις της αρχής της προδικασίας. Η αυτοτελής παρεμπίπτουσα αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, με την επιφύλαξη του άρθρου 238 ΚΠολΔ για την τακτική διαδικασία. Αντιθέτως η μη αυτοτελής παρεμπίπτουσα αίτηση μπορεί να υποβληθεί για πρώτη φορά και στην κατ’ έφεση δίκη χωρίς να τίθεται ζήτημα υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 283 § 2 ΚΠολΔ). Για την ενιαία κρίση της διαφοράς επιβάλλεται επίσης η συνεκδίκαση κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής. Κατ’ εξαίρεση το δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει την παρεμπίπτουσα αγωγή σε ιδιαίτερη συζήτηση, αν κρίνει, ότι η κύρια δίκη είναι ώριμη για την έκδοση αποφάσεως και η παρεμπίπτουσα έχει ανάγκη περαιτέρω έρευνας (άρθρο 285 ΚΠολΔ)

Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο

Η δικαστική απόφαση

§ 42. Η έκδοση της δικαστικής αποφάσεως

Ι. Έννοια και φύση της δικαστικής αποφάσεως

ΙΙ. Έκδοση, δημοσίευση και περιεχόμενο της δικαστικής αποφάσεως.

1. Η υπόσταση της δικαστικής αποφάσεως. Η προετοιμασία της δικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνει διάφορα διαδοχικά στάδια. Το πρώτο στάδιο συνίσταται στην έκδοση της αποφάσεως, δηλαδή στην κατάληξη του δικαστή του μονομελούς δικαστηρίου ή των δικαστών του πολυμελούς δικαστηρίου ως προς το περιεχόμενο της δικαστικής κρίσεως (300 ΚΠολΔ). Η διαμόρφωση της γνώμης των δικαστών γίνεται κατά τη διάσκεψη (301 ΚΠολΔ). Στη διάσκεψη (φαίνεται ότι) μετέχουν, κατά πάγια πρακτική των ελληνικών δικαστηρίων, και δικαστές, που δεν έλαβαν μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση· μόνο οι τελευταίοι όμως έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση λαμβάνεται με την πλειοψηφία των (ψηφιζόντων) δικαστών, η γνώμη όμως όσων μειοψηφούν καταχωρίζεται και στο πρακτικό της διασκέψεως και στο αιτιολογικό της αποφάσεως (302 § 1, 303 ΚΠολΔ).

2. Η ανυπαρξία της δικαστικής αποφάσεως. Υπάρχουν πάντως και περιπτώσεις, στις οποίες συγκεκριμένα ελαττώματα της δικαστικής αποφάσεως βάλλουν ευθέως κατά της υπάρξεώς της. Ανυπαρξία υφίσταται στις εξής, αυστηρώς περιοριστικά προβλεπόμενες, περιπτώσεις (313 § 1 ΚΠολΔ): α) Όταν η απόφαση εξεδόθη από πρόσωπα, που δεν είχαν τη δικαστική ιδιότητα, λ.χ. από δικαστή που είχε παραιτηθεί ή παυθεί. β) Αν το πολιτικό δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αν δηλαδή έκρινε για διαφορά διοικητικού δικαίου. Είναι κατ’ αρχήν αμφίβολο όμως, αν εμπίπτουν εδώ οι περιπτώσεις, που το ελληνικό δικαστήριο αποφάσισε επί διαφοράς, για την εκδίκαση της οποίας στερούνταν διεθνούς δικαιοδοσίας. γ) Αν η απόφαση δεν δημοσιεύθηκε. δ) Αν η απόφαση εξεδόθη κατά ανυπάρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου, δηλαδή κατά προσώπου, το οποίο δεν υφίστατο κατά τον χρόνο ενάρξεως της εκκρεμοδικίας με την άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου. ε) Τέλος, αν η απόφαση εξεδόθη κατά προσώπου, που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας. Άλλες παραβάσεις (λ.χ. παράβαση της διαδικασίας του άρθρου 301 ΚΠολΔ) δεν συνεπάγονται την ανυπαρξία της αποφάσεως.

ΙΙΙ. Είδη δικαστικών αποφάσεων

1. Διακρίσεις δικαστικών αποφάσεων. Οι δικαστικές αποφάσεις διακρίνονται με βάση διάφορα κριτήρια και από πολλές οπτικές γωνίες: α) Με αφετηρία την παρουσία ή αναλόγως τη νομότυπη παράσταση και των δύο διαδίκων ή μόνο του ενός κατά τη συζήτηση διακρίνονται σε ερήμην και κατ’ αντιμωλία. Η σημασία της διακρίσεως ανακύπτει κατά την προσβολή τους αντιστοίχως με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση. Πάντως η διάκριση αυτή λόγω της δικονομικής ρυθμίσεως που ισχύει σήμερα δεν έχει την ίδια σημασία, ιδίως μάλιστα την ίδια πρακτική σημασία, όπως κατά το παρελθόν. β) Με κριτήριο το αντικείμενο της δικαστικής κρίσεως σε ουσιαστικές –δηλαδή σε αποφάσεις που αποφαίνονται σε ουσιαστικό ζήτημα– και δικονομικές (δηλαδή σε αποφάσεις που αποφαίνονται σε δικονομικό ζήτημα). Οι δεύτερες έχουν σημασία και σε σχέση με τη δημιουργία δεδικασμένου για το κριθέν δικονομικό ζήτημα. γ) Με κριτήριο το είδος της έννομης προστασίας που είχε ζητηθεί διακρίνονται σε αναγνωριστικές, καταψηφιστικές και διαπλαστικές. Οι αναγνωριστικές αναγνωρίζουν ορισμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, μπορούν όμως να περιέχουν και καταψηφιστικό σκέλος, ειδικώς σε σχέση προς την καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα. Με εξαίρεση την περίπτωση καταδίκης σε δικαστικά έξοδα οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν αποτελούν εκτελεστό τίτλο. Αντίθετα οι καταψηφιστικές αποφάσεις, δηλαδή αυτές που δέχονται ως ουσιαστικά βάσιμη καταψηφιστική αγωγή, αποτελούν εκτελεστό τίτλο, εμπεριέχοντας όμως κατά τη φύση τους και αναγνωριστικό σκέλος, αφού για να υπάρξει καταψηφιστικό (καταδικαστικό) διατακτικό προϋποτίθεται –και λογικά προηγείται– αναγνώριση της αξιώσεως. Τέλος, οι διαπλαστικές αποφάσεις, δηλαδή αυτές που δέχονται διαπλαστική αγωγή, επιφέρουν διάπλαση της έννομης σχέσεως, εμπεριέχουν όμως κατά τη φύση τους και αναγνωριστικό σκέλος ως προς το διαπλαστικό δικαίωμα, ως προς το οποίο δημιουργείται δεδικασμένο. δ) Με βάση τη δυνατότητα προσβολής τους με ένδικα μέσα και το βαθμό δικονομικής ωριμότητας, οι αποφάσεις διακρίνονται σε ανέκκλητες, οι οποίες δεν υπόκεινται ήδη με την έκδοσή τους, σε προσβολή ειδικά και μόνο με το ένδικο μέσο της εφέσεως, σε τελεσίδικες, μη υποκείμενες σε προσβολή με τακτικά ένδικα μέσα, και αμετάκλητες, οι οποίες δεν προσβάλλονται με τα έκτακτα ένδικα μέσα. ε) Τέλος, με αφετηρία το περιεχόμενο της δικαστικής κρίσεως οι αποφάσεις διακρίνονται σε οριστικές και μη οριστικές. Στη διάκριση αυτή είναι αφιερωμένες οι επόμενες παρατηρήσεις.

2. Οριστικές και μη οριστικές αποφάσεις. Οριστική είναι η απόφαση, η οποία περατώνει τη δίκη σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και εξαντλεί τις επιτρεπόμενες βαθμίδες δικονομικής αξιολογήσεως ορισμένης (κύριας ή παρεμπίπτουσας) αιτήσεως για παροχή δικαστικής προστασίας. Κριτήριο είναι, αν το δικαστήριο έλεγξε την αίτηση σε όλη την επιτρεπόμενη έκταση και εκδίδει απόφαση, αν θεωρεί ότι η υπόθεση είναι ώριμη γι’ αυτό (308 § 1 ΚΠολΔ), εξαντλώντας έτσι τα στάδια της δικαιοδοτικής του κρίσεως. Συμφωνία των διαδίκων για μη έκδοση αποφάσεως μετά τη συζήτηση δεν παράγει έννομες συνέπειες. Οριστική είναι λ.χ. η απόφαση, η οποία απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αφού δεν υπάρχει περαιτέρω στάδιο δικονομικής εκτιμήσεώς της· οριστική είναι και η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, αφού δεν είναι δυνατό να εξετασθεί περαιτέρω η ουσιαστική της βασιμότητα. Είναι όμως μη οριστική η απόφαση, η οποία απορρίπτει ως νόμω αβάσιμη λ.χ. την ένσταση παραγραφής και διατάσσει συμπληρωματικές αποδείξεις για την εκκρεμή αίτηση. Μη οριστική είναι επίσης η απόφαση του εφετείου, η οποία δέχεται την έφεση και διατάσσει συμπληρωματικές αποδείξεις για την αγωγή, η οποία έτσι παραμένει εκκρεμής. Είναι εξ άλλου εν μέρει οριστική η απόφαση, η οποία αποφαίνεται οριστικώς επί συνεκδικαζόμενης αιτήσεως και επιφυλάσσεται για την άλλη αίτηση (308 § 2 ΚΠολΔ)

IV. Συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων

1. Οι κύριες συνέπειες της αποφάσεως. Κύριες είναι οι συνέπειες της δικαστικής αποφάσεως, στην επίτευξη των οποίων αποσκοπούν οι διάδικοι. Στα κύρια αυτά αποτελέσματα ανήκουν το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και (ειδικά για τις διαπλαστικές αποφάσεις) η διαπλαστική ενέργεια. Το δεδικασμένο, αποτυπώνοντας γενικά την αυθεντικότητα της οριστικής δικαστικής κρίσεως, αποτελεί συνέπεια της αναγνωριστικής αποφάσεως αλλά και της καταψηφιστικής –ως προς το σκέλος της που αναγνωρίζει την ύπαρξη της αξιώσεως– και της διαπλαστικής –ως προς το τμήμα της που αφορά την αναγνώριση του διαπλαστικού δικαιώματος. Η εκτελεστότητα αποτελεί συνέπεια ειδικώς των καταψηφιστικών αποφάσεων, δηλαδή αυτών που δέχονται καταψηφιστική αγωγή και αποτελούν εκτελεστό τίτλο. Η διαπλαστική ενέργεια, τέλος, αποτελεί συνέπεια των διαπλαστικών αποφάσεων, που δέχονται διαπλαστική αγωγή και επιφέρουν αυτομάτως την επιζητούμενη διάπλαση (λ.χ. τη λύση του γάμου ή την ακύρωση της συμβάσεως).

2. Οι δευτερεύουσες συνέπειες της αποφάσεως. Δευτερεύοντα είναι τα αποτελέσματα της δικαστικής αποφάσεως, όταν η επέλευσή τους δεν αποτελεί τη βασική επιδίωξη των διαδίκων, αλλά αποτελεί το προϊόν ορισμένου κανόνα δικαίου, στο πραγματικό του οποίου αποτελεί όρο η έκδοση της δικαστικής αποφάσεως ως «ιστορικό γεγονός». Τα δευτερεύοντα αποτελέσματα δεν είναι δηλαδή κατά κυριολεξία συνέπειες της ίδιας της αποφάσεως, αλλά άλλου κανόνα δικαίου, η εφαρμογή του οποίου εξαρτάται από το γεγονός της εκδόσεως της αποφάσεως. Για το λόγο αυτό οι συνέπειες αυτές εκτός ως «παρεπόμενες συνέπειες» ή «αντανακλαστικές συνέπειες», σύμφωνα και με την κλασική διδασκαλία των Γ. Ράμμου και Γ. Μητσόπουλου, που υιοθετείται και από τους μεταγενέστερους συγγραφείς, είναι γνωστές και ως «ενέργειες του πραγματικού» («Tatbestandswirkungen»). Οι δευτερεύουσες αυτές συνέπειες μπορεί να αφορούν είτε τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, οπότε καλούνται παρεπόμενες, είτε τις σχέσεις μεταξύ διαδίκου και τρίτου, οπότε καλούνται αντανακλαστικές. Παρεπόμενη συνέπεια δικαστικής αποφάσεως προβλέπεται λ.χ. στο άρθρο 268 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως οδηγεί σε επιμήκυνση του προβλεπόμενου χρόνου παραγραφής. Αντανακλαστικές συνέπειες έναντι τρίτων έχει λ.χ. η δικαστική απόφαση, η οποία δέχεται την αγωγή του τραυματισθέντος κατά του οδηγού αυτοκινήτου, ενεργοποιώντας έτσι κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εγγυητική ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας του τελευταίου προς αποζημίωσή του

3. Η αποδεικτική δύναμη της αποφάσεως. Στο πεδίο του δικαίου της αποδείξεως, η δικαστική απόφαση αποτελεί, ως δημόσιο έγγραφο, πλήρη απόδειξη ως προς την εμφάνιση και εκπροσώπηση των διαδίκων, την προφορική προβολή ισχυρισμών και υποβολή αιτήσεων κατά τη συζήτηση και τη γνώμη που εξέφερε το δικαστήριο (312 § 1 ΚΠολΔ, σε αντιστοιχία προς την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων κατ’ άρθρο 438 ΚΠολΔ). Η αποδεικτική αυτή δύναμη μπορεί να ανατραπεί μόνο βάσει του πρακτικού της συζητήσεως ή αν προσβληθεί αυτή ως πλαστή (312 § 2 ΚΠολΔ). Δεσμευτική αποδεικτική ισχύ δεν έχει όμως η απόφαση ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως προς τα οποία πάντως μπορεί να αξιολογηθεί ως δικαστικό τεκμήριο

§ 43. Διόρθωση και ερμηνεία των δικαστικών αποφάσεων

I. Έννοια και λειτουργία

ΙΙ. Οι προϋποθέσεις της διορθώσεως και ερμηνείας

1. Η αίτηση διορθώσεως της αποφάσεως. Διόρθωση επιτρέπεται ειδικότερα, όταν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της αποφάσεως το αιτιολογικό της παρουσιάζει λάθη γραφικά ή λογιστικά (ιδίως κατά τους μαθηματικούς υπολογισμούς), που προκαλούν προφανή ασυμφωνία μεταξύ αυτού που ήθελε το δικαστήριο και αυτού που τελικώς δηλώθηκε. Διόρθωση της αποφάσεως επιτρέπεται και όταν το διατακτικό της είναι διατυπωμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε (να) ευρίσκεται σε προφανή δυσαρμονία προς το αιτιολογικό. Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η μεταβολή του διατακτικού, αφού έτσι δεν ανατρέπει το δεδικασμένο, αλλά αποτυπώνει ορθώς την αληθή δικαιοδοτική βούληση. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν ελέγχονται με την ερμηνεία της αποφάσεως δικαιοδοτικά της σφάλματα. Έτσι, αν λ.χ. στο αιτιολογικό της αποφάσεως υπάρχει σκέψη για ορισμένο αίτημα διαδίκου, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό, αυτό είναι διορθωτέο ως ελλιπώς διατυπωμένο

2. Η αίτηση ερμηνείας της αποφάσεως. Ερμηνεία επιτρέπεται ειδικότερα, όταν η γλωσσική της εκφορά είναι ασαφής ή έχει γίνει κατά τέτοιο τρόπο που γεννά αμφιβολίες, ώστε να εμποδίζονται οι διάδικοι να την κατανοήσουν και να παραμένουν αδιευκρίνιστα τα όρια της δεσμευτικής της ενέργειας. Η ασαφής διατύπωση μπορεί να αναφέρεται στο διατακτικό αλλά και στο αιτιολογικό, το οποίο κατά κανόνα είναι απαραίτητο για την αποσαφήνιση και του διατακτικού. Με την επιχειρούμενη ερμηνεία αποκαλύπτεται και αποκαθίσταται το ακριβές νόημα της αποφάσεως, χωρίς να αλλοιώνεται το ουσιαστικό της περιεχόμενο και, σε αντίθεση προς τη διόρθωση, χωρίς να επιτρέπεται μεταβολή του διατακτικού της (316 ΚΠολΔ). Η ερμηνευτική απόφαση θα στηριχθεί σε κάθε περίπτωση στη διατύπωση που χρησιμοποιεί η ερμηνευομένη, επιχειρώντας μέσω κυρίως της γλωσσικής ερμηνείας, σε συνάρτηση προς την όλη διαφορά, να αποκαλύψει το ακριβές της νόημα

ΙΙΙ. Διαδικασία

§ 44. Το δεδικασμένο των δικαστικών αποφάσεων

Ι. Έννοια και νομική φύση

ΙΙ. Οι λειτουργίες του δεδικασμένου

α. Η αρνητική λειτουργία. Στο πλαίσιο μεταγενέστερης δίκης το δεδικασμένο λειτουργεί σε δύο περιπτώσεις. Σε περίπτωση ταυτότητας του αντικειμένου της νέας δίκης με το αντικείμενο που κρίθηκε τελεσιδίκως, το δεδικασμένο αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που οδηγεί σε απόρριψη της νέας αγωγής ως απαράδεκτης (ne bis in idem). Πιο συγκεκριμένα, η ταυτότητα του αντικειμένου της νέας και της παλαιάς δίκης μπορεί να εμφανισθεί είτε όταν η νέα δίκη έχει το ίδιο ακριβώς αντικείμενο με την προηγουμένη (όταν λ.χ. στη νέα δίκη ξανατίθεται το ζήτημα της κυριότητας), είτε όταν το αντικείμενο της νέας δίκης αντιφάσκει, λογικώς ή νομικώς, με το αντικείμενο της προηγουμένης (όταν λ.χ. στη νέα δίκη ο πρώην εναγόμενος, ο οποίος καταδικάσθηκε να καταβάλει στον πρώην ενάγοντα ορισμένο ποσό, ζητεί την επιστροφή του ίδιου ποσού βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού)

β. Η θετική λειτουργία. Όταν το αντικείμενο της πρώτης δίκης δεν ταυτίζεται με το αντικείμενο της νέας, αλλά αποτελεί νομική του προϋπόθεση, γίνεται λόγος για προδικαστικότητα και θετική λειτουργία του υπάρχοντος δεδικασμένου. Στην περίπτωση αυτή η νέα αγωγή δεν απορρίπτεται βεβαίως ως απαράδεκτη. Το δικαστήριο που εκδικάζει τη νέα αγωγή υποχρεούται όμως να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του την υπάρχουσα τελεσίδικη απόφαση. Έτσι, λ.χ., η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως την ύπαρξη δανείου, πρέπει να τεθεί ως βάση σε νέα δίκη με αντικείμενο την εντεύθεν αξίωση τόκων.

III. Έκταση, υποκειμενικά όρια και αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου

1. Αντικείμενο του δεδικασμένου. Με δεσμευτική ισχύ δεδικασμένου –με την προϋπόθεση ότι η αντίστοιχη απόφαση θα τελεσιδικήσει– περιβάλλεται η κρίση του δικαστηρίου ως προς ορισμένη έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας ζητήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού (322 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, μόνον η κρίση ως προς έννομες συνέπειες αποκτά –ως το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού– αυτοτελώς ισχύ δεδικασμένου και όχι οι κρίσεις ως προς νομικές ιδιότητες (λ.χ. την υπαιτιότητα) ή πραγματικά γεγονότα ή οι ερμηνευτικές διατυπώσεις που περιέχονται στη δικαστική απόφαση. Δεν δημιουργείται επίσης δεδικασμένο ως προς ζητήματα που κρίθηκαν πλεοναστικώς, ως obiter dictum, χωρίς η διάγνωσή τους να ήταν νομικώς αναγκαία για την κρίση επί του κυρίως τιθέμενου ζητήματος. Αν, λ.χ., σε δίκη για απόδοση του μισθίου κρίθηκε ως εκ περισσού και η κυριότητα του ενάγοντος εκμισθωτή, περί αυτής δεν δημιουργείται δεδικασμένο, αφού η κρίση για την κυριότητα είναι νομικώς αδιάφορη στη μισθωτική δίκη

2. Ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα. Δεδικασμένο δημιουργείται κατ’ αρχήν για το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, δηλαδή για την έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου που αποτέλεσε το αντικείμενο του δικαστικού αγώνα. Συγκαταλέγονται εδώ τα δικαιώματα ή οι έννομες συνέπειες, που κατήχθησαν στη δίκη με αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση καθώς και η ανταπαίτηση, που εισήχθη στη δίκη με την κατ’ ένσταση προβολή του δικαιώματος συμψηφισμού, στην έκταση που αυτή προβλήθηκε (322 § 2 ΚΠολΔ)

3. Προϋποθέσεις. Για να παράγεται από μία δικαστική απόφαση η μία από τις κύριες συνέπειες αυτής, το (ουσιαστικό) δεδικασμένο, που λαμβάνεται υπόψη ακόμη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ) και προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις, οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ:

4. Η «ταυτότητα» ως κρίσιμο προσδιοριστικό κριτήριο των υποκειμενικών και αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου

IV. Επιλεκτική, χαρακτηριστική Νομολογία του Αρείου Πάγου σχετικώς με τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου

V. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου

VI. Η επέκταση (των υποκειμενικών ορίων) της ισχύος του δεδικασμένου έναντι τρίτων προσώπων (μη διαδίκων)

VII. Η Θεωρία περί τριτενέργειας του δεδικασμένου

VIII. Χρονικά όρια του Ουσιαστικού Δεδικασμένου

ΙΧ. Δεδικασμένο για προδικαστικά ζητήματα

X. Δεδικασμένο επί ενστάσεων

ΧΙ. Δεδικασμένο και Μερική Αγωγή

XII. Δεδικασμένο και Μεταρρυθμιστική Αγωγή

XIII. Δεδικασμένο επί Πιλοτικής Δίκης

ΧIV. Δεδικασμένο και αλληλεπίδραση μεταξύ αποφάσεων Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων

ΧV. Δεδικασμένο και αλληλεπίδραση μεταξύ αποφάσεων Πολιτικών και Διοικητικών Δικαστηρίων

ΧVI. Το δεδικασμένο των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων

1. Δικονομική δημόσια τάξη

2. Ουσιαστική δημόσια τάξη

Ενότητα Δεύτερη

Απόδειξη

Πρώτος Τίτλος

§ 1. Έννοια και διακρίσεις αποδείξεως

§ 2. Το δικαίωμα αποδείξεως

Δεύτερος Τίτλος

§ 3. Μέσα αποδείξεως (γενικά). Κανόνες χρήσεως των αποδεικτικών μέσων. Συστήματα εκτιμήσεως των αποδείξεων. Μέτρο αποδείξεως

Τρίτος Τίτλος

§ 4. Ιδιωτικές γνώσεις του δικαστού. Διδάγματα της κοινής πείρας

Τέταρτος Τίτλος

§ 5. Αντικείμενο αποδείξεως

Πέμπτος Τίτλος

§ 6. Βάρος αποδείξεως

Έκτος Τίτλος

§ 7. Διαδικασία αποδείξεως

Έβδομος Τίτλος

§ 8. Τα κατ’ ιδίαν μέσα αποδείξεως. Ομολογία

§ 9. Τεκμήρια

§ 10. Αυτοψία

§ 11. Πραγματογνωμοσύνη

§ 12. Μάρτυρες

§ 13. Εξέταση των διαδίκων

§ 14. Όρκος

§ 15. Έγγραφα

§ 16. Αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Ένορκες βεβαιώσεις

§ 17. Επίδειξη εγγράφων

§ 19. Απόδειξη ηλεκτρονικού υλικού

Ενότητα Τρίτη

Τίτλος Πρώτος

Η διαδικασία των μικροδιαφορών

Τίτλος Δεύτερος

§ 1. Τα δικαστικά έξοδα

Ι. Γενικά

ΙΙ. Οι κανόνες επιβολής των δικαστικών εξόδων

ΙΙΙ. Τα δικαστικά έξοδα στις σύνθετες δίκες

IV. Η επιβολή των δικαστικών εξόδων σε άλλες διαδικαστικές πράξεις

V. Η επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος τρίτων

VI. Τα αποδοτέα έξοδα

VII. Η διαδικασία εκκαθαρίσεως των δικαστικών εξόδων

§ 2. Η Νομική Βοήθεια

I. Η νομοθετική ρύθμιση

ΙΙ. Η διαδικασία παροχής της νομικής βοήθειας

ΙΙΙ. Έκταση και περιεχόμενο της νομικής βοήθειας

IV. Παύση, ανάκληση και περιορισμός της νομικής βοήθειας

V. Εκκαθάριση και είσπραξη των εξόδων

VI. Πόροι για την παροχή νομικής βοήθειας

Τύπος περιεχομένου

Κατηγορίες

 
Προσθήκη στο καλάθι Προσθήκη στη λίστα επιθυμητών
 

Σχετικές εκδόσεις

Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, τόμ. 2α, 4η έκδ., 2026
Η πληρέστερη παρουσίαση του Ειδικού Μέρους του νέου Δικαίου της Αναγκαστικής Εκτελέσεως
Γ. Διαμαντόπουλος, Ερανισμοί & Ανταποδόσεις Θέμιδος, τόμ. 7, 2026
Ακόμη 35 άκρως επίκαιρες μελέτες, διαλέξεις και γνωμοδοτήσεις στο δικονομικό δίκαιο και σε επιμέρους γνωστικά αντικείμενα